26.9.11

Α/Α Κάτω τεταρτημόριου κνήμης-περόνης

Ο καιρός χάλασε τα τελευταία εικοσιτετράωρα κι εγώ θέλω να μη γίνομαι αντιληπτή και να  κρυφτώ από τον ήλιο, να γίνω ημιδιάφανης για να μπορώ να εντοπίζομαι παρά μόνο από τα μάτια που θέλω. Το πρωί γύρω στις έντεκα και κάτι με έπιασε δύσπνοια και άρχισα να κλωτσάω ότι βρω για να επιστρέψω πίσω στην ύπαρξή μου. Κουβαλάω τρεις σταγόνες ζωής μέσα μου και τις φωτογράφισα για να της θυμάμαι για πάντα. Τα μάτια μου διαρκώς γεμίζουν σκουπίδια και κλείνουν για ώρες και βλέπω όνειρα κι έπειτα ξυπνάω και ψάχνω μορφές που θα έπρεπε να υπάρχουν αλλά δεν υπάρχουν, τις ψάχνω, γεμίζω κάτι αναπάντητες κι έπειτα περιμένω να εξαφανιστώ. Σε δυο μέρες ετοιμάζω ταξίδι, τα χαλιά έμειναν άπλυτα, όταν θα επιστρέψω θα είναι λίγο πριν το βαρύ φθινόπωρο, θα είναι άπλυτα ακόμα αλλά δε μπορώ πια να τα πλύνω γιατί είναι βαριά, πιο βαριά από μένα και, παρόλο που είχα υποσχεθεί στον εαυτό μου να κάνω την υπέρβαση και να με ανταμείψω σε ευρώ πλένοντας τα μόνη μου, έκανα ένα μπάτσελορ πριν την αλλαγή της καινούριας μου ζωής κι έτσι και πάλι δεν έκανα τίποτα. Το πρωί έψαχνα το ίδιο μπλουζάκι που είδα χτες αλλά σήμερα δεν υπήρχε και πιθανολογώ πως κάποιο ζωάκι που κρύωνε μπήκε στην κρεβατοκάμαρα μου και το πήρε για να ζεσταθεί. Όταν θα γυρίσω όλα θα είναι αλλιώς.
Η τηλεόραση έχει μεταμορφωθεί σε χωματερή άδοξων ανέλπιδων νέων, είναι ο γιατρός που έρχεται με σκυμμένο κεφάλι κάθε μέρα να σου υπενθυμίσει πως άλλη μια μέρα ζωής ξημερώνει, αλλά αν τον ρωτήσεις ‘‘Γιατρέ μου πόσος καιρός μου απομένει;’’ θα σε κοιτάξει κατάματα, αλλά θα σου πει πως δε γνωρίζει-τώρα πια ξέρει μόνο ο θεός. Είναι το δελτίο ειδήσεων των οκτώ κι εδώ και πέντε λεπτά γράφω και νιώθω τρομοκρατημένη και αναρωτιέμαι πως γίνεται να διαμορφώσω τις ανάγκες μου με τα δεδομένα, πώς να βάλω τη ζωή μου σε στεγανά και αν τελικά αυτά τα στεγανά είναι αρκετά για να περιγράψει μια φορά πριν την τελευταία για να με στηρίξουν ολόκληρη. Έχω μια συνήθεια να γράφω ασυνάρτητα κοιτώντας τηλεόραση εδώ και δύο βδομάδες, αφήνω το υποσυνείδητό μου να εκφραστεί, του δίνω φωνή, το ακούω κι έπειτα καθόμαστε τα πρωινά και πίνουμε καφέ και συζητάμε και μένω έκπληκτη με τον τρόπο σκέψης του και προσπαθώ να παραλληλίσω την ζωή μου με τη ζωή του υποσυνείδητού μου και κάποιες φορές τα καταφέρνω αλλά μερικές φορές νομίζω πως μιλάω με το υποσυνείδητο κάποιου άλλου ανθρώπου. Το ενδιαφέρον μου κορυφώνεται όταν αγοράζω πασατέμπο και παρακολουθώ συζητήσεις ασυνείδητου και υποσυνείδητου. Είναι ότι πιο αλλόκοτο μου έχει συμβεί σε εμπειρία. Έχω πιάσει το νόημα και απλά σωπαίνω και αφήνω τον διττό εαυτό μου να αναπλαστεί και να εξελιχτεί. Και όλα αυτά ένα Σάββατο. Αλλά σήμερα ξημέρωσε Δευτέρα.
Έχει συννεφιά και μάλλον σε κάποιον την έσπασα πρωί πρωί με τις αποφάσεις μου να μείνω άλλη μια, δυο μέρες, διάλογοι μονολεκτικοί έτοιμοι να αρπάξουν φωτιά και να κάψουν τα κλειστά πατζούρια για να μπει το σύννεφο και μια πόρτα κλείνει πίσω μου με δύναμη και κάτι μουρμουρητά.
-Τι θες;
-Κάνε ό,τι θες.
-Δε μπορείς να μου πεις τι θες;
-Ό,τι και να σου πω θα κάνεις αυτό που θες.
