31.3.11

!@)!#@(#)_@!#@!*$()!@*#*!@&

Καλησπέρα σου κοπελιά… δεν ήρθα να σου αλλάξω άποψη. Δεν ήρθα να σε βρίσω, δεν ήρθα για να σου πω  αν έχεις δίκιο ή άδικο. Δε με αφορά. Δε με νοιάζει, δε με ενδιαφέρει πως το λένε! Έχεις κάθε δικαίωμα να εκφράζεις την άποψή σου, δημόσια, ιδιωτικά, στην κρεβατοκάμαρά σου, στο μπαλκόνι σου, όπου θες και καλά κάνεις στο κάτω κάτω της γραφής! Ελεύθερος άνθρωπος δεν είσαι; Κάνε αυτό που θες…
…υπάρχουν κι άλλοι ελεύθεροι άνθρωποι όμως… δε ξέρω αν το ξέρεις, αλλά υπάρχουν. Kαι ίσως μεταξύ τους βρεις κάποιες ομοιότητες, αλλά είναι λόγω της κοινής φιλοσοφίας της ζωής τους. Κάποτε ένιωθα μόνη που δεν έβρισκα κάποιον να μου μοιάζει, αλλά ήμουν μικρή. Όταν βρήκα, ένιωθα ευτυχισμένη αλλά ήμουν λίγο πιο μεγάλη από μικρή. Αργότερα δε με ένοιαζε ούτε να βρω ανθρώπους να μου ταιριάζουν ούτε να μη βρω. Χεστηκα. Το ότι χεστηκα όμως, δε σημαινει πως δεν υπαρχουν. Καποιοι να είναι ΣΑΝ κι εμενα, εγω να ειμαι ΣΑΝ κι αυτους αλλα ουτε εκεινοι ηταν ΕΓΩ ουτε εγω ημουν ΕΚΕΙΝΟΙ. Δε με νοιάζει να σου μοιάσω. Δε με νοιάζει γιατί δε ξέρω καν αν μου αρέσεις. Γράφεις ΥΠΕΡΟΧΑ και λυπάμαι που δε σε διαβάζω πια όπως σε διάβαζα αλλά ως εκεί. Έχω βρει ανθρώπους μεγιστάνες της γραφής. Παντου. Πολλούς. Άπειρους! Εμένα δε με νοιάζει να είμαι. Στ’ αρχίδια μου. Γράφω για μένα.  Και δε με νοιάζει η αποψη των αλλων. Αν με ενοιαζε ίσως είχα ανοιχτά τα σχόλιά μου για να την μελετήσω. Δε τα έχω. ΠΟΤΕ όμως εγω δε τα ειχα ανοιχτα. Από την πρώτη μέρα, από την πρώτη στιγμή ήταν θεόκλειστες οι πόρτες μου. Δεν έψαχνα να επικοινωνήσω. Ήθελα να βρω ένα μέρος να ειμαι μόνη μου. Μπορώ το κέρατο μου να είμαι μόνη μου;  Δε με νοιάζει αν με βλέπουν ένα ή χίλια ζευγάρια μάτια. Με ένοιζε  κι ας μη το μάθαινα ποτέ μου να δω αν έπεσε ΈΝΑ ζευγάρι μάτια πάνω μου.. με τι πιθανότητες να συμβεί αυτό; 0,00000000000000000000000000000000000000000000000000000000000000001%. Ε, γι αυτό το ποσοστό είμαι εδώ. Κι ας μη το ξέρει ποτέ κανείς….
Βρίσε λοιπόν και χώσε όσο θες. Έχω μάνα, έχω έναν παίδαρο γιατρό που παρακολουθεί τη μήτρα μου, οι ορμόνες μου χτυπάνε κόκκινο, τα βυζιά μου ούτε να τα αγγίξω δε μπορώ, μου τη σπάνε οι τίτλοι σε λέξεις, μπράβο σου που δεν υποτιτλίζεσαι, μη πιστέψεις ποτέ πως  κάποιος άλλος είναι σαν εσένα γιατί είσαι μοναδική, αλλά χώνεψε, αν θες το κέρατο μου μέσα το τράγιο, πως δεν είσαι ντε και καλά  η καλύτερη του κόσμου που όλος ο πλανήτης προσπαθεί να σε απομιμηθεί. Τέλος πάντων. Κάνε ό,τι γουστάρεις. Πίστευε ότι γουστάρεις. Ήθελα απλά να ξέρεις πως όσα νιώθεις δεν είναι δικά μου, είναι δικά σου συναισθήματα, δε ξέρω που βρίσκεται η πηγή τους, αλλά σίγουρα εγω δεν έχω καμία σχέση με όλο αυτό. Ντρέπεσαι; Δε σου αρέσει αυτό που νιώθεις; Είναι δικό σου οπότε κάνε κάτι να το αλλάξεις μόνη σου γιατί απλά δεν αξίζει τον κόπο να ντρέπεσαι για κανέναν. Σιγά τις γκόμενες που πρέπει να ασχοληθείς και όλας μαζί μας ρε κοπελιά! Η συνάντηση γεγονότων ή απόψεων ή ιδεολογιών ή τρόπου έκφρασης ή οτιδήποτε άλλο τέλος πάντων, δεν είναι αντιγραφή. Είναι  σύμπτωση, αν και δε πιστεύω στις συμπτώσεις, είναι τύχη, αν και δε πιστεύω στην τύχη, πιο πολύ είναι πως έχει κάτι να σημαντικό να πουν μεταξύ τους. Ίσως και όχι. Αν υπάρχει κάτι σημαντικό να μου πεις, ειμαι όλη αυτιά……….

Να περνάς καλά, να περνάς όμορφα και αν το μόνο που θες είναι να ψάχνεις κάποιους να σου μοιάζουν τότε μη διαμαρτυρηθείς ποτέ γι αυτή την επιλογή σου και υποστήριξε τη φανατικά. Είσαι κάτι ξεχωριστό. Αν θες… μη το μιάζεις…

Αντίο σου…

Είναι η πρώτη και η τελευταία φορά που 
ασχολουμαι. Δε παίζω παιγνίδια αλλων.
Δε μου αρέσουν.

Δε θα αναφερθώ στο όνομά σου. 
Μου φτάνει που ξέρεις πως μιλάω σε σενα. Βασικά μόνο
εσύ μ'ενδιαφέρει να το διαβασεις.
Και 
είμαι σίγουρη πως είσαι κάπου
εδώ γύρω... 

Α! Και περαστικά σου. Καλή ανάρρωση...

