19.12.15

Formalin



Το βουητό των ανθρώπων στις στάσεις των αστικών λεωφορείων μου θυμίζει σμήνος
Φοβάμαι μη μου επιτεθεί και επιτίθεμαι πρώτη εγώ.
Έχω σκοπό να σκοτώσω ότι συντηρείται με φορμόλη
Τις νύχτες τραβάω καλώδια από τις πρίζες και ακούω παρατεταμένους ήχους τέλους
Περπατάω στα νύχια των νυχιών μου
Χορεύω τον τελευταίο χορό
Πριν το χώμα μου λερώσει τα μάτια
Μου ρίχνω φτασίδια με το φτυάρι που μια μέρα θα σκάψω τον λάκκο μου
Για να ξεγελάσω την ασχήμια μου
Να εξαπατήσω τον καθρέφτη
Οι μόνες μου πραγματικές στιγμές
Είναι εκείνες που κοιμάμαι πάνω στις κούφιες μου ανάσες
Και φοβάμαι τον ήχο ενός αδέσποτου ξυπνητηριού
Μη πληγώσει τις αισθήσεις μου ανεπανόρθωτα και χάσω την αίσθηση του χρόνου 
Που σταματάει κι επανέρχεται στους ρυθμούς των παθών και των πόθων μου.
Όπου και αν με αγγίξεις πονάω
Μάλλον έχω σπάσει



photo by Nasos Karabelas

17.12.15

Εμμονικόν

Άνθρωποι στοιβαγμένοι στο κονσερβοκούτι του πλανήτη
Σπρώχνουν ο ένας τον άλλον για να καλύψουν την ανάγκη για χώρο
Όλοι είμαστε μόνοι νομίζοντας πως δεν είμαστε
Μα είμαστε.
Γεννήματα θρέμματα ενός κόσμου δίχως ίχνος αισθητικής, ερωτισμού και πάθους
Καταδικασμένοι να ξυπνάμε μέσα σε αυτόν, πάνω σε αυτόν
Να τσαλαπατάμε τα δεινά της ομορφιάς
Ανήμποροι να αξιολογήσουμε την σπουδαιότητα της συνουσίας
Την πρακτικότητα της οφθαλμαπάτης
Κοιτάμε για το ξεχωριστό διαφορετικό μας.
Και το πισωγύρισμα στην απαρχή της Ύπαρξης
Μοιάζει με όνειρο ενός παιδιού κάπου στο άπιαστο μέλλον
Που δε περιμένει τον Άη Βασίλη γιατί δε θα υπάρχει πια
Τη νύχτα των Χριστουγέννων του τρεις χιλιάδες πεντακόσια εξήντα οκτώ
Ζούμε σε έναν μεσαίωνα
Ενός αιώνα μόνο με άκρα.
Οι άνθρωποι παντού είναι άνθρωποι.
Έμφυτο ελάττωμα. 