Και φαίνεται μια ειρωνεία στο σκοτεινό μου δωμάτιο να φωτίζεται ψηλά και δεξιά στο ταβάνι. Αυτό που ήθελα ήταν να μάθω τι θες. Αδιαφορία για το οτιδήποτε και η μόνη συνέπεια κρύβεται στο όπλο στη σοφίτα δίπλα στην τηλεόραση κάτω από το παράθυρο. Τα φυσίγγια είναι γεμάτα με λέξεις ενοχής, οι μόνες που ειπώνονται, και είναι η μόνη συνέπεια που κυκλοφορεί ασύλληπτη μέσα στο σπίτι. Σουλατσάρει δεξιά και αριστερά, αφήνει πατημασιές δρομολογημένες για να μη χάσουν το δρόμο τους οι επόμενες ενοχές. Το σπίτι θέλει σκούπισμα και σφουγγάρισμα αλλά δε μπορώ να κάνω ούτε το ένα ούτε το άλλο. Μου το απαγόρεψε ο γιατρός για μερικές μέρες και είναι η καλύτερή μου.  Σήμερα έμαθα γιατί πεθαίνουν τα λουλούδια μου. Είναι που γεννιέμαι από μέσα μου. Υπάρχει τόση ζωή μέσα μου που δε χωρούσε σε αυτό το σπίτι κι έτσι κάποιοι θυσιάζονται για να υπάρχει αυτή που κυοφορώ.
Σςςςςς…. Έξω έχει τόση σιωπή για Δευτέρα πρωί που τρομάζω˙ νομίζω πως όλος ο κόσμος έπαψε να υπάρχει γύρω μου, νιώθω μόνη, κάνω κύκλους και τώρα που το σκέφτομαι είμαι πιο ελεύθερη από ποτέ και κρεμάω πανό για πάρτι μοναξιάς και προσκαλώ όλους εκείνους που δε πρόκειται να ‘ρθουν για να μείνω ακόμα πιο μόνη. Δοκιμάζω τις αντοχές μου, φεύγω, φεύγω και πάλι, πάνω να περάσω δυο βδομάδες μόνη μου σε ένα τεράστιο άδειο σπίτι που μου προκαλεί φόβο και δέος, θα είμαι μόνη μου σε ακτίνα εκατοντάδων μέτρων δε θα υπάρχει ψυχή ζώσα γύρω μου και αν φωνάξω βοήθεια, άραγε θα με ακούσει κανείς; Τρέμω λίγο εσωτερικά, ίσως φταίει εκείνο το λευκό ψυχιατρείο που έβλεπα χτες στον ύπνο μου επηρεασμένη από τον ξύπνιο μου, και κάτι σκάλες που ανέβαινα και κατέβαινα με φόρα χωρίς να ξέρω ούτε γιατί τις ανεβαίνω ούτε γιατί τις κατεβαίνω. Δε θυμάμαι την πρόθεση και τον προορισμό μου. Θυμάμαι μόνο την αγωνία μου, τον φόβο μου, θυμάμαι έναν ήχο τραγουδιού να με βοηθάει να ξυπνήσω κι επιτέλους λυτρώθηκα ανοίγοντας τα μάτια μου. Θέλω να κουρνιάσω σε αγκαλιά, θέλω να νιώσω λίγη τρυφερότητα, πάνω μου πέφτουνε χέρια ροζιασμένα και σκληρά, εκνευρίζομαι που με πονάνε, θέλω λόγια μελιστάλακτα σε πραγματικό χρόνο και οι ανθρωποώρες μου σπαταλούνται πάνω στον καναπέ σωπαίνοντας και μένοντας γυμνές. Γελάω και χαμογελάω, όλα είναι τέλεια, όλα είναι καλά, όλα βαίνουν εξαιρετικά, τι άλλο να θέλω από τη ζωή μου-;- και η ειρωνεία η πρωινή έρχεται και ανενόχλητη πίνει καφέ από την κούπα μου και ρουφάει τις γουλιές μου που τις παίρνει εγωιστικά χωρίς να ρωτάει λες και τις ανήκουν. Άνθρωποι που ζουν με την εικόνα μου, μου λένε πως τα καταφέρνω και ανταπεξέρχομαι και είμαι πάντα η χαρά του κόσμου-πάσχω απο χαμοελαστή κατάθλιψη- κι εγώ θέλω να τους φτύσω λες και φταίνε αυτοί που βλέπουν την εικόνα που τους πασάρω για ζωή. Προσποιούμαι από άμυνα. Ή δικαιολογούμαι από ανασφάλεια. Δε ξέρω.
Περνάω μερικές πόρτες ξύλινες για δοκιμή για να δω που φτάνει το ύψος μου για να μη πηδήξω περισσότερο από αυτό και χαθώ στη στρατόσφαιρα. Όλα γύρω μου είναι περιτριγυρισμένα από σύννεφο και ο Αχιλλέας χτες μου είπε πως ο ήλιος είναι ζωή και του απάντησα και το νερό επίσης. Θέλω να ζήσω σε κλίμα τροπικό, θέλω τυφώνες και καταιγίδες τροπικές, θέλω κατακαλόκαιρα με μπόρες, θέλω τον φάρο εκείνο για σπίτι μου και δε μου τον δίνει κανείς, θέλω οι τυφώνες να βουίζουν έξω κι εγώ να είμαι μέσα στον φάρο σε μια κυκλική πορεία, σε μια δύνη, να νιώθω πως βρίσκομαι στο μάτι του κυκλώνα όπου έξω από την ύπαρξή μου γίνεται το έλα να δεις αλλά εγώ έχω το πλεονέκτημα να παρακολουθώ με μια κούπα ζεστό καφέ την απόλυτη θάλασσα που μόνο τον χειμώνα με γοητεύει τόσο όταν είναι εξαγριωμένη και δυνατή, τόσο δυνατή που μπορεί να φάει και βράχους ολόκληρους-εσύ μπορείς; 

