31.10.08



Στρίβω ένα τσιγάρο και ξεκινώ. Πιο αποφασιστικά από πριν.

Χτες ήταν ένα από τα ηλίθια βράδια μου. Συνεχώς στριφογύριζα στο διπλό μου κρεβάτι