13.6.15

Les Marionettes


Νομίζω ξημέρωσε
Έχω ρίγη από τα γαμωδέκατα
Πονάει εκεί που μου είπε η μάνα πως είναι οι φτερούγες μου
Ποιες φτερούγες ρε μάνα, πλάκα με κάνεις
Το ανθρωποσώμα μου δεν πετάει αφού.
Το μυαλό μου όμως έχει δική του αυτονομία
Κοίτα, κοίτα τώρα βρίσκομαι στον κάμπο απέναντι
Τώρα κάνω βουτιά από ψηλά γυμνή στους καταρράχτες ουρλιάζοντας
Και φτάνω στον πάτο και βγαίνω με μια αναπνοή κατακόρυφη
Αγνή, άσπιλη και αμόλυντη
Δε θυμάμαι το όνομα και καμιά μου ιδιότητα
Θυμάμαι μόνο πως έριξα λίγο φλασκούνι παραπάνω στο αφέψημά μου και πίκρισε
Πονάω, πονάω γαμώ το κέρατό μου
Μαμά που είσαι να μου βάλεις κομπρέσες με νερό και ξύδι να μου πέσει ο πυρετός
Που είσαι ρε μαμά, είδαν τα μάτια μου σήμερα και ένιωσα ανασφαλής
Τα μάτια μου, καταλαβαίνεις;
Μαμά δεν με ακούς, με έχω κρύψει και από σένα
Είσαι η παράπλευρη απώλεια της ζωής μου
Δε μπορώ να διασχίσω το δρόμο και να έρθω
Δε μπορώ να ακουμπιέμαι, πληγιάζει το δέρμα μου
Ούτε να ακούω, τρυπούν τα τύμπανά μου
Ανοίγω την πόρτα και κάνω δειλά ένα βήμα
Σαν εκείνα που κάνεις στο πρώτο θαλασσινό μπάνιο
Που ακουμπάς το δάχτυλο και σε πιάνουν ρίγη
Και αποφασίζεις πως καλά είναι και στην αμμουδιά
Και τραβάω το πόδι μου
Κλείνω την πόρτα
Καλά είναι μόνο στο σπίτι μου
Ή σε ότι θεωρώ οικείο
Κανένας άνθρωπος δε θα με κάνει να νιώσω τόσο οικεία όσο ο εαυτός μου
Και κανένας τόσο άβολα.
Η γύμνια δεν είναι στην περιθηλαία άλω.
Η γύμνια είναι στα βλέμματα.