30.3.11

@#_)@!_#)@!#$$

Εντάξει, έχω γίνει σαν στρόγγυλο τάπερ, περπατάω σαν πάπια και τα βυζιά μου πονάνε αλλά δε γκρινιάζω. Εννοώ δε γκρινιάζω πολύ. Αλλά εσύ αντέχεις, έτσι δεν είναι; Σήμερα πήρα σαράντα μία φορές τηλέφωνο σε ένα τηλέφωνο που δεν υπήρχε εκείνη τη στιγμή για μένα. Το μυαλό μου κόλλησε σε εικόνες στις δεκαέξι Δεκεμβρίου του δύο χιλιάδες τρία και ξύπνησα κλαμένη. Και η γυναικεία φωνή δίπλα μου με ρωτούσε τι  μου συμβαίνει κι εγώ της έλεγα πως έχασα γύρω στα πέντε λεπτά- που δεν ήταν πέντε ήταν πολλά περισσότερα τελικά-  που δε θυμάμαι που είναι και θέλω να τα ανακτήσω μαζί με τα δεδομένα τους. Την ρώτησα αν ξέρει να μου πει που είναι αλλά βρήκα απορημένα μάτια που δεν τα έβλεπα γιατί ήταν κρυμμένα πίσω από την κουρτίνα του διπλανού κρεβατιού κι όμως τα έβλεπα να με κοιτάζουν τόσο έντονα, τόσο έντονα και όταν γύρισα στις αισθήσεις μου εκείνα χάθηκαν και ρώτησα μια περαστική αν ήταν κάποια κοπέλα εδώ και μου είπε ναι κι εγώ λυπάμαι που δε την θυμάμαι. Έχασα πέντε-και μάλιστα δεν ήταν πέντε- λεπτά. Τα θέλω πίσω. Μου ανήκουν, δε μου ανήκουν; Σήμερα διαπίστωσα πως δε ξέρω αν είμαι καλή στο να δημιουργώ όνειρα στους ανθρώπους. Μερικές φορές τους προσγειώνω ανώμαλα και χάνουν το παραμύθι τους γιατί η ζωή μπαίνει στις διαστάσεις τις μη παραμυθένιες και απομυθοποιούνται με βία. Δε ξέρω πως και γιατί σε πνίγει ένας τόπος. Και οι άνθρωποι; Οι άνθρωποι τι; Είμαι λίγο τρελή; Πολύ θα σου απαντήσω. Ίσως γιατί εγώ μπορώ να ζήσω πάνω σε έναν βράχο όλη μου τη ζωή μαζί σου. Και δε με νοιάζει τίποτε’ άλλο. Είμαι καλυμμένη από μόνη μου, είμαι ευτυχισμένη μαζί σου, είμαι γεμάτη από υλικά χωρίς τόπο, είναι άτοπα, είμαι άτοπη κι εγώ και αυτός είναι ο λόγος που δε με νοιάζουν οι τόποι. Όταν φεύγω δε φεύγω από κάπου. Φεύγω από κάποιους. Η κοιλιά μου είναι φουσκωμένη ακόμα, ψάχνω μερικές γερές καρφίτσες να τρυπούν το κρέας χωρίς να σπάνε για να με τρυπήσω. Περίμενα πως σήμερα θα γύρισα στις πραγματικές μου διαστάσεις αλλά δε το βλέπω να συμβαίνει και απορώ ακόμα και με τον εαυτό μου πως εξαπατήθηκε από τον άλλο εαυτό, τον παρηγορητικό, και με πίστεψε. Σήμερα κλαίω από την ώρα που ξύπνησα, έξω βρέχει από την ώρα που ξύπνησα, τα ρούχα είναι αφημένα τα μισά στην…-χάνω και λέξεις τώρα… πως λένε αυτό που βάζεις τα ρούχα όταν τα βγάζεις από το πλυντήριο πριν τα απλώσεις;… α!-λεκάνη και τα άλλα μισά στο πλυντήριο. Και η μέρα άλλαξε, δεν είναι πια Τρίτη όπως χτες που συνέχισα να γράφω από προχθές είναι Τετάρτη και τα ρούχα τα μισά είναι ακόμα στη λεκάνη και τα άλλα μισά στο πλυντήριο και βρίσκω δικαιολογίες πως δήθεν βρέχει γι αυτό δεν  απλώνω και μου φωνάζουν τα μανταλάκια πως σήμερα έχει λιακάδα αλλά εγώ δε ξέρω τίποτα γιατί τα πατζούρια είναι κλειστά και το σαλόνι σκοτεινό. Όχι δεν απαρνιέμαι την Άνοιξη μωρέ… είναι η αγαπημένη μου εποχή. Απλά περνάω περίοδο προσαρμογής. Πρέπει να συνηθίσω τη μέρα και τη λιακάδα. Και προς το παρόν το μυαλό μου είναι κολλημένο στις νύχτες. Μέχρι πριν λίγο καιρό θα σου έλεγα όχι όλες τις νύχτες μόνο τις πιο ερωτικές, αλλά από τότε που όλες έγιναν ερωτικές τις συμπεριλαμβάνω όλες. Σήμερα η μάνα μου έσπασε τα νεύρα, είχαμε να μαλώσουμε ένα χρόνο και μαλώσαμε από εκεί που είχαμε σταματήσει πέρσι. Τίποτα δεν άλλαξε. Ούτε ο εγκέφαλος της ούτε ο δικός μου. Κάθε φορά κάνουμε μαζί ασκήσεις ισχύος αλλά σήμερα μάνα δημιουργήθηκαν τα δεκατέσσερα παιδιά, δικά μου, γονιμοποιήθηκα πλήρως οποτε δε μπορείς να τα βάλεις μαζί μου. Ξέρεις άλλον που να έχει τόσα;  Και κάθε φορά που μαλώνουμε με ρωτάει που να με τάξει για να γίνω άνθρωπος κι εγώ της λέω πως περνάω μια χαρά και ως ραδίκι, δε με πειράζει. Προτιμώ να είμαι αγριόχορτο από το να γίνω ο άνθρωπος που θες να γίνω. Άγριο πλάσμα. Πάντα άγριο. Το κορμί μου εδώ και μέρες ερωτεύεται το κορμί σου σε άλλη διάσταση και όχι σε αυτή και αυτό γιατί δε γίνεται αλλιώς. Θα μπορούσα να σου λέω κάθε στιγμή πως σε θέλω αλλά δε το κάνω για να μη ξέρεις το πώς τρέμω όταν σε σκέφτομαι γιατί μετά θα μου λες πως σε θέλω μόνο για το κορμί σου. Νομίζω πως με κοιτάζεις περίεργα. Νομίζω πως δε με πιστεύεις πια. Νομίζω πως αμφισβητείς την ορμή μου κι εντάξει δε φταις εσύ, είναι που προσπαθώ πολλές φορές να την καταπιέσω γιατί περνάω περίοδο επώασης συναισθημάτων και δε γίνεται αλλιώς. Αλλά κάθε φορά που με αγγίζεις, που εισχωρείς μέσα μου, που μπαινοβγαίνεις ρυθμικά και δυνατά και το μυαλό σου με ρωτάει αν πονάω για να πάρεις αλλιώς τη διαδρομή από τον φαλλό σου μέχρι τη μήτρα μου, που ακούς τις ανάσες μου να πνίγουνε μικρές βογκητές κραυγούλες και μερικά ‘‘Σςςςςς’’ κι έπειτα ‘‘Ναι κορίτσι μου’’, ξέρεις, ξέρεις πως το κορμί μου λαχταρά πάντα το δικό σου και πως απλά προσπαθώ να το βρω πίσω από τα κλειστά μου βλέφαρα γιατί δε γίνεται αλλιώς -και πόσο ευτυχισμένη είμαι που σε νιώθω και με τον τρόπο-  γιατί αν ήταν αλλιώς θα τίναζα τα μυαλά μου στον αέρα από την έλειψή σου. Και πιο ισχυρή διάσταση που κατάφερα να σπάσω για να σε βρω είναι εκείνη του χρόνου. Κι έκανα τον χρόνο άχρονο. Και είναι και γαμώ να είναι άχρονος ο χρόνος. Και τώρα που σου γράφω μπορώ να μπω από την κλειδαρότρυπα να σε γλύψω κι έπειτα να φύγω πάλι; Μπορώ;


