24.6.12

Fabella

Λιώνω σε θερμοκρασία περιβάλλοντος  ηφαιστείου. Περπατάω και αφήνω σταγόνες από το σώμα μου στο πάτωμα. Φοβάμαι μη σε πιάσει η μανία και με σφουγγαρίσεις προκειμένου να απαλλαγείς από μένα. Τα μάτια μου όσο πάνε και μικραίνουν· το παρατήρησες κι εσύ ε; Δεν έχω θέση εδώ πέρα το σώμα μου εγκαταλείπει κάθε προσπάθεια προσεγγίσεις της δύναμης του εαυτού. Είμαι κουρασμένη ως τα ματοτσίνορα μου. Θα ήθελα να ήξερα να τα ανοιγοκλείνω σαν την Betty Boop και το προσπάθησα μέχρι τα εννιά μου και μετά βρήκα άλλο παιγνίδι πάνω μου κι εγκατέλειψα. Οι μύες των βλεφάρων μου ικετεύουν για έναν υπέροχο βαθύ ύπνο για ώρες. Και αν ονειρευτώ πάλι χαμένους παράδεισους; Νομίζω πως πέφτω σε κατάθλιψη μερικές φορές και καρφιτσώνω κι άλλες παραμάνες στα χαμόγελά μου. Με εκδικείσαι μέσω του πληρεξούσιου που σου έδωσα λίγο μετά τη γέννησή μου. Έσκυψα, δεν έσκυψα; Με καβάλησες, δε με καβάλησες; Πάτσι. Και μην ακούσω ξανά για υπολειπόμενα συναισθήματα. Ούτε για υπολειμματικές αναμνήσεις. Μετά από πόσο καιρό σαπίζουν οι αναμνήσεις; Και πως είναι; Όπως όταν ανοίγεις το ψυγείο και κάτι σου βρωμάει, κάτι σου βρωμάει αλλά δε ξέρεις τι; Και τώρα τι; Πρέπει να ψάξεις όλες τις αναμνήσεις να βρεις τη σάπια; Μερικές φορές αξίζει τον κόπο η μία να σαπίσει την άλλη και η άλλη την άλλη και η άλλη την άλλη μέχρι να μείνεις α-αναμνησίαστος για να ξεκινήσεις από την αρχή. Μη ψάχνεις λέξεις που δεν υπάρχουν για να καταλάβεις τι εννοώ. Βγαλμένες από το κεφάλι μου είναι γιατί βαθιά μέσα μου δε θέλω να με μάθει κανείς τελικά. Ούτε εγώ η ίδια. Προτιμώ να αυτοεκπλήσσομαι πετώντας λέξεις σαν ρουκέτες από εμετό ξεχαρβαλωμένων ανάκατων σκέψεων πάνω μου. Να λέω με δυνατή φωνή «Πως το έκανα αυτό;» Και ύστερα να κάθομαι να φιλοσοφώ πάνω στις πράξεις μου μονάχη. Δε κατηγορώ πια όσους πιστεύουν πως το σπίτι μου είναι στο ρετιρέ ενός σύννεφου. Αυτό δείχνω για γνώση, αυτό εισπράττω. Όταν κλαίει ο εαυτός  μου μόνο εγώ καταδέχομαι να τον ακούω. Τα βράδια μερικές φορές το κλάμα του γίνεται στριγκλιά και αποθεώνω τις πληγές των ανασφαλειών μου. Πριν μια βδομάδα έκλαψα και μπροστά στη μάνα. «Θα φύγω» της είπα με απόγνωση και βούλιαξε σαν από τσιμέντο μέσα της. Το μέλλον μου είναι καρμικά προκαθορισμένο και μένω τώρα εγώ με την επιλογή μου, ποιον δρόμο θα ακολουθήσω προς αυτό.  