30.5.15

Crave


Και θέλω να παίζουμε κρυφτό και να σου δίνω τα ρούχα μου 

και να σου λέω πόσο μ’ αρέσουν τα παπούτσια σου 
και να κάθομαι στα σκαλιά ενώ εσύ κάνεις ντουζ
και να σου τρίβω το σβέρκο 
και να σου φιλάω τα πόδια και να σε κρατάω απ’ το χέρι 
και να βγαίνουμε για φαγητό
και να μη με νοιάζει που τρως το δικό μου 
και να σε συναντώ στου Ρούντυ και να μιλάμε για τον καιρό 
και να πληκτρολογώ τα γράμματά σου
και να κουβαλάω τα πράγματά σου
και να γελάω με την παράνοιά σου
και να σου δίνω κασέτες που δεν τις ακούς 
και να βλέπουμε σπουδαίες ταινίες και να βλέπουμε άθλιες ταινίες 
και να γκρινιάζουμε για το ραδιόφωνο
και να σε βγάζω φωτογραφίες όταν κοιμάσαι 
και να σηκώνομαι για να σου φέρνω καφέ
και κουλούρια και κρουασάν 
και να πηγαίνουμε στου Φλόρεντ
και να πίνουμε καφέ τα μεσάνυχτα 
και να μου κλέβεις τα τσιγάρα
και ποτέ να μην μπορώ να βρω ένα σπίρτο 
και να σου λέω τι είδα στην τηλεόραση το προηγούμενο βράδυ 
και να σε πηγαίνω στον οφθαλμίατρο 
και να μη γελάω με τα αστεία σου 
και να σε θέλω το πρωί μα να σ’ αφήνω να κοιμηθείς λίγο ακόμα 
και να φιλάω την πλάτη σου και να χαϊδεύω το δέρμα σου 
και να σου λέω πόσο μ’ αρέσουν τα μαλλιά σου,
τα μάτια σου, τα χείλη σου,
ο λαιμός σου, το στήθος σου, ο κώλος σου 
και να περιμένω στα σκαλιά καπνίζοντας
μέχρι να γυρίσει σπίτι ο γείτονάς σου 
και να περιμένω στα σκαλιά καπνίζοντας
μέχρι εσύ να γυρίσεις σπίτι 
και να ανησυχώ όταν αργείς
και να ξαφνιάζομαι όταν έρχεσαι νωρίς 
και να σου δίνω ηλιοτρόπια 
και να πηγαίνω στο πάρτι σου
και να χορεύω μέχρι τελικής πτώσης 
και να μετανιώνω όταν κάνω λάθος
και να χαίρομαι όταν με συγχωρείς 
και να κοιτάω τις φωτογραφίες σου
και να εύχομαι να σε ήξερα από πάντα 
και ν’ ακούω τη φωνή σου στα αυτιά μου
και να νιώθω το δέρμα σου στο δέρμα μου 
και να τρομάζω όταν θυμώνεις
και το ένα σου μάτι έχει γίνει κόκκινο
και το άλλο γαλάζιο και η χωρίστρα σου στα αριστερά
και το πρόσωπο σου σαν Κινέζου 
και να σου λέω ότι είσαι πανέμορφος 
και να σε αγκαλιάζω όταν αγχώνεσαι
και να σε κρατάω όταν πονάς 
και να σε θέλω όταν σε μυρίζω
και να σε προσβάλλω όταν σε αγγίζω 
και να κλαψουρίζω όταν είμαι δίπλα σου
και να κλαψουρίζω όταν δεν είμαι 
και να μου τρέχουν τα σάλια στο στήθος σου 