26.3.11

-37 ωρες και κάτι


Μέσα μου μεγαλώνουν κύστεις που φυλάσσουν μικρές ποσότητες ζωής μαζικής παραγωγής. Χτες κοιμήθηκα στο έβδομο πλευρό μου πάνω και όταν άλλαξα πλευρό πάγωσαν τα άκρα μου και ξύπνησα. Κι έκτοτε προσπαθούσα να κοιμηθώ ξεκινώντας από την πρώτη μου πλευρά μέχρι την δωδέκατη ψευδοπλευρά μου και πάλι από την αρχή. Από τις τρείς μέχρι τις οκτώ. Και στις οκτώ ξύπνησα. Κι έκανα καφέ και κάπνισα δύο τσιγάρα στο μπαλκόνι. Κι έπειτα άργησα να πάω στο ραντεβού. Και όταν πήγα ο γιατρός με κοίταξε κατάματα και με ρώτησε αν τήρησα την συμφωνία μας και πήρα τη σωστή δόση φαρμάκου της θεραπείας αυτή τη φορά. Και του υποσχέθηκα πως ναι. Και τότε ένιωσα να βγαίνει από την κατάψυξη και να αποψύχεται κι έτσι ή συνάντησή μας ήταν πιο ζεστή από προχτές. Προχτές ήταν παγωμένος. Τα δάχτυλά του όταν με άγγιξαν ένιωσα να παγώνει το αίμα μου στις αρτηρίες μου και ζεστάθηκαν μόνο όταν τα έβαλε μέσα μου και μου είπε πως πάλι καλά που δεν αυτοκτόνησα. Και μου τα 'χωσε και μου είπε πως είμαι απείθαρχη στην θεραπεία κι εγώ του είπα πως απλά ήμουν ανόητη και ζήτησα συγνώμη. Και λοιπόν γιατρέ μου; Θα γίνω καλά; Θα γίνω όπως πριν; ‘‘Θα γίνεις γιατί κάποιος σ’ αγαπάει πολύ’’ μου είπε κι εγώ του είπα πως το ξέρω γι αυτό κομμένες οι μαλακίες με τα φάρμακα. Άλλη φορά θα ρωτάω. Σου το είπα και μερικές μέρες πριν. Δεν είμαι έτοιμη να φύγω. Δεν είμαι. Περιμένω να ζήσω την πιο όμορφη ζωή που χρωστάω στον εαυτό μου εδώ και μερικά χρόνια από τότε που έμαθα πως υπάρχεις. Μόνο που νυστάζω ακατάπαυστα, θέλω να κυλιέμαι στο ορθοπεδικό στρώμα του εφηβικού μου κρεβατιού και να γυρίζω μια από εδώ και μια από εκεί και να μετράω επίμονα τις πλευρές μου μέχρι να κοιμηθώ. Βαριέμαι να μετράω προβατάκια. Προτιμώ να μετράω πλευρές. Είναι λίγες, δεν είναι άπειρες κι έτσι χάνομαι πιο εύκολα στα όνειρα μου και η Άννα μου είπε να γυρίσω την πλάτη μου σε αυτά κι εγώ της είπα αποκλείεται, δε γίνεται να αρνηθώ αυτή την πραγματικότητα της ζωής μου. Άλλωστε, εαυτέ μου, εκεί σε συναντάω πιο εύκολα κι έτσι μου λείπεις λιγότερο. Μπαίνω στα πιο μυστήρια στενά του ασυνείδητού μου-σου και σε βρίσκω εκεί να κάθεσαι και να μου δίνεις πληροφορίες μιας ζωής που δε θυμάμαι πως έζησα αλλά έζησα και ας μη θυμάμαι πως την έζησα αλλά την έζησα. Και πως αλλιώς; Αφού η μνήμες μου είναι πιο ζωντανές από κάποια μισοπεθαμένα κομμάτια της ζωής μου-με πιάνει γαμημένος πονοκέφαλος και είναι φυσιολογικό γιατρέ μου;- αλλά μη το πεις σε κανένα γιατί ντρέπομαι. Κι εντάξει σου υπόσχομαι πως θα προσπαθήσω να τα αναστήσω πριν πεθάνουν εντελώς. Και αν πεθάνουν σου υπόσχομαι να τα θάψω και να τα θρηνήσω και να μη τα κουβαλάω πια. Και να σου πω και κάτι; Δε με πειράζει να χάσω το στοίχημα κι ας μη ξέρω ακόμα το τίμημα που πρέπει να πληρώσω. Η ώρα είναι εννιά και τριάντα δύο και περιμένω να τρυπηθώ πάλι με ενέσεις κι έπειτα να ανέβω στην σοφίτα να ξαπλώσω μέχρι να κοιμηθώ γιατί σέρνομαι, αλήθεια σου λέω και ναι μπορεί λίγο να υπερβάλλω για να με αγαπήσεις λίγο παραπάνω στην αγκαλιά σου αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Σου το υπόσχομαι, δεν είναι. Η νύχτα είναι αλλιώς, το κορμί μου είναι αλλιώς τη νύχτα, μερικές φορές είναι σαν προχτές το μεσημέρι και σαν χτες το πρωί αλλά δε σου το είπα γιατί πριν από μένα ξύπνησε ο αδερφός μου και μου έπιασε την κουβέντα. Εγώ στο εφηβικό μονό κρεβάτι μου κι εκείνος απέναντι στο διπλό φουσκωτό στρώμα του κάμπινγκ. Και μιλούσαμε. Ο ένας από εδώ. Ο άλλος από εκεί. Και την προηγούμενη νύχτα του τα είπα όλα, όλα, τίποτα δε κράτησα για τον εαυτό μου, ένιωθα τόσο μεγάλη ανάγκη να του ξεβρακωθώ και είδα την χαρά να λάμπει στα μάτια του. Και χτες το πρωί ήταν σα να μη μεσολάβησε η νύχτα, σα να μη μεσολάβησαν όνειρα, συνεχίσαμε να μιλάμε από το κόμμα μετά την άνω τελεία και μετά. Κι εγώ κοκκίνιζα κι εκείνος με κορόιδευε κι εγώ του έκανα νάζια κι εκείνος όταν του κάνω νάζια τρελαίνεται κι ενώ είναι έντεκα χρόνια μικρότερός μου νιώθει σαν μεγάλος αδερφός και με κλείνει μέσα του. Το ίδιο κάνει και όταν κλαίω. Και μετά μου λες πως απορείς που μπορώ να αγαπήσω κάποιον τόσα χρόνια μικρότερό μου…


