16.10.10

)**(

Είναι η εποχή που κάνω χατίρια. Σου λέω ‘‘Κλείσε τα μάτια’’ και ό,τι ζητήσεις βρίσκεται στα πόδια σου μετά το ’Άνοιξέ τα!’’ με πέντε εκατομμύρια θαυμαστικά στο τέλος. Όχι, δεν είναι που μ’ έπιασαν οι καλοσύνες μου, μη φανταστείς. Απλά, να, βρέχει εδώ και καμιά βδομάδα περίπου κι έγινα από Γυναίκα πηλός. Όπως τα κεραμίδια μας όπως είπες κι εσύ χτες. Βάλε με μέσα στις παλάμες σου και δώσε μου ό,τι σχήμα θες εσύ. Δώσε μου το σχήμα του χατιριού, ας πούμε. Εκμεταλλεύσου κάθε μόριο χώματός μου γιατί όταν βγει ο ήλιος θα γίνω και πάλι από νεράιδα μάγισσα και άντε να με πετύχεις στις καλές μου.
Σήμερα από το πρωί φτερνίζομαι, ο λαιμός μου έχει τσουκνίδες φυτρωμένες και τ’ αυτιά μου ακούν φωνές στο βάθος. Ανέβηκα τις σκάλες και πάνω που έβαζα το κλειδί στην πόρτα φτερνίζομαι δυνατά, κλείνω τα μάτια μου, τα τρίβω και τα ανοίγω μπροστά στη θέα μιας υπέροχης συρμάτινης μπάλας με κόκκινο ρεσώ  κρεμασμένη δίπλα σε μια άλλη ίδια από το ταβάνι. Όλο εκπλήξεις είσαι τελευταία, αλλά εγώ θα σου κάνω την καλύτερη και τη μεγαλύτερη κι ας μη το ξέρεις ποτέ σου.
Σήμερα πήγα στο δουλειά με καινούριο καθεστώς. Κι εσύ με κορόιδευες κι εγώ γκρίνιαζα πάλι κι εσύ πάλι κορόιδευες κι εγώ ξαναγκρίνιαζα. Το βράδυ έχω εφημερία και την περιμένω πώς και πως γιατί είναι η τελευταία. Να φύγει να περάσει, να τελειώσει, να μαλώσω με κάτι εναπομείναντα όνειρα που είχα αφήσει στο μαξιλάρι από την εφημερία της περασμένης βδομάδας, να τσουρουμαδίσω το μαλλί εκείνης της κυρίας που το όνομά της αρχίζει από Άλφα, να μαυρίσουν τα μάτια μου να μουρμουρίζω πέντε ώρες πριν τα μεσάνυχτα ‘‘Σε πέντε ώρες ξημερώνει Κυριακή’’ και μόλις πάει χάραμα να σηκωθώ, να αφήσω πίσω μου τη ζωή της προηγούμενης μέρας για να καλοδεχτώ εκείνη της επόμενης. Να μπω στο σκοτεινό σαλόνι της Κυριακής, να μπω στη σκοτεινή κρεβατοκάμαρά της, να χωθώ κάτω από το κυριακάτικο πάπλωμα και να σηκωθώ ένα πρωινομεσίμερο για να ξεκινήσω τη μέρα μου. Αν αργήσω να ξυπνήσω, στο τραπέζι θα έχει μια μπουγάτσα με κρέμα, μια με τυρί και δύο γάλατα με κακάο. Μη φας και τη δική μου όμως, γιατί όταν ξυπνήσω θα πεινάω και αν δεν έχει πρωινό θα φάω τα πόδια σου.
Θα ξημερώσει η άλλη βδομάδα και στο τελείωμά της θα ξεκινήσω να βάζω ένα ένα τα γραμμάρια από τα ρούχα που θα πάρουμε μαζί μας για να κατεβούμε στην Αθήνα. Και αν χαθώ στο Μοναστηράκι, ραντεβού στον τοίχο στο Λουτρό των Ανέμων….




Τίνκερμπελ λέγεται!
Σάββατο 16/10/10 14.27
Φώτο: Από την φωτογραφική που βούτηξα από τη τσέπη του μπουφάν σου.