και να σε πνίγω τη νύχτα 
και να κρυώνω όταν παίρνεις την κουβέρτα
και να ζεσταίνομαι όταν δεν την παίρνεις 
και να λιώνω όταν χαμογελάς
και να διαλύομαι όταν γελάς 
και να μην καταλαβαίνω γιατί νομίζεις ότι σε απορρίπτω
όταν δε σε απορρίπτω 
και να αναρωτιέμαι πως σου πέρασε απ’ το μυαλό
ότι θα μπορούσα
ποτέ να σ’ απορρίψω 
και να αναρωτιέμαι ποιος είσαι
αλλά να σε δέχομαι ούτως ή άλλως 
και να σου λέω για το μαγεμένο ξωτικό του δάσους
που διέσχισε πετώντας τον ωκεανό επειδή σε αγαπούσε 
και να σου γράφω ποιήματα
και να αναρωτιέμαι γιατί δε με πιστεύεις 
και να αισθάνομαι κάτι τόσο βαθύ
που να μη βρίσκω λόγια να το περιγράψω 
και να θέλω να σου αγοράσω ένα γατάκι
το οποίο θα ζηλεύω επειδή θα το προσέχεις περισσότερο από μένα 
και να σε κρατάω στο κρεβάτι όταν πρέπει να φύγεις
και να κλαίω σα μικρό παιδί όταν τελικά το κάνεις 
και να διώχνω τις κατσαρίδες 
και να σου αγοράζω δώρα που δε θέλεις
και να τα παίρνω πάλι πίσω 
και να σου ζητάω να με παντρευτείς
και να λες πάλι όχι
αλλά να συνεχίζω να στο ζητάω
επειδή αν και νομίζεις ότι δεν το εννοώ
πάντα το εννοούσα από την πρώτη φορά που στο ζήτησα 
και να περιπλανιέμαι στην πόλη
με τη σκέψη πως είναι άδεια χωρίς εσένα 
και να θέλω ό,τι θέλεις 
και να νομίζω ότι χάνω τον εαυτό μου
αλλά να ξέρω πως είμαι ασφαλής μαζί σου 
και να σου λέω  για τη χειρότερη πλευρά μου
και να προσπαθώ να δώσω τον καλύτερο εαυτό μου
επειδή δεν αξίζεις τίποτα λιγότερο 
και να απαντάω στις ερωτήσεις σου
όταν θα προτιμούσα να μην το κάνω 
και να σου λέω την αλήθεια
όταν στην πραγματικότητα δεν το θέλω 
και να προσπαθώ να είμαι ειλικρινής
επειδή ξέρω ότι το προτιμάς 
και να νομίζω ότι όλα έχουν τελειώσει
αλλά να κρατιέμαι για δέκα λεπτά ακόμα
πριν με πετάξεις έξω από τη ζωή σου και ξεχάσω ποια είμαι 
και να προσπαθώ να σε πλησιάσω
επειδή είναι όμορφα να σε μαθαίνω και αξίζει τον κόπο 
και να σου μιλάω κακά γερμανικά και εβραϊκά χειρότερα 
και να σου κάνω έρωτα στις τρεις το πρωί 
και κάπως 
με κάποιο τρόπο 
να σου εκφράζω έστω και λίγο 
τον ακάθεκτο 
τον ακατάλυτο 
τον ακατάσβεστο 
τον μεταρσιωτικό 
τον ψυχαναλυτικό 
τον άνευ όρων 
τον τα πάντα πληρούντα 
τον δίχως τέλος και δίχως αρχή, 
ερωτά μου για σένα.