Την Δευτέρα θα μείνω σπίτι να κοιτάζω 
το ταβάνι μέχρι τις έντεκα το πρωί γιατί έτσι γουστάρω. 
Θα πάρω τα μάτια μου μόνο όταν αξίζει ο κόπος να κοιτάξω αλλού…


25.3.11

Εικοσιτέσσερα

Α! Και κάθε εικοσιτέσσερις...

22.3.11

1-3-9-14-16

Κάθε μία, τρείς, εννιά, δεκατέσσερις και δεκαέξι.
Η κρεβατοκάμαρα έχει γίνει Άουσβιτς ρούχων αλλά εγώ θα βγάλω άλλα να φορέσω.
Κατερίνα; Χτες βρεθήκαμε ή το είδα στον ύπνο μου;
Που είναι το κράνος μου;
Τουλάχιστον βρήκα τα γάντια μου…

20.3.11

Lluvia sucede en el pasado

Ο πλανήτης Αφροδίτη κατοικείται εδώ και μερικά χρόνια αλλά κανείς δε το ξέρει ούτε κι εγώ,  γιατί η ζωή εκεί  είναι αντιστρόφως ανάλογη της περιγραφής που έχω για την υπάρχουσα και αυτό ισχύει αν και μόνο αν η περιγραφή της ισχύουσας είναι ψευδή. Πέρασα από την Ίωνος Δραγούμη χτες ξημερώματα και βράχηκα. Ο δρόμος μου με έβγαλε κάτω από μία τέντα αλλά αρνήθηκα πεισματικά να χάσω έστω και μια σταγόνα κι έκανα τον κύκλο για να περάσω απέναντι ανάμεσα σε περπατητές που θα έδιναν, μπορεί και, δέκα ευρώ, για να έχουν αυτό που εγώ  επιδεικτικά αγνόησα. Έφτασα στο σπίτι στάζοντας, όχι εκείνο στα Αναφιώτικα, το άλλο στη Θεσσαλονίκη,-μέχρι και το βράκι μου βράχηκε- και οι μπότες μου ένιωθα να πήραν νερό αλλά δε πήραν κι έτσι τα δάχτυλα μου ήταν βρεγμένα μόνο από χτες το πρωί στη θάλασσα. Ακούω μια χάλια μουσική με υπέροχους στίχους-όχι αυτή απο τα Υπόγεια Ρεύματα σαφώς-μια τυχαία μαλακία, και αναρωτιέμαι ποιος είναι ο κυρ μαλάκας και γιατί βιάζει τις λέξεις, ακόμα και τις πιο αισχρές, με κάτι που μοιάζει με μουσική αλλά δεν έχει γνώση από νότες. Και ποιος δίνει το δικαίωμα να βιάζονται συναισθήματα, συλλαβιστές ζωές, σκέψεις ανούσιες και νοηματικές γεμάτες νεύματα από πρόσωπα σκοτεινά, λαμπερά, υπάρχοντα. Μου τη σπάνε οι κλαψομούνες. Και πιο πολύ από όλες μου τη σπάω εγώ όταν κλαψομουνιάζω γιατί δεν είμαι εγώ κι έπειτα ψάχνω να βρω ποια είναι αυτή μαλάκω η κλαψομούνα που μπήκε  μέσα μου και ανακαλύπτω πως είναι μια ύπαρξη μέσα στην ύπαρξή μου. Τρέχω να τη βρω να της τα πω ένα χεράκι κι έπειτα εκείνη κρύβεται για χρόνια και μια φορά στην απαρχή μιας δεκαετίας της ζωής μου βγαίνει για μερικές στιγμές και μου τσιμπάει το μυαλό κι εγώ παρασύρομαι και παίζω το παιχνίδι της άλλα σου το υπόσχομαι πως είναι το μοναδικό παιχνίδι κάποιου άλλου που παίζω και αυτό συμβαίνει συνειδητά για να την αφήνω να πιστεύει πως κέρδισε μπας και βαρεθεί και βρει το κορμί μιας πραγματικής κλαψομούνας βάσει  προσωπικότητας  να κατοικίσει και με παρατήσει ήσυχη να κλαίω μεν, αλλά να κλαίω βουβά, χωρίς να με ξέρεις, χωρίς να με βλέπεις, χωρίς να με ακούς, να επιστρέφω τα δάκρυα μου στην πηγή τους να τα καταπίνω,  κι εσύ να καταλαβαίνεις πως κλαίω μόνο από τις ενωμένες υγρές βλεφαρίδες μου και τα χαμογελαστά κόκκινα μάτια μου. Είμαι τσατισμένη και μπορώ να μιλάω όπως θέλω και χασκογελάω όταν μου λένε πως βρίζω κι εγώ απλά απαντάω πως λέω τα πράγματα με το όνομά τους είτε αυτό προσβάλει την αισθητική των λέξεων των καθοσπρεπιστών είτε όχι. Και δηλαδή πως αλλιώς να πω την κλαψομούνα; Κλαψιάρα; Μα δεν είναι κλαψιάρα, είναι κλαψομούνα! Εκείνη η καημένη, η προδομένη εκείνη που κανείς δε την καταλαβαίνει λες και έχει σημασία να σε καταλαβαίνουν, λες και όλοι μιλάμε την ίδια γλώσσα. Έχω τα νεύρα μου και μπορεί να φταίνε οι ορμόνες και μπορεί πάλι να μη φταίνε αλλά