Απαλλάχτηκα πριν χρόνια από στέρφες απόψεις μπας και κάνω τον εαυτό μου γόνιμο αλλά έχω πολλά ακόμα άγονα υπολείμματα γνώσεων και τώρα ψάχνω ένα παιδί να του δείξω όλα αυτά που δε χρειάζομαι μήπως για εκείνο φανούν χρήσιμα. Και αν δε φανούν, να τα διδάξει σε άλλον. Τίποτα στα σκουπίδια. Ανακυκλώσιμη γνώση προς όφελος των μοιραίων και εξιδανικευμένων. Μέχρι να γίνει αντιληπτό πως ούτε μοιραίοι ήταν ούτε ιδανικοί· και κάπως έτσι ανακυκλώνονται οι άνθρωποι. Με τους ανθρώπους της ζωής μας δε ξέρω τι γίνεται αλλά μάλλον ανακυκλώνονται και αυτοί. Και λέγονται «άνθρωποι της ζωής μας» γιατί διεκδικούν κομμάτι στην κάρτα μνήμης του συναισθηματικού μας εαυτού. Το ξέρεις πως προχτές έμαθα για τα «ψεύτικα πάθη»; Είναι πνευματική ιδιοκτησία της Βιβής αυτός ο ορισμός. Είναι μια κατάσταση εικονική και αναληθής που αναπαράγεται με τρόπο τόσο ιδιαίτερο ώστε να μοιάζει τόσο μοναδικά υπέροχη που στον δέκτη προκαλεί ναυτία, ανασφάλειες, ζήλια, κτητικότητα, αϋπνία, πόνο, θυμό, φόβο και όλα αυτά για κάτι ανύπαρκτο. Σκοπός είναι η αφύπνιση όλων των αυτών των συν-αισθημάτων που συνδαυλίζουν την φωτιά που καίει στο κέντρο του κορμιού και την κρατούν σε εγρήγορση. Και γιατί όλο αυτό παρακαλώ; Γιατί είναι μέσα στους όρους του παιχνιδιού που αποδέχτηκες κάνοντας αβίαστα «κλικ» στο τετραγωνάκι για να ενεργοποιηθεί το κουμπί next. Μια φορά κάθισα και τους διάβασα. Το πιο βαρετό σεξ έβερ. Μέχρι να τους τελειώσω είχα χάσει κάθε ενδιαφέρον για το παιχνίδι. Θέλω να θυμηθώ να γράφω ερωτικά γράμματα και ραβασάκια. Γιατί πρέπει πάντα να πιάνω την πιο απόλυτη πλευρά του κουβαριού για να βρω την άκρη; Γιατί βαρέθηκα τις μετριότητες. Η λέξη «μέσο» μου φέρνει πια στο νου μόνο τις λέξεις λεωφορείο- τραμ-τρόλεϊ- μετρό. Και κάτι από ποδόσφαιρο που δε το θυμάμαι πια. Πάντως όχι την κατάσταση που βρίσκεται ανάμεσα στα δύο άκρα. Μου αρέσουν οι αστράγαλοί μου το καλοκαίρι. Ιδίως ο δεξής. Ξεγυμνώνουν κάτι σέξι που τον χειμώνα πέφτει σε νάρκη. Όχι από αυτές που εκρήγνυνται. Από εκείνες που κοιμάσαι για να μη θυμάσαι ποτέ όταν ξυπνάς. Σου φαίνονται χαζές οι διευκρινήσεις μου, ε; Θαρρείς πως εννοείται πως εννοώ το τάδε και όχι το δείνα. Θα στου πω κάτι για να ξέρεις. Τίποτα δεν εννοείται. Και αν δε το καταλάβεις ποτέ σου, άντε και γαμήσου.

Όταν βρεθείς με την πλάτη
κολλημένη στον τοίχο στο
μοναστηράκι από πάνω
να μη ξεχάσεις,
πως είπες θα ‘ρθεις
… αλλά δεν ήρθες…