«Crave (Λαχταρώ)» – Sarah Kane

28.3.15

Anti-poisoned


Μου έφυγε ο θυμός και αποδηλητηριάστηκα.
Μου έμεινε η πικρή γεύση της διαπίστωσης
Του πόσο εύκολα πληγώνουμε ο ένας τον άλλο
Και της απογοήτευσης
Του πόσο εύκολα χτυπάμε στις πληγές
Αίματα αίματα αίματα
Θα σπείρω έναν άνθρωπο στο χώμα
Να τον φροντίζω με αγάπη και στρογή
Να μεγαλώνει, να ανθίζει, να πεθαίνει
Να γεννιέται πάλι από την αρχή
Θα είναι ο πρώτος φυτρωμένος άνθρωπος
Που δε μοιάζει με κανένα
Ευτυχώς ούτε σε σένα
Ευτυχώς ούτε σε μένα.




21.3.15

Dario Fo

-Γιος: Ε, μαμά! μη μου πεις τώρα ότι καπνίζεις κι εσύ χασίς!
-Μάνα: Γιατί, απαγορεύεται σε μια γυναίκα που είναι και μητέρα να δοκιμάσει το μεθύσι και την ευθυμία της μαριχουάνας;
-Θα τρελαθώ μου φαίνεται...
-Ε, κάντο αγαπητέ μου! Μπράβο, νιώσε άνετα, βγάλε έξω την τρέλα σου, ξέσπασε, πήδα, σπάσε, ξανασπάσε, φτερούγισε, ο κόσμος ανήκει στους τρελούς. Γιατί θέλεις να μείνεις ορθολογιστής σε αυτόν τον μονότονο, τον σκάρτο, κενό, μωρόπιστο, βλάκα και μαλάκα κόσμο;
-Μαμά, δε σε έχω ξανακούσει να μιλάς έτσι.. τι σε έπιασε;
-Τι με έπιασε; Σ' εκπλήσσω γιατί σ' έχουν διαπαιδαγωγήσει -όχι εγώ βέβαια- αλλά το σχολείο, οι παππάδες, οι φίλοι σου, ο πατέρας σου η τηλεόραση, ότι η μητέρα είναι μητέρα. Όλες οι άλλες είναι πουτάνες, εκτός από τη μάνα σου. Η μητέρα δεν είναι γυναίκα, όχι, είναι μια αγία... είναι κάτι με στοργή. Είναι ένα πράγμα ζεστό που νοιάζεται και ανησυχεί για τα παιδιά , για τον σύζυγό, για τη γάτα. Το στήθος της είναι μόνο για να γέρνεις πάνω του το κεφάλι σου και για να βγάζει από εκεί τα λεφτά όταν τα έχεις ανάγκη. Είναι μόνο για... "το βράδυ δε θα γυρίσω, άφησε το φαγητό στο τραπέζι, θα χρειαστώ κάνα κατοστάρικο"... "παράτα με ρε μανά κι έχω τα μπουρίνια μου". Το ξέρουμε δα ότι η αληθινή μάνα είναι αγνή, δε καπνίζει, δε λέει μαλακίες, μπαρντόν, δε λέει βρομόλογα, δεν βλαστημάει. .. δε χαίρεται τη ζωή... περιμένει.. δε κάνει έρωτα. Ικανοποιεί τις απαιτήσεις του νόμιμου αρσενικού, του πατέρα σου. Και το επίσημο αρσενικό, ο πατέρας σου. είναι στη φυλακή ή συζεί με άλλη γυναίκα εδώ και χρόνια, ποιος ξέρει που, αυτή τί κάνει; Η αγνή μητέρα περιμένει, υπομένει, φθείρεται, δέχεται το ρόλο της αγίας με ηρεμία... κατατρώει τα σωθικά της και πίνει τόνους χαμομήλι, κανένα ηρεμιστικό, αλλά δε πάει με κάποιον που της αρέσει στο κρεβάτι. Να σκάσει καλύτερα παρά να προσβάλει το γιο. Έτσι μπορεί ο γιος ήσυχος να κάνει τα κέφια του με τη σκέψη επαναπαυμένη ότι στο σπίτι υπάρχει πάντα μια αγνή μάνα με τον κρόταφό της πάντα έτοιμο να τον δεχτεί και με το στήθος φουσκωμένο από κατανόηση... αγωνία... κανένα μουρμουρητό, λίγη γρουσουζιά, αλλά η τρώγλη είναι πάντα έτοιμη να μας αγκαλιάσει... γιόκα μου. Έξω τρως ξύλο και κλωτσιές στον κώλο απ' όλους: απ' τους φίλους σου, από την γκόμενα, στο σχολείο, στο εργοστάσιο, στο κόμμα, ίσως μετά από, ποιος ξέρει πόσες, βρομοδουλειές σου... και μετά, μπορείς πάντα να έρχεσαι να σου γλείψουμε τις μελανιές από τις γροθιές. Και η μητέρα γλείφει, γιατρεύει, χαϊδεύει, ξαναγλείφει και κανείς δε λέει ποτέ: "για μια στιγμή βρε μάνα, μήπως κατά σύμπτωση έχεις κι εσύ τις μελανιές που σε καίνε να στις φροντίσουμε; "Μπα, ποιος δίνει δεκάρα γι αυτήν. Έπειτα, ένα ωραίο πρωινό ανακαλύπτεις ότι η χαζή με τον ζεστό μητρικό κόρφο στουμπώνει το στομάχι της με λίμπριουμ, βάλιουμ, καλμιντόλ, λιμπράξ, για να μην εκραγεί και ξεσπάσει σαν τρελή... κι εσύ θα πεις: "θα είναι η ηλικία, θα περνάει κλιμακτήριο". Όμως όταν δια μιας ανακαλύψεις ότι η μάνα - ζεστό στήθος, αγχωμένος στήθος- καπνίζει πίπες, χασίσι, μαριχουάνα.. τότε... Ω λαλά! Τι γκρεμοτσάκισμα για σένα! Τι σοκ!



"Η μαριχουάνα της μαμάς είνια πιο γλυκιά"