πρέπει κάποιος να φταίει κι εγώ έτσι θέλω και γίνομαι ευθυνόφοβη και ρίχνω αλλού τις ευθύνες για σήμερα. Πιάνω το στήθος μου και πιάνω τον μικρό μου μέσα τους και του μιλάω και του λέω πως φταίνε όλοι αλά όχι εσύ μικρό μου, εσύ είσαι ο πιο όμορφος άνθρωπος του κόσμου και δε φταις πάρα μόνο όταν παρασύρεσαι ασυνείδητα και δεν είναι κακό να παρασύρεσαι είναι κακό να παρασύρεσαι ασυνείδητα, πρέπει  να το κάνεις συνειδητά και να ξέρεις πως κολυμπάς στο ρεύμα της παράσυρσης και τότε δε θα σου πει κανείς τίποτα. Ούτε κι εγώ. Αλλά να ξέρω πως είναι επιλογή σου. Έτσι βουλώνουν τα στόματα. Όταν κάνεις επιλογές και τις υποστηρίζεις ακόμα και αν ξέρεις πως είναι οι πιο λάθος, -τώρα θα μου πεις λάθος.. λάθος για ποιον;- λάθος για τον εαυτό σου. Όχι για τους άλλους. Οι έννοιες είναι υποκειμενικές και ο κόσμος μια περιγραφή ευφυέστατη και καθοδηγούμενη και αν σου πω πως η θάλασσα δεν είναι θάλασσα αλλά είναι εφθαμερασα-τόνισέ τη κάπου να την κάνουμε λέξη- έτσι θα τη μάθεις. Και βασικά μάθε την ως εφθαμερασα, θα γελάς όταν οι άλλοι θα σε κοιτάνε σαν εξωγήινο στην πλανήτη Αφροδίτη  γιατί εσύ θα ξέρεις πως δεν είσαι απλά είσαι διαφορετικός από όλους και τότε θα καταλάβεις γιατί δεν είμαι πρόβατο και αν ήμουν σίγουρα θα ήμουν το μαύρο. Όχι. Δε μου αρέσει ντε και καλά να ξεχωρίζω. Χέστηκα ακόμα και γι αυτό. Μου αρέσει απλά να είμαι κάτι άλλο από αυτό που δε θέλω, από αυτό που σιχαίνομαι, και ναι είμαι κλαψομούνα ακόμα και αν το σιχαίνομαι αλλά μόνο κατ΄ επιλογήν και λέγοντας πως ‘’ τώρα κλαψομουνιάζω γιατί έτσι θέλω’’ κι έτσι με σκοτώνω πριν γίνω αυτό που σιχαίνομαι ως προσωπικότητα κι απολαμβάνω την μίρλα μου για όσες στιγμές διαρκεί η συνειδητότητά μου. Μετά πεθαίνω. Ή μάλλον σκοτώνομαι. Ή μάλλον αυτοκτονώ. Ή μάλλον δολοφονούμαι. Απλά επειδή δολοφονούμαι με τα ίδια μου τα χεριά ονομάζομαι αυτόχειρας. Κατάλαβες μικρό μου;
Μείνε δίπλα μου.. κι εγώ τα βράδια θα σου λέω παραμύθια πριν κοιμηθείς για την αγάπη στις καρδιές των ανθρώπων που υπάρχει μη νομίζεις απλά μερικές φορές είναι μικρότερη από την αγάπη προς τον εαυτό. Και θα σου τραγουδάω ψιθυριστά τραγούδια με στίχους δικούς μου άλλα μουσική όχι δικιά μου γιατί να γράφω μουσική δε ξέρω κι αφού δε ξέρω δε θα κάνω πως ξέρω όπως ο βιαστής εκείνου του μουσικού φθόγγου. Και αν με ρωτάς θα σου λέω τι σημαίνουν για μένα οι αξίες της ζωής μας αλλά δεν είναι απαραίτητο να είναι σημαίνουν το ίδιο και για σένα. Θα περιγράφει ο ένας στον άλλο κάθε βράδυ τον κόσμο μέσα από τα δικά του μάτια κι έτσι θα γίνουμε σοφότεροι, λίγο σοφότεροι από τους εγωιστές και τους ισχυρογνώμονες που δεν δέχονται την οπτική κανενός άλλου. Θέλεις μικρό μου;  Θες να συναντηθούμε και θα μείνουμε μαζί για πάντα;  Θέλεις μικρό μου; Αν θες σε περιμένω να έρθεις… αν αναθεωρήσεις… βασικά μην αναθεωρήσεις. Και μη μου την πεις επειδή εγώ αναθεωρώ συνέχεια, ναι αν θες κάνε το ίδιο αλλά μετά δε θα έχεις κανένα δικαίωμα να μου την πεις. Και αν θελήσεις να μου την πεις πρέπει πρώτα να τα χώσεις στον εαυτό σου κι έπειτα σε μένα. Και βασικά μαλακίες. Μη προσπαθείς να βρεις τις αξίες. Δεν υπάρχουν. Μια περιγραφή είναι και αυτές. Η Αγάπη είναι Αγάπη, η Φιλία είναι Φιλία, ο Έρωτας είναι Έρωτας και η Γυρισμένη Πλάτη είναι απλά η δική μου…
…συνηθίζω…
Η μνήμη είναι αγκάθι. Όχι για να σε πληγώνει, για να σε προστατεύει

19.3.11

@#)@)#_@)!#_)@!($@!