Η Άννα έχει ειδικότητα
Συνομοσιολόγου και
Μου είπε πως οι
Τηλεοράσεις είναι
Δέκτες που ακόμα
Και όταν είναι κλειστές
Μπορούν να παρακολουθούν
Τις συνομιλίες μας κι έτσι
Να μη λέμε πολλά για το
Μαγαζί με τα γλυκά της
Γιαγιάς της
Που θα ανοίξει στην
Piazza Venezia

21.9.11

Γιουβαρλάκια αυγολέμονο

Κυκλοφορεί ένας θάνατος στο μπαλκόνι μου. Τα λουλούδια μου πεθαίνουν το ένα μετά το άλλο χωρίς προφανή λόγο. Η απόσταση που διανύει το προφανές από το υποκειμενικά φαινομενικό απέχει όσο ο γαλαξίας από το υπόλοιπο Σύμπαν. Μερικές μελανιές στο ασυνείδητο μου σώμα, είναι η απόδειξη πως το προφανές και το υποκειμενικά φαινομενικό, αγγίζεται μόνο μέσω ενός αστρικού ταξιδιού με προορισμό το δωμάτιο πανικού του μυαλού μου. Εκεί έχω το ονειρεματοκιβώτιό μου και όποτε κάποιος εισβάλει στη ζωή μου με βία τρέχω και χώνομαι εκεί, κλείνω εισόδους και εξόδους, βάζω τον κωδικό μου, ανοίγω το ονειρεματοκιβώτιο και διαλέγω ποιο όνειρο με κάνει να νιώθω ασφαλής. Το κάνω μπάλα και παίζω στους ατσαλένιους τοίχους μου αφήνοντας από έξω την καταστροφή να κυνηγάει κάτι για να τραφεί. Να γίνει δυνατή, δυνατότερη, αλλά όχι πιο δυνατή από τους ατσαλένιους τοίχους μου.
Βρέχει και λυτρώνομαι. Χτες το βράδυ κοιμήθηκα βαθιά, πολύ βαθιά, τόσο βαθιά που χάθηκα μέσα στους κεραυνούς και τα μπουμπουνητά και σώπασα. Πετάχτηκα όρθια μέχρι το ταβάνι και άλλαξα πλευρό εκεί πάνω, κι έμεινα να βλέπω τη ζωή μου να εξελίσσεται μέσα στο πορτοκαλί ριχτάρι που σκέπαζε απροσάρμοστα το σώμα μου. Τα βράδια ξαπλώνω στον καναπέ και τραβάω το ριχτάρι που σκεπάζει την πλάτη του καναπέ και με σκεπάζω. Κι έτσι με παίρνει ο ύπνος. Και μένω εκεί, ακίνητη για να μη ξεσκεπαστώ και κρυώσω. Ο καναπές αυτός μοιράστηκε ολόκληρη την ενήλικη ζωή μου κι έχουμε πει τόσα μυστικά ο ένας στον άλλο που αν πρέπει να τον αποχωριστώ κάποια στιγμή πρέπει να τον ορκίσω να μη πει τίποτα ή να βρω έναν τρόπο να τον δεσμεύσω με ένα απόρρητο αψυχολόγητου καναπέ για να μη με αφήσει χωρίς μυστικά και χωρίς ζωή. Μοιάζω να ταξιδεύω πάνω του έντεκα χρόνια πριν, να γίνομαι εικοσιένα, να βουλιάζω στα μαξιλάρια του κι έπειτα να βάζω το πρόσωπό μου μέσα του και να κλαίω για κάθε μη απτή πραγματοποίηση, απογοητευμένη. Νιώθω τρία γράμματα να με βάζουν από κάτω και να με ποδοπατάνε με μανία κι εγώ νιώθω απογυμνωμένη και αδύναμη ενώ ταυτόχρονα