19.3.15

Waltz


Η αγωνία μου χτυπάει το ταβάνι 
Αναμειγνύεται με φόβο κι αίματα
Το κεφάλι μου σπάει στο ταβάνι
Χοροπηδάω συνεχόμενα κι εμμονικά
Ψηλά
Πιο ψηλά
Μέχρι να διαλυθεί τελείως ή το ταβάνι ή το κεφάλι μου
Χύνεται το μυαλό μου 
Το παίρνω με φροντίδα και το βάζω στην κατσαρόλα
Βάζω θυμάρι και δενδρολίβανο
Αλάτι και λίγο αίμα
Νοστιμίζω τις φοβίες μου
Δοκιμάζω στο μπαχάρι, στο αλάτι και στην πάπρικα
Χαμηλώνω τη φωτιά
Σερβίρω επίσημα
Στο δεξί το μαχαίρι, στο αριστερό το πιρούνι
Βάζω κρασί
Domaine de la Romanée-Conti 
Από πίσω ακούγεται το 
Waltz No2-Dmitri Shostakovich
Κουνάω ρυθμικά το μυαλό μου
Κανιβαλίζω τις άσχημες σκέψεις μου
Τις αγωνίες και τις φοβίες μου
Ήρεμα και γαλήνια
Χαμογελώντας
Παρανοώ χαμογελώντας
Είναι που άγγιξα με το νύχι το μυαλό σου εδώ και μερικές ζωές
Και τώρα φοβάμαι 
Πως αν το χάσω θα πρέπει να το μαγειρέψω κι αυτό
Για να μη ξεχάσω ποτέ την ανάμνηση της γεύσης του
Και μου λείπει το βασικό συστατικό της ένωσης
Ο ήχος που κάνει το μυαλό σου όταν σκέφτεται
Ανοίγω όλα τα ντουλάπια
Τα συρτάρια
Ανακατεύω τα μαχαιροπήρουνα
Ο ήχος πουθενά
Πουθενά
Πουθενά
Πουθενά
Απελπίζομαι
Και λίγο παρακάτω θα μετακομίσω την ενέργειά μου στο Σύμπαν
Να ψάχνω τον ήχο από ψηλά
Σε άλλη διάσταση
Γιατί σε αυτή μπερδεύεται ο ήχος σου με τους υπερήχους και τους απόηχους
Που είσαι
Που είσαι
Που είσαι…

12.3.15


10.3.15

Cables


Φτάνω στο σπίτι
Ανεβαίνω τις σκάλες
Πάντα τις ίδιες σκάλες εδώ και χρόνια
Μετράω τα σκαλοπάτια ένα-ένα
Πάντα τα ίδια σκαλοπάτια
Ένα-δύο-τρία-τέσσερα
Και στο δεκαέξι πάει ο ένας ο όροφος
Και ένα-δύο-τρία-τέσσερα-πέντε
Και στο δώδεκα μπουρδουκλώνομαι και τσακίζομαι
Σπάω τα πόδια και τον σβέρκο μου
Φτάνω στο ένα ξανά
Λίγο, τόσο λίγο έμεινε για το μηδέν
Φτουγαμώτο
Το παίρνω από την αρχή με σπασμένα πόδια
Μπαίνω σπίτι
Ο σκύλος κάνει σλουρπ σλούρπ
Ο σκύλος είναι η μοναδική αγάπη
Ίσως γιατί δεν έχει ανθρώπινη ιδιότητα
Προσπαθώ να αποποιηθώ την ιδιότητά μου
Μπας και απαλλαγώ από την ανθρώπινη μπίχλα
Μπας και μοσχοβολήσω σκυλίλα
Μα είναι ανώτερος μου
Και δε τον φτάνω
Στην επόμενη ζωή μου θα είμαι σκύλος
Το ξέρω γιατί πέφτω στα τέσσερα
Και του κάνω γουφ μου κάνει γουφ
Μιλάμε με τις ώρες εκεί στα τέσσερα
Με τα μυαλά μας
Βάζω τα χέρια μου και πιάνω τα μυαλά μου
Τα μαλλιά μου
Τα μυαλά μου
Μετά τον παίρνω από το χέρι
Ανοίγω το μπουκάλι
Τελευταία ποτήρια κι εγώ ακόμα δε πληρώθηκα
Πάμε να ελέγξουμε και πάλι τα καλώδια
Πιστολάκι, τηλεόραση, ψυγείο, πλυντήριο,  μικροκύματα
Ψάχνω εναλλακτικές
Μπαίνω στα μικροκύματα να γίνω μικροκύμα
Βάζω το κεφάλι μου, βάζω το χέρι μου και λίγο από το σώμα μου
Δε χωράω, πάλι δε χωράω
Πως μεγάλωσα τόσο από τότε που ήμουν βλαστοκύστη
Τότε χωρούσα παντού
Καμιά φορά πιάνω τον εαυτό μου να ελπίζει
Σε μεγάλους έρωτες και τεράστια φιλιά
Και ζητάω αγκαλιά
Μου ρίχνω δυο χαστούκια και συνέρχομαι
Βγήκα από την απομόνωση και πέταξα για λίγο
Έφαγα λίγη ελπίδα στα μούτρα
Πιο δυνατή από τα χαστούκια μου
Και τώρα που γύρισα πίσω στη σκατίλα
Μου βρωμάει περισσότερο
Θέλω χρόνο να συνηθίσω την μυρωδιά
Για να μη τη μυρίζω
Και ως τότε αναπνέω με το στόμα
Και αναγουλιάζω και ξερνάω
Και γυρίζω στα καλώδια
Τεντώνω καλώδια
Τυλίγω καλώδια
Κόβω καλώδια
Ενώνω καλώδια
Λάμπω και πάλι από χαρά
Ευτυχώς υπάρχουν τα καλώδια
Εκείνα με το ξεθωρί το χρώμα
Ευτυχώς που ζω στον κόσμο της ΔΕΗ και υπάρχουν καλώδια
Ευτυχώς που ζω στον  χαχαχα πολιτισμένο κόσμο των καλωδίων
Σκέψου να μην υπήρχαν, τι θα έκανα
Τι θα έκανα
Τι θα έκανα
Τι θα έκανα…



