17.12.07

Φεύγοντας...

-Μίλα μου…
-Τι να σου πω;
-Αυτή η σιωπή σου "τρυπάει" τ’ αυτιά μου…


Εκείνος κατέβασε το κεφάλι. Ήξερε πως η Μαρία έχει δίκιο. Πάει καιρός που εκείνη του ζητάει να συζητήσουν. Εκείνος όμως φυγομαχεί και μάλιστα με άκομψο τρόπο. Και αυτό κάνει τη Μαρία να φλέγεται από θυμό. Σαν να ‘‘γρατζουνάει’’ κάποιες χορδές στο μυαλό της και τις κάνει να πάλλονται ακατάστατα. Πήγε να σηκωθεί απότομα από τον καναπέ. Ένιωσε πως δεν έχει με τίποτα να ασχοληθεί πια μέσα σε εκείνο το δωμάτιο. Έβαλε τις παλάμες της στα γόνατα. Μια σκέψη την έκανε να σηκωθεί δύσκολα. Μια κούραση συσσορεύτηκε και ήρθε να αράξει στους ώμους της. Σηκώθηκε και χωρίς να μιλήσει έφυγε από το δωμάτιο και κατευθύνθηκε προς το γραφείο. Εκεί είναι το μόνο μέρος που οι σκέψεις της παίρνουν φωνή και εκφράζονται μακριά από αδιάκριτα βλέμματα και ανούσιες τυπικές ερωτήσεις…

Άναψε το μεγάλο κερί που βρισκόταν στο πάτωμα και αμέσως φώτισε ο κόσμος της. Έβαλε λίγη απαλή μουσική και άφησε την φαντασία της να καλπάσει στα πιο πράσινα λιβάδια της φαντασίας της. Θα ήθελε να βρισκόταν κάτω από έναν καταρράχτη και να λούζεται. ‘Η σε κάποιο ξύλινο δωμάτιο ενός καταφυγίου μπροστά στο τζάκι πίνοντας κόκκινο ημίγλυκο κρασί διαβάζοντας ή γράφοντας. ‘Η απλά απολαμβάνοντας αλλόκοσμες εικόνες.

Κάποιοι στίχοι απο το τραγούδι ήρθαν και αναταράξαν λίγο τα νερά της ήσυχης λίμνης που κοιτούσε.

"Nothing to win nothing left to to loose"
Σαν λιβελούλα που πετούσε πάνω από τη λίμνη απολαμβάνοντας τις μοναδικές είκοσι τέσσερις ώρες ζωής που έχει και πετάχτηκε αιφνιδιασμένη από το κύμα που προκάλεσε η πτώση ενός βότσαλου μέσα στη λίμνη, τινάχτηκε και η Μαρία και σκέψεις αυτογνωσίας έκαναν την παρουσία τους αισθητή. Δεν ήρθαν τώρα. Υπήρχαν. Απλά παρέμεναν σιωπηλές, περιμένοντας, θαρρείς, μια συμφωνία από το Σύμπαν πριν αρχίσουν να χτυπούν δυνατά τα πόδια τους στο πάτωμα με ρυθμό για να υπενθυμίσουν ή να δηλώσουν πως βρίσκονται ήδη απέναντι της και ας πάλευε εκείνη να τις κλείσει μέσα στο κουτί της λησμονιάς. Ούτε κι
εκείνη ήταν σίγουρη για το αν τον αγαπούσε πια…

Άρχισε να σκέφτεται. Να σκέφτεται τόσο πολύ που το μυαλό της μούδιασε. Σηκώθηκε όρθια. Κοίταξε το ρολόι της. Ήταν εννιά το βράδυ. Τίναξε απαλά τους ώμους της να διώξει ό,τι περιττό κουβαλούσε μέχρι σήμερα. Ό,τι δεν της άνηκε και το κουβαλούσε επειδή κάποτε αποφάσισε να υποχωρήσει. Βγήκε από το γραφείο. Έριξε μια ματιά γύρω της. Όλα ξένα και ψυχρά. Άοσμα. Άγευστα. Ανέβηκε ως το υπνοδωμάτιο της. Άνοιξε τη βαλίτσα και έβαλε μερικά πράγματα μέσα. Όχι τόσο πρακτικά, όσο αναμνήσεις μιας μικρής ζωής πλάι σε εκείνον. Δε μπορούσε να τον κατηγορήσει που έπαψε να την αγαπάει!

Κατέβηκε τη μεγάλη ξύλινη σκάλα. Έφτασε μπροστά του. Του χάιδεψε απαλά το πρόσωπο, του χαμογέλασε και κίνησε προς την ξύλινη εξώπορτα που οδηγούσε έξω από το μεγάλο σπίτι της που όσο μεγάλο ή μεγαλύτερο και να ήταν δε θα έκανε τη φυλακή της πιο άνετη.

-Μαρία…;
-Μη πεις τίποτα. Όχι τώρα.
-Μη φεύγεις…
-Έχω φύγει εδώ και χρόνια…
-Κάθισε να μιλήσουμε.
-…
-Μίλα μου.
-…
-Αυτή η σιωπή σου, Μαρία, μου "τρυπάει" τ’ αυτιά

Τον φίλησε απαλά κι έκλεισε την πόρτα πίσω της διεκδικώντας το δικαίωμα να βρεθεί κάτω από εκείνον τον καταρράχτη ή σ' εκείνο το καταφύγιο που λίγες στιγμές πριν φιλοξενούσαν τα πιο φανταστικά ταξίδια της…


Δευτέρα 17/12/07 21.46

φωτο:http://cnv.deviantart.com/art/Prison-133706927