έχω στιγμές απεριόριστης δύναμης που με κάνουν να μπορώ να καταστρέψω τον κόσμο και, πριν καταστραφώ κι εγώ, να τον αναδομήσω από την αρχή με τα χέρια και τα νύχια μου. Είναι οι στιγμές της απόλυτης οργής και το αμέριστου θυμού μου. Εκείνες τις στιγμές γίνομαι η ίδια τοίχος από ατσάλι στο δωμάτιο πανικού μου και χτίζομαι ενσωματώνοντας την ύπαρξή μου με το μπετόν. Αν κοιτάξεις βαθιά μέσα στα μάτια μου εκείνη την ώρα δε θα βρεις επιφάνεια να πατήσεις και θα βουλιάξεις. Μόνο μη λυγίσεις. Αν λυγίσεις, λύγισα. Και θα γυρίσω ηττημένη κλαίγοντας, πάλι  πίσω στο κορμί μου και τα μάτια μου θα αποκτήσουν και πάλι βάθος και θα πατήσεις και θα σωθείς. Και η συνομωσία ανάμεσα στην θυμωμένη οργή και στην ηττημένη μου ύπαρξη συνεχίζεται μέχρι τη στιγμή που ποτέ πια δε θα είναι αργά είτε για να θυμώσω, είτε για να ηττηθώ, ή θα είναι πολύ αργά και για τα δύο. Έξω μπουμπουνίζει και περιμένω την επόμενη αστραπή με τη μύτη κολλημένη στο τζάμι και την ανάσα μου να θολώνει το γυαλί. Και όταν γίνει αρκετά θολό, φτιάχνω σχέδια με το δάχτυλο τέτοια που θα μείνουν εκεί αόρατα και θα εμφανίζονται με κάθε τυχαία ή σκόπιμη ανάσα. Είναι τα λεγόμενα μαγικά σχήματα που είναι αόρατα κι όμως υπάρχουν. Όταν τα βαρεθώ θα πάρω πανί και νερό και θα τα σβήσω, γιατί μόνο έτσι παύουν να υπάρχουν, και ίσως με μια καινούρια ανάσα να φτιάξω καινούρια σχέδια. Κι έτσι κολλημένη στο τζάμι περιμένοντας την αστραπή των δώδεκα και τέταρτο θα βρω την ευκαιρία να ταξιδέψω ηλεκτρισμένη για όσο διαρκεί ένα ‘‘πάντα’’ πάνω από τα σύννεφα, για να δω από ψηλά όλα εκείνα που φαίνονται τόσο μικροσκοπικά που σχεδόν δεν υπάρχουν. Γράφω εκτονωμένη ασταμάτητα και γράφω διαφορετικά πράγματα από εκείνα που είχα σκοπό εξ’ αρχής να γράψω και αυτό γιατί ήδη τα ξέχασα -με λένε μνήμη αποσπώμενη από την κάρτα του μυαλού μου- κι έτσι φοβάμαι να κλείσω γιατί αν κλείσω θα κλειστώ για βδομάδες πάλι κι έτσι το μυαλό μου θα στερέψει από λέξεις και τα βράδια θα λέω λέξεις άλεξες δίχως ήχο και θα ξεχάσω τη γλώσσα μου αλλά δε βαριέσαι εαυτέ μου… θα μιλάμε με τα μάτια, τα χέρια και τις ανάσες μας. Και όποιος καταλάβει κατάλαβε…
Θέλω να γίνω απαλή
να πάψω να είμαι 
άκαμπτη
να μοιάζω σύννεφο
να μη μπορεί 
κανείς να με πιάσει
να γίνω νότα 
σαξόφωνου
που μόνο το
δύο της εκατό των 
ανθρώπων θα μπορούν
θα μπορούν
να με γευτούν
Εσύ;