9.3.15

Scream


7.3.15

Unfathomable

Με διάθεση που κοιτάζει τον πάτο ασκαρδαμυκτί
Φτιάχνω πλεξούδες στις παιδικές μου κούκλες
Και στα ανύπαρκτα μακριά μαλλιά μου
Πετάω άδεια μπουκάλια στην ανακύκλωση 
Όπως κάνω με τα άδεια συναισθήματα
Το Ολόκληρο χάνει την Ολοκληροσύνη του
Το Σπουδαιότερο τη Σπουδαιοσύνη του
Από το πριν στο σήμερα δέκα αιώνες δρόμος
Σύντομα και αυτοκτoνικά περνούν οι μέρες
Που όλα λείπουν
Μασουλάω περασμένες ευτυχίες
Ξερνάω μεγαλόλογα στερημένα
Θέλω μαγεία και μαγεία πουθενά
Όλα λίγα, λιγοστά
Και δε μου φτάνουν.
Δεν υπάρχουν δικαιολογίες.
Γιατί η Μεγαλοσύνη ξεπερνά τα πάντα
Μόνο αν υπάρχει.

6.3.15

Staringly

Ο κόσμος γυρίζει γύρω από τον άξονά του
Κι εγώ γύρω από τον δικό μου
Γίνομαι εγωκεντρική
Στροβιλίζομαι
Με ένα ποτήρι αλκοόλ στο χέρι
Και πίνω στροβιλισμένη
Χλευάζοντας
Τους ακίνητους
Που μοιάζουν παλουκωμένοι
Πάνω στον άξονά τους
Και κάνω φούρλες και χορεύω
Και ζαλίζομαι
Και συναντώ στροβιλιστές
Που μεταξύ μας μοιάζουμε ακίνητοι
Γιατί όλοι κινούμαστε
Τα μυαλά μας κινούνται
Και γινόμαστε οι πιο βαρετοί
Από όλους τους βαρετούς του κόσμου
Βαρετοί για όλους εκείνους που χλευάζουμε
Για όλους εκείνους από τους οποίους χλευαζόμαστε εμείς.