-Μαμά τι είναι αυτό;
-Αυτό οι άνθρωποι το ονόμασαν θάλασσα…

Όταν ήμουν μικρή και για πολλά χρόνια πίστευα πως η θάλασσα τον Χειμώνα κοιμάται. Σήμερα μου ψιθυρίζει πως δε κοιμάται ποτέ. Ακούω το κάλεσμά της αλλά τα δάχτυλά μου τρέμουν και δε μπορώ να ανταποκριθώ. ‘‘Δε θα φύγεις’’ μου λέει κι εγώ συμφωνώ με τη φωνή που υπάρχει μέσα στο κεφάλι μου. Δε θα φύγω. Κάθε κύμα που σκάει και βρέχει τα αθλητικά μου, είναι και μια συνομιλία. Φθόγγοι μπλεγμένοι ακατανόητα σχηματίζοντας λέξεις που μόνο εγώ κι εσύ μπορούμε να αποκωδικοποιήσουμε, εαυτέ μου, και ήμουν σίγουρη γι αυτό από τον Αύγουστο του δύο χιλιάδες επτά. Η άμμος είναι υγρή, έβρεξε πριν ώρα το βράδυ και η υγρασία πότισε κάθε κόκκο της για να σταθώ εγώ πάνω του στην πραγματικότητα του πραγματοποιήσιμου. Δύο λέξεις: ένα ρήμα συνημμένο πρώτης συζυγίας και μια προσωπική αντωνυμία δευτέρου προσώπου. Κι έπειτα μια συμφωνία και μια διαπίστωση. Τη νιώθω να ψιθυρίζει  και όταν δε την καταλαβαίνω ξεφυσάει δυνατά κι έπειτα φωνάζει και οι γλάροι διαμαρτύρονται. Κι έπειτα μερικά αποσιωπητικά
Μια ακίδα ανασφάλειας καρφώθηκε στο μάτι μου δίπλα στη σκοτεινή μου κόρη και παραλίγο να την τρυπήσει και να ξεχυθούν με ορμή όλοι οι φόβοι που φώλιασαν στη ματιά μου-και κρυώνω- αλλά εγώ την έμπηξα να πάει πιο μέσα γιατί φοβόμουν πως αν τη βγάλω θα αφήσω στο μάτι μου την πιο μεγάλη και την πιο βαθιά τρύπα του κόσμου-να το, πάλι με φώναξε- . Οι ανασφάλειες είναι δομημένες από γαμημένες φοβίες και υπάρχουν για να ξυπνούν τον τρωτό εαυτό μου με σκοπό να υποδουλώσει τον άτρωτο πιάνοντάς τον από τη φτέρνα. Χτες έκανα τη δεύτερη ένεση στην κοιλιά, κάτω από το κέντρο της ύπαρξής μου, την πρώτη μετά την ένεση προετοιμασίας του σώματος και της ψυχής. Δεν ήμουν όπως την πρώτη πρώτη. Δε με έπιασε πανικός, δεν έσπασαν τα αγγεία του εγκεφάλου μου, η φλέβα στο μέτωπο και στον λαιμό κοιμόντουσαν βαθιά κι έτσι το κεφάλι μου δε χρειαζόταν μαγγανείες για να μην το περάσω από τη μηχανή του κιμά. Μετά την ένεση ηρέμισα λίγο πριν τα μεσάνυχτα. Γιατί μετά από αυτά η Γη έκανε δύο απότομες στροφές και μ’ έστειλε στον διάολο να παλεύω πιάνοντάς τον από τα κέρατα. Να σου πω… δε ξέρω τον νικητή και τον νικημένο και σίγουρα ο αγώνας δεν βγήκε ισόπαλος. Δε το ξέρω, όχι γιατί κάπου στη μάχη χάθηκα αλλά γιατί αισθάνομαι πως βρίσκομαι στο πιο συγκαταβατικό ημίχρονο του αγώνα. Λέγεται Ανακωχή. Και ποτέ δε κατάλαβα το νόημα τη Ανακωχής. Είναι η παύση του Πολέμου βάσει συμφωνίας δήθεν μου τάχα μου για να ηρεμήσουν τα πνεύματα ενώ και οι δύο αντίπαλοι είναι ετοιμοπόλεμοι περιμένοντας την πτώση της σημαίας για να ματώσουν ξανά. Και ο διάολος βρήκε τον διάολό του και πραγματικά δε ξέρω ποιανού μύτη θα ανοίξει πρώτη.
Μέσα στο κεφάλι μου ακούω μια ρυθμική ανάσα που υπάρχει για να μου πει πως πρέπει να σταματήσω να κρατάω την αναπνοή μου και να αναπνεύσω. Η θάλασσα πιο ήρεμη από ποτέ, η θάλασσα πιο άγρια από ποτέ μου βρέχει τα δάχτυλα των ποδιών μου. η άγρια ηρεμία της με συνεπαίρνει. Το ξέρεις πως τα κύματα ταιριάζουν με τις ανάσες σου; Όχι δε το ξέρεις. Αν το ήξερες, δε θα φοβόσουν μη  φύγω. Αν το ήξερες, θα ήξερες πως δε θα μπορώ…

14.3.11

Με ξέρεις;

Με ξέρεις;

Ήτανε που λες κατακαλόκαιρο
Κι ο δρόμος σ’ ένα διάφανο ουρανό
Μες στην αγκαλιά μου ό,τι ακριβότερο
Κι ο κόσμος ένα βότσαλο μικρό
Κι εσύ μου λες να ξεχαστώ
Τον Αύγουστο να σβήσω από τους μήνες
Μα κι αν τις μνήμες πολεμώ
Στον Αύγουστο με πάνε πάλι εκείνες
Έκαιγε η ανάσα του στο σώμα μου
Κι έφεγγα σαν ήλιος στο κενό
έφυγε και μπήκα στο χειμώνα μου
Και πάγωσα σαν άστρο μακρινό
Κι εσύ μου λες να ξεχαστώ
Τον Αύγουστο να σβήσω από τους μήνες
Μα κι αν τις μνήμες πολεμώ
Στον Αύγουστο με πάνε πάλι εκείνες