8.9.11

Θα 'ρθει καιρός...

Θα 'ρθεί καιρός που θα αλλάξουν τα πράγματα. 
Να  το θυμάσαι Μαρία. 
Θυμάσαι Μαρία στα διαλείμματα εκείνο το παιχνίδι 
που τρέχαμε κρατώντας τη σκυτάλη 
-μη βλέπεις εμένα- μην κλαις. Εσύ εισ' η ελπίδα. 
Άκου θά 'ρθει καιρός 
που τα παιδιά θα διαλέγουν γονιούς 
δε θα βγαίνουν στην τύχη 
Δε θα υπάρχουνε πόρτες κλειστές 
με γερμένους απ' έξω 
Και τη δουλειά 
θα τη διαλέγουμε 
δε θά 'μαστε άλογα να μας κοιτάνε στα δόντια. 
Οι άνθρωποι -σκέψου!- θα μιλάνε με χρώματα 
κι άλλοι με νότες. 
Να φυλάξεις μονάχα 
σε μια μεγάλη φιάλη με νερό 
λέξεις και έννοιες σαν και αυτές 
απροσάρμοστοι-καταπίεση-μοναξιά-τιμή-κέρδος-εξευτελισμός 
για το μάθημα της ιστορίας. 
Είναι Μαρία -δε θέλω να λέω ψέματα- δύσκολοι καιροί. 
Και θαρθούνε κι άλλοι. 
Δεν ξέρω -μην περιμένεις και από μένα πολλά
τόσα έζησα, τόσα έμαθα, τόσα λέω 
Κι απ' όσα διάβασα ένα κρατάω μόνο: 
"Σημασία έχει να παραμένεις άνθρωπος". 
Θα την αλλάξουμε τη ζωή! 
Παρ' όλα αυτά Μαρία.  



Κατερίνα Γώγου



Όλο και κάτι θα 
συμβεί για να
αλλάξει ο κόσμος
μου...
Αρκεί να μη ξεχνάς...
...Μαρία...