9.2.15

Prick

Μια φορά κι έναν καιρό, πήρα ένα δάνειο για να φτιάξω το ερειπωμένο σπίτι του παππού για να γινει κατοικήσιμο. Πέρασαν καμιά δεκαριά χρόνια από τότε. Τα πράγματα αλλάξανε, ο μισθός μου έπεσε, η δόση όσο πήγαινε και με έσφιγγε, αρχίζω να μη πληρώνω. Μια βροχερή Δευτέρα του Γενάρη, με παίρνει η τράπεζα και «Κυρία Μαρία, ενώ η συνεργασία μας τόσα χρόνια ήταν εξαιρετική, τώρα παρατηρούμε μια σημαντική ασυνέπεια στις υποχρεώσεις αποπλήρωσης.» μου είπε μια αυστηρογκεσταπίτικη φωνή. «Δεν έχω κυρία μου» απάντησα στη φωνή. «Ναι, μα η τράπεζα δεν είναι Φιλανθρωπικό ίδρυμα ξέρετε… και το σπίτι σας είναι υποθηκευμένο μη ξεχνάτε…» μου ξαναείπε το ρομποτοειδές. «και το σπίτι μου είναι υποθηκευμένο, και ο δεξής μου νεφρός επίσης υποθηκευμένος είναι. Διαλέχτε και πάρτε» της απάντησα. «Κυρία Μαρία, δεν είστε σε θέση να ειρωνεύεστε.» μου ξανά είπε. «Είμαι σε τέτοια θέση που μπορώ να κάνω ότι θέλω. Αλλά δε σας ειρωνεύομαι. Θα σας ειρωνευόμουν αν σας έλεγα πως είναι υποθηκευμένο στην τράπεζά σας το αριστερό αρχίδι του παππού μου, οπότε μπορείτε να πάρετε αυτό.» της απάντησα. «Ρίχνετε το επίπεδο» μου είπε. «Ρίχνετε τη ζωή μου» της είπα, και συνέχισα «Δεν είμαι ΚΛΕΦΤΡΑ σαν εσάς, ούτε θέλω να σας φάω τα χρήματα. Δεν είμαι ΑΝΗΘΙΚΗ, έχω ένα χρέος που δε μπορώ να αποπληρώσω ότι και να κάνω...» Θέλετε το σπίτι μου; Θέλετε τον νεφρό μου; Μήπως θέλετε το αρχίδι του παππού μου; Πάρτε. Πάρτε κόσμε. Πάρτε και φάτε τους νεφρούς και τα αρχίδια μας. Φάτε και τους βολβούς των ματιών μας αν θέλετε, με λίγο αλατάκι και λευκή σάλτσα σαμπάνιας γίνονται γκουρμεδιές. Φάτε, φάτε και ακροδάχτυλά μας. Τα μόνα που δε μπορείτε να φάτε είναι τις ιδέες μας, τις αξίες μας, την αγάπη μας για τα ιδανικά μας. Ανηθικότητα είναι να έχεις και να μην είσαι συνεπής. Ανηθικότητα είναι να αυτοκτονεί ο γείτονάς σου κι εσύ να πίνεις αφρώδη οίνο και σαμπάνιες στην υγειά του κορόιδου που πέθανε από το κρύο. Ανηθικότητα είναι να κλέβεις για να αποκτήσεις περισσότερα. Ανηθικότητα είναι να σε κάνουν να πεινάς κι ας μη το λες ποτέ και πουθενά από αξιοπρέπεια και μόνο. Να πάρετε την τρομοκρατία σας και να τη βάλετε στον κώλο σας αρχίδια.



Υ.Γ. Η ιστορία είναι βασισμένη σε αληθινά γεγονότα. Οποιαδήποτε ομοιότητα με πρόσωπα ή καταστάσεις δεν είναι συμπτωματική.

8.1.15

Moires


Φωτιά και δύναμη
Καρδιά, τρελή κι αδύναμη
Στον κόσμο που ‘ρθαμε
Χορτάσαμε γκρεμό…

\