6.6.10

#)_(ΟΕ:)#)

Με σβηστά τα φώτα θα σου γράψω. Όπως τότε που σε περίμενα να έρθεις από την Αθήνα. Φοβόμουν να βγω στο φως μη και η λάμψη κάνει σκοτεινή τη στιγμή μου.
Άναψα κεριά και κάτι λαμπάκια που πήραμε από το Ναύπλιο μια Μεγάλη Παρασκευή. Πορτοκαλί και κόκκινα σκούρα. Μοιάζει με Φθινόπωρο και Άνοιξη. Τη δεύτερη Άνοιξη και το τρίτο Φθινόπωρο.
Ακούω νερά να πέφτουν στη μπανιέρα. Και βήματα στο ταβάνι του από κάτω μας και στο πάτωμα το δικό μας. Όχι το αντίστροφο, είμαι σίγουρη. Στο μπαλκόνι η μέλισσα που έφτιαχνε κυψέλη μας εγκατέλειψε επειδή δε της άρεσε το μέρος που τοποθετήσαμε το σπίτι της επειδή δε μας βόλευε. Κι εκείνη έφυγε. Αλλά εμείς μείναμε δυο χρόνια μετά να ακολουθούμε την αδιάκοπη ροή της ζωής μας και να μεγαλώνουμε μέσα σε αυτή και να αλλάζουμε μέρα με τη μέρα χρώματα, μια πορτοκαλί, μια κόκκινο, μια καφέ, μια πράσινο. Που και που κίτρινο. Και μερικές φορές βιολετί. Το μαύρο δε το υπολογίζω. Αδυνατίζει, λένε, μα ο Έρωτας είναι τόσο κομψός που δε χρειάζεται χρώματα να τον ‘‘ κόβουν’’. Κι εμείς, οι Εραστές του, κομψότεροι από όλα τα παχιά λόγια που απλά γεμίζουν με λίπος τις αρτηρίες του Έρωτα μέχρι εκείνος να πεθάνει, και πριν γίνουν τα σαράντα του οι Εραστές αρνήθηκαν, συμβιβάστηκαν, πέθαναν χωρίς να βρωμάνε γιατί ακόμα δε το ξέρουν πως έγιναν ζωντανά πτώματα που σαν τους βρικόλακες ζουν με φθόνο για τις ζωές των άλλων και απομυζούν το αίμα τους με μισαλλοδοξία και μιζέρια.
Σιωπή από το μπάνιο. Σε κοιτώ πίσω από τον τοίχο να στέκεσαι μπροστά στον καθρέφτη και να ξυρίζεσαι. Θυμάσαι τότε που γέμισα αφρούς ακόμα και στη μύτη επειδή ζήλευα τη στιγμή που μοιραζόσουν χωρίς εμένα; Έτσι έβαλα κάτω τη στιγμή και τη μοίρασα στα δυο. Κι εσύ γελούσες δυνατά κι εγώ δυνατότερα. Και να τώρα που στέκεσαι απέναντί μου με την πετσέτα γύρω από τη μέση σου να με κοιτάς κι εγώ να στέκομαι απέναντί σου φορώντας τη μπλούζα σου να σε κοιτώ. Τυχαία σε συνάντησα. Και να που τώρα φορώ τις μπλούζες σου…

Φωτό: http://toiabates.deviantart.com/gallery/#/d11ngjg
Κυριακή 06/06/10 22.32