03/08/07

13.3.11

Τάσεις φυγής και αυτοκτονίας κι ένας φόβος κρεμασμένος στο πατζούρι του παραθύρου του παλιού σπιτιού της μάνας. Μια θυσία κομμένη από τη σπλήνα μου και ραμμένη από το συκώτι μου και η φωνή μου έχει τη γεύση του οδυρμού και κουφαίνει το μυαλό μου. Εσύ χτες βράδυ το ονόμασες φυγή. Εγώ το ονόμασα θυσία. Μία θυσία κομμένη από τη σπλήνα μου και ραμμένη από το συκώτι μου. Τα όνειρά μου γίνονται περίεργα, μου θυμίζουν λίγο τα όνειρα που είχα το δύο χιλιάδες επτά και ίσως και το έξι και ψάχνω στη παραλία της Χαλκιδικής αλλά θα έπρεπε να ψάχνω λίγο καλύτερα τα όνειρά μου. Κι έπειτα έρχεσαι να μου πεις πως είναι φυγή. Όχι, επιμένω δεν είναι φυγή, θυσία είναι και το θέμα είναι αν θες, εαυτέ, να την κάνεις ή όχι. Όχι; Τότε γιατί σκατά πας και μπλέκεσαι με αίματα; Αφού δε μπορείς τις αιμορραγίες! Όχι ανέκαθεν. Από τότε που ψυχορράγησες πρώτη φορά και είχες πει πως θα είναι η τελευταία. Θυμάσαι εαυτέ μου; Εκατό λίτρα αίματος ομάδας άλφα βήτα θετικό, αρνητικό, πολλαπλασιασμένο και διαιρεμένο με το δύο. Και μετά ποιος να σε κατηγορήσει που δε θες να αιμορραγήσεις ξανά; Και όταν σε αποκαλούν ‘‘φυγόμαχο’’ εσύ το λες ''αυτοάμυνα'' πατάς τα γέλια και χάνεσαι πίσω από τη διάφανη σκιά της Λήθης που είναι τόσο διάφανη που και η Λήθη παύει να υπάρχει κι έπειτα μετουσιώνεται στα μάτια μου κι ενσαρκώνεται μέσα από τα δικά σου  και όλα συμβαίνουν από την αρχή σαν να μην είχαν υπάρξει ποτέ και όχι δεν είναι φυγή, θυσία είναι. Σιχαίνομαι τις θυσίες. Θυσιασμένη αν σε αγαπάω σου δημιουργώ αίσθημα οφειλής κι εγώ δε θέλω να μου χρωστάς και να σου χρωστάω. Θέλω να πορευόμαστε και αν φοβάσαι τη φωτιά θα ανάβω εγώ το τζάκι τα βράδια με την προϋπόθεση να μη με αφήσεις ξανά να κουβαλήσω διακόσια ευρώ ψώνια από τον σούπερ μάρκετ μόνη μου, με την προϋπόθεση να μη με αφήσεις να στοιβάξω πεντακόσια κιλά ξύλα στο μπαλκόνι το ένα πάνω στο άλλο και τα παλιά από πάνω και τα χλωρά από κάτω γιατί τα παλιά παίρνουν εύκολα φωτιά ενώ τα καινούρια όχι γιατί είναι χλωρά και μέχρι να τα κάψουμε τα παλιά τα καινούρια θα έχουν παλιώσει. Στην τουαλέτα του Λυκείου μου έγραφε ένα απόφθεγμα «…ίσως εκείνος μέχρι να βρει το κουράγιο να σε αφήσει πληγώθηκε πολύ περισσότερο…» και από τέτοια αμπελοφιλοσοφήματα μπόλικα οι χέστρες αλλά καμιά φορά όταν γίνομαι λίγο μικρότερη από 16 τα θυμάμαι και θυμήθηκα πως κάποτε έγραψα κι εγώ με τον μαρκαδόρο κάτι για μια δολοφονική σταγόνα κι έπειτα έφαγα αποβολή γιατί με κάρφωσε η πουτάνα τη Λίνα. Αλλά χέστηκα. Ούτως ή άλλως κοπάνα θα έκανα εκείνη τη μέρα. Και τι λέγαμε; Ναι. Για τις θυσίες. Όχι εκείνες μισή ζωή πριν, τότε ήταν το πιο εύκολο πράγμα να θυματοποιώ τον εαυτό μου ήταν απολαυστικό όλοι τα είχαν καλά μαζί μου κι εγώ μαζί τους γιατί θύμα σε θέλει ο κόσμος όχι αυτάρκη, τους αυτάρκεις τους φοβάται. Έτσι μιλάω για τις θυσίες μισή ζωή μετά από εκείνη την αρρωστιάρα την θυματική.  Που δεν έγιναν ποτέ και ούτε θα γίνουν. Τώρα πια είμαι αυτάρκης. Και δε με νοιαζει να τα εχω καλα με όλους. Δε μου αρέσει να θυσιάζομαι. Σιχαίνομαι να θυσιάζομαι. Έτσι σου το υπόσχομαι πως δε θα φύγω πριν με διώξεις…


Σου το είχα πει πριν χρόνια... θυμάσαι;
Κυριακή 13/03/11 10.51

7.3.11

Να πεις τον Άγιο Βασίλη να μου φέρει τη λαγάνα. Πάνω στο χριστουγεννιάτικο δέντρο θα ρίξω μπάλες από ταραμά κι έπειτα θα πασπαλίσω με χαλβά την κορυφή να μοιάζει το πιο χιονισμένο έλατο της πόλης. Τα λαμπάκια τα έσβησες; Και ο τάρανδος; Είναι κρεμασμένος έξω από την πόρτα ή έφυγε από την σκεπή; Σβήσε το τζάκι. Θα έρθει ο Αη Βασίλης να μου φέρει το δώρο μου. Στο μπαλκόνι θα φτιάξω έναν χιονάνθρωπο και το καρότο που θα έβαζα στη σαλάτα θα το κάνω μύτη του. Θα του δώσω να φορέσει το κασκόλ που φορούσα την πρώτη του Μάρτη και θα βάλω έναν Μάρτη στο χέρι του. Μοιάζει αλλόκοτος αυτός ο καιρός. Τα πάντα αρρωσταίνουν. Είναι γοητευτικά, αλλά αρρωσταίνουν. Ακόμα και μερικές Χιονονεράιδες ήταν γριπωμένες σήμερα και πέφτανε με μάσκα από τον ουρανό. Μπορείς να μιλήσεις μαζί τους αρκεί να φοράς κι εσύ μάσκα να μη σε αρρωστήσουν. Θες να τις φιλήσεις στο στόμα, το ξέρω, αλλά αν το κάνεις εκείνες πεθαίνουν. Λιώνουν και χάνονται κι έτσι δε θα μπορέσεις ποτέ να μάθεις τις εμπειρίες από το ταξίδι που έκαναν από το σύννεφο ως τις βλεφαρίδες σου. Και τότε θα μου πεις πως υπάρχουν μυστικά αλλά δε θα σε πιστεύει κανείς.
Σήμερα κάθισα πολύ ώρα έξω στο παγκάκι. Ώρα… ώρες! Μούδιαζα από το κρύο κι έπειτα παρέλυσε η αίσθηση της αφής κι έπαψα να νιώθω. Απολάμβανα τον Χειμώνα στην απαρχή της Άνοιξης αλλά δε θα ονομάσω την Άνοιξη Χειμώνα προσπαθώντας να καλύψω τις ανασφάλειές που έχω όταν σκέφτομαι πολύ. Το ξέρω πως δε θα μπορέσεις να κρατήσεις τη νιφάδα στην παλάμη σου αλλά μπορείς να τη λιώσεις στα χείλη σου και να πάρεις την τελευταία πνοή της πριν εκείνη σου ορκιστεί αιώνια αγάπη λιώνοντας κι εξατμίζοντας την ύπαρξή της στο δέρμα σου. Κι έπειτα; Θα κουβαλήσεις τη σταγόνα της πάνω σου για πάντα; Είδες; Πάλι σκέφτομαι…
Τα πάντα έξω έχουν μια υπέροχη μονοτονία. Από εκείνες τις μονοτονίες που με κάνουν να χάνομαι. Στα στενά της Ισπανίας και στο σπίτι κάπου στην Ανατολή που είχα τις προάλλες στο όνειρό μου. Είναι που τελευταία προσπαθώ να θυμηθώ τις προηγούμενες ζωές μου. ο εαυτός μου χωρίζεται από τον εαυτό μου και ο ένας προσπαθεί έντεχνα να αρπάξει τον άλλο τον άλλο και στο τέλος το μυαλό μου κολλάει και προσπαθώ να καταλάβω τα ακατανόητα αλλά αποφάσισα πως δεν υπάρχει μεγαλύτερη μαλακία από αυτή δεδομένου ότι τα ακατανόητα δε μπορούν να κατανοηθούν και χάνω το κομμάτι του μαγικού εαυτού. Αυτά συζητούσε το μεσημέρι ο ένας με τον άλλο. βρέθηκαν και οι δύο δίπλα στο κεφάλι μου να καυγαδίζουν και το στομάχι μου κόντεψε να βγει από το στόμα μου από την ένταση και τις φωνές. Ο ένας αποκαλούσε τον άλλο ‘‘Είσαι ηλίθια!’’ και πλακωνόντουσαν μέχρι να ματώσουν. Μέχρι που έβγαλα τη φωνή τους από το στόμα μου και τότε ηρέμησαν όλα. Ακόμα και το στομάχι μου. Χτες έβγαλα τα έντερά μου τη λεκάνη της τουαλέτας και το κεφάλι μου κόντευε να εκτοξευτεί στα πλακάκια του μπάνιου. Τ’ αυτιά μου βούλωσαν το πρόσωπό μου γέμισε αίματα από σπασμένα αγγεία που πρωί προσπάθησα να κολλήσω με ντουραπόρ κι έτσι η βλάβη αποκαταστάθηκε πριν εξελιχτεί σε εσωτερική αιμορραγία και πεθάνω. Και δεν είμαι σε φάση φευγιού αυτή την περίοδο. Αν με ρωτούσες άλλη ώρα μπορεί να σου έλεγα διαφορετικά πράγματα. Αλλά τώρα όχι.
Θα ήθελα να μπορούσα να πω περισσότερα αλλά ο Άη Βασίλης προσπαθεί να χωρέσει από την καμινάδα μου κι αφήνω μερικές κυψελίδες πνευμόνων μου  φυσώντας να σβήσουν τα ξύλα από το τζάκι….