1.9.11

Τασάκι με αποτσίγαρα

Το τελευταίο ηλιοβασίλεμα του καλοκαιριού πάντα με εντυπωσίαζε διαφορετικά από τα άλλα. Από τότε που γεννήθηκα σε άλλη ζωή θυμάμαι πως πάντα το κοιτούσα ακόμα κι αν χρειαζόταν να κάνω διαδρομή μια που το παλιό σπίτι έβλεπε στη φλαμουριά και στις απέναντι οικοδομές. Περιμένω καρτερικά εκείνη τη βροχή την πρώτη του φθινοπώρου, μια δυνατή καταιγίδα να με παρασύρει ως τις άκρες των βρόμικων δρόμων μαζί με τα βροχόνερα και να κυλίσω στο ρέμα απέναντι. Εκεί που όταν βρέχει ακούγεται σαν καταρράκτης και θυμάμαι την πρώτη ανάμνηση της ζωής μου.
-Μιλάς;
-Όχι.
-Τι κάνεις;
-Χάνομαι γιατί ρεμβάζω…
-…
Χαμόγελο.
Νιώθω μια ηρεμία συντριβής. Σαν να είσαι παρόν σε μια κατεδάφιση. Μηχανές που βογκούν, μπάζα που πέφτουν και σκονίζουν την ανάσα, καδρόνια να σπάνε κι έπειτα σιγή. Και ηρεμία. Κι έπειτα συντρίμμια. Κι ένα τίποτα κρεμασμένο στο χερούλι της εξώπορτας της όρθιας που με προκαλεί να της κάνω "μπου" και να πέσει. Πάντα γελούσα με το παιχνίδι του "μπου"
-Σε τρόμαξα, ε; Έλα πες την αλήθεια.
-Χέστηκα από τον φόβο μου, τι να σου πω.
Αλλά δεν έφταιγαν οι άλλοι που δε τρόμαζαν. Έφταιγα εγώ που ήμουν προβλέψιμη. Όπως και να έχει, τρόμαζαν δε τρόμαζαν εγώ γελούσα με τη φάτσα τους. Είτε την αιφνιδιασμένη-σπανιότατα- είτε εκείνη που αποτυπώνει το άκουσμα κάτι κρύου. Ειδικά με τη δεύτερη γελούσα πολύ. Αλλάζω… αργά ή γρήγορα αλλάζω. Κάποτε όταν έλεγα μαλακία ήταν ένας σοβαρός  λόγος για να μείνω κλεισμένη στο καβούκι μου για μήνες βουτηγμένη στα κόμπλεξ μου μέχρι πάνω από το φωτοστέφανό μου. Μέχρι να βγω για ανάσα και μετά άντε πάλι έλεγα μαλακία και κλεινόμουν. Ο χρόνος μου είχε πέντε ανάσες και τριακόσιες εξήντα ασφυξίες. Ενώ τώρα μου αρέσει τόσο να λέω μαλακίες! Είτε αμπελοφιλοσοφημένες-καλή ώρα- είτε μονοσύλλαβες.
Νυχτώνει νωρίς. Και σήμερα που πήγα να πάρω ανάσα έβαλα ζακέτα και παντελόνι. Ούτε που θυμάμαι πόσο καιρό έχω να βάλω παντελόνι μακρύ. Τόσο που μου έπεφτε και το κρατούσα για να μη πέσει και φανεί το βρακί μου. Το πατούσα με τα παπούτσια μου κι έπειτα δε νοιαζόμουν πέρα από το να μη πέσω. Ούτε πως λερωνόταν με ένοιαζε. Ούτε πως ήταν λευκό με αφορούσε. Μονό να μη πέσω με ενδιέφερε. Δε μπορώ να πέφτω κι άλλο. Μου φτάνουν οι φορές που μάτωσαν τα γόνατά μου. Έχω γεμίσει σημάδια. Θέλω ένα μαντζούνι που να φτιάχνει δέρμα παρακαλώ. Να το φοράω όταν τα σημάδια μου θυμίζουν πληγές αιμορραγούσες για καιρό. Ή να το φοράω για καλό. Πληρώνω όσο όσο από τον πρόσφατα περικομμένο μου μισθό. Μου αρέσει που νυχτώνει νωρίς. Ο χρόνος μου κυλάει σε άλλους ρυθμούς. Σκοτεινή και νυχτωμένη περιπλανημένη ανάμεσα σε σύννεφα και ανάσες, ανάμεσα στην κολακεία και την εκδίκηση σαν σκέψη που χάνεται όταν τα μάτια ανοίγουν και η τελευταία φράση ήταν ‘‘Να θυμάμαι τη σκέψη’’ που μόλις ξυπνάω χάνεται. Κουβαλάω την κατάρα της Ντόρις από γεννησιμιού μου. Πριν περάσουν δυο δεύτερα αφύπνισης ξεχνάω το ποια είμαι και χάνομαι. Αποθηκεύω τόσα στο υποσυνείδητο ασυνείδητα που στο τέλος θα γίνει τις πουτάνας εκεί μέσα και όταν αρχίζουν να πετάγονται οι τελευταίες σκέψεις πριν το άνοιγμα των ματιών δε θα ξέρω από πού να τις μαζέψω. Το μυαλό μου αρνείται να καταγράψει πληροφορίες κι έτσι γίνομαι και πάλι ενέργεια και ζω από την αρχή. Κάθε λεπτό. Και να δεις πως οι πρώτοι διάλογοι θα είναι
-Α! Γεια!
-Με κοροϊδεύεις; Με ξέρεις πολύ καλά!
-Εγώ; Εσένα; Σοβαρά;
-Ναι. Κι εγώ εσένα.
-Νομίζεις…
Σιχαίνομαι το κρύο. Και τον καύσωνα. Κι έτσι έχω σκοπό να νιώσω αυτό το Φθινόπωρο μέχρι το τελευταίο ετοιμοθάνατο κύτταρό μου. Και μπορεί να είναι το τελευταίο μου αλλά δε θα είναι, έχω μια ζωή να κουβαλήσω…



Θέλω να δω τα στρουμφ σε 3D για να δω πως
είναι να ζεις σε μανιτάρι.
Κι αυτή η συναυλία 
δεν παρακολουθήθηκε ποτέ….
Α! Και σήμερα άστραψε…