29.6.11

Σκουλαρίκια κρεμαστά.

Ο μικρός έφυγε τη Δευτέρα και από χτες προσπαθώ να συνηθίσω το καθαρό μου  μπαλκόνι. Μεγαλώνουν τα μάτια του  σε σπιρτάδα λίγο πιο γρήγορα από το ύψος του. Χτες το βράδυ μάλωνε με τον Γιώργο για το ποιος θα πιει την τελευταία γουλιά γάλα και όσοι ξύπνησαν τα χαράματα βάζανε στοιχήματα για το ποιος θα καταφέρει να το πιει. Τελικά το σκορ έμεινε άγνωστο… πιθανολογείται πως ο νικητής ήταν ο Γιώργος. Σήμερα το πρωί στο πρωινό μαλώνανε πάλι. Πάλι για ένα ποτήρι γάλα. Ο μικρός σκαρφάλωσε σε ένα σκαμνί αλλά δε τα κατάφερε να του ρίξει το γάλα στο πάτωμα να το κάνει δικό του. Έβαλε αλλα μέσα. Λίγο μεγαλύτερα από το βάρος και το ύψος του. Τελικά μικρός- Γιώργος σημειώσαμε ένα. ‘‘Ο Γιώργος έχει κάποιον να τσακώνεται για το φαγητό και ο μικρός κάποιον για να επιτίθεται και να νιώθει ότι κερδίζει’’ Εντάξει. Το παραδέχομαι. Μου λείπει και ζηλεύω που περνάει καλύτερα εκεί. Είμαι μια εγωίστρια ζηλιάρα αλλά χαίρομαι αφόρητα που ζει καλά.
Έξω φυσάει κρύο αέρα και εδώ και δυο μέρες σκεπάζομαι με κουβέρτα. Χτες πήγα να ανάψω τα καλοριφέρ κι εσύ πήγες να φέρεις ξύλα από το μπαλκόνι. Φοράω κάλτσες και κρύβω τα καινούρια μου φουξ νύχια. Ακούω την Χρύσα στο κεφάλι μου να λέει ‘‘Είναι καλοκαιρινό χρώμα’’ αλλά μου το είπε Σεπτέμβρη μήνα γιατί τώρα δεν είναι τέλη Ιουνίου αλλά μέσα Σεπτέμβρη. Η Άνοιξη και το Φθινόπωρο είναι οι αγαπημένες μου εποχές. Αλλά έχω κρυώσει τόσο πολύ φέτος που ήθελα να ζεσταθώ στο μεσημέρι του καλοκαιριού… το ξέρεις πως μόνο δύο, άντε τρεις φορές,  αν βάλω μέσα κι εκείνη με τον Αχιλλέα και την Άννα, την έβγαλα στο μπαλκόνι; Θέλω λιακάδα, μπαλκονάδα και τάβλι….
Πέρασε ο καιρός η ζωή μεταλλάσσεται, εξελίσσεται μία προς τα πίσω μία προς τα μπρος, εγω γίνομαι Λιβελούλα που κάθε μέρα γεννιέμαι και πεθαίνω κι εκείνη στο πόδι μου μαζεύει όλα τα κουνούπια της γειτονιάς και κάνουν πάρτι στα πόδια μου και το πρωί ξυπνάω γδέρνοντας το δέρμα μου. Έχω γεμίσει πληγές στα μπράτσα και στις γάμπες και αύριο που θα πάω για να ετοιμάσω το φιλόξενο μέρος του εσωτερικού κορμιού μου θα ντρέπομαι που έχω καυκαλάκια από πληγές παντού.  Μοιάζω με πουα Λιβελούλα αλλά είμαι καινούριο είδος κι έτσι μην απορείς που δε με έχεις συναντήσει ποτέ. Μη προσπαθήσεις να με πιάσεις για να με μελετήσεις καλύτερα, είμαι ελεύθερη και δε ζω σε δοκιμαστικούς σωλήνες κι έτσι θα πεθάνω πριν προλάβεις να με φωτογραφίσεις ζωντανή.
Στο σαλόνι έχω κάνει μεσάνυχτα όπως τον Χειμώνα. Έχω αφήσει από έξω τον ήλιο και ίσα που   μπαίνει από τις τελευταίες γρίλιες των κατεβασμένων μου ρολών. Έξω κλαίει ένας σκύλος, πείτε  του μαλάκα πως οι ζωές συμβαίνουν για να τις σεβόμαστε, θέλω να τον πυροβολήσω τον τύπο κάθε φορά που κλαίει το σκυλί του. Με τρομάζουν οι άνθρωποι που δε σέβονται τη ζωή. Μπορούν να γίνουν οι πιο κακοί άνθρωποι  και οκέι, δικαίωμα τους (;) αλλά εμένα με φοβίζουν. Μέσα στο σαλόνι εξακολουθούν τα μεσάνυχτα και σήμερα που είπα να κάνω κοκκινιστό μοσχάρι με μακαρόνια, ή με ρύζι, ή γιουβέτσι, υποτίμησα πολλά γιατί αντί για μοσχάρι έβγαλα γουρούνι από την κατάψυξη και τώρα δε ξέρω τι να το κάνω που ξεπάγωσε. Και αν έχεις καμιά ιδέα είμαι ανοιχτή σε όλα…



Ξέρει κανείς να
μου πει υπέυθυνα
πότε θα γίνει 
καλοκαίρι
για να μαζέψω
τα χαλιά απο 
τη σοφίτα;