Χιονίζει αταματητα...
Απολαμβάνεις τη θέα απο το παράθυρο;
Σφιξε μου το χερι... ξερεις πως...

5.3.11

Προχθές το βράδυ είδα ένα φριχτό όνειρο. Μια φωνή στο κεφάλι μου, έλεγε τα νέα του καιρού και ανακοίνωνε πως ο χειμώνας τελειώνει και δε θα βρέξει ξανά μέχρι τον επόμενο χειμώνα και αν. Σηκώθηκα έντρομη και ιδρωμένη, έβαλα το χέρι μου ανάμεσα στα πόδια μου για να δω αν υπάρχω και πόση υγρασία μου απομένει. Μάζεψα τον ιδρώτα μου σε ένα μικρό μπουκαλάκι από άρωμα προηγούμενης ζωής και τον φύλαξα εκεί για να θυμάμαι στην επόμενη τη μυρωδιά του προηγούμενου κορμιού μου.
Είναι νωρίς. Θα ήθελα να ξυπνήσω το κορμί σου που κοιμάται μα δε μπορώ να παίξω μαζί του οπότε σε αφήνω να με ονειρευτείς λίγο ακόμα και πριν ξυπνήσεις να μουρμουρίσεις δυο τρία Σ’ αγαπώ κι έπειτα μια καλημέρα. Κι εγώ θα χαμογελάσω όπως τώρα, όπως χτες όπως προχτές όπως πάντα όταν σε σκέφτομαι…
Προχτές προσπάθησα να περιγράψω μια στιγμή στη Λένα και δε τα κατάφερα. Ανακάλυψα πως οι λέξεις μου γίνονται μικρές κι έτσι χάνουν τα συστατικά τους και στην προσπάθειά μου να βρω καινούριες κάνω σαρδάμ και δημιουργώ καινούριες. Και η Λένα προσπαθούσε να καταλάβει. Και σιγά να μη. Ούτε ο Γιώργος πρέπει να κατάλαβε. Ίσως φταίει που είναι η τοπική διάλεκτος της προσωπικότητάς μου κι έτσι όπως και να έχει μένω εκτός της κατανόησής τους.
Ο οισοφάγος μου θέλει νικοτίνη και τα πόδια μου άπλωμα. Ο ένας πάει κόντρα στα άλλα και το ανάποδο. Οι οισοφάγος αρχίζει και τα ‘‘παίρνει’’ και τα πόδια γελούν χαιρέκακα. Βέβαια, θα νικήσει ο οισοφάγος στο τέλος όσο και αν βαριέμαι να σηκωθώ. Υπόδουλη των παθών και του πάθους μου πάντα έτσι συμβαίνει και χάνω τις τεμπέλικες στιγμές του καναπέ. Και σήμερα ένα παραπάνω που χτες κάπνισα τρία τσιγάρα όλα κι όλα. Και οι αποθήκες νικοτίνης ξέμειναν από αποθέματα και τώρα πρέπει να τις γεμίσω γιατί λένε, έρχεται κρύο.
Μη φανταστείς, δε θα κάτσω. Δε μου κάνεις και πολύ κέφι εδώ που τα λέμε, απλά είπα να περάσω να πω ένα γεια για να μη νομίζεις πως σε ξέχασα. Είναι η ανάγκη του τίποτα,η απόλαυση της απραξίας και η σιωπή του ανείπωτου που χωράει σε εισαγωγικά, σταματάει απότομα στις τελείες και όλα τα αποσιωπητικά φρενάρουν κι αυτά απότομα και πέφτουν το ένα πάνω στο άλλο δημιουργώντας καραμπόλα και τρακάρουν. Είναι πολύ νωρίς. Παπάρια. Πήγε κι όλας οκτώ και πενήντα δύο. Έλεγα να κοιμηθώ αλλά τώρα πια δε το βλέπω. Τα πόδια μου νικήθηκαν. Πάω για τσιγάρο –δε ξέρω που έβαλα τη βεβαίωση αποδοχών μου και την ψάχνω σαν τρελή αλλά δε σου το λέω γιατί θα φωνάζεις πάλι…-



Σάββατο 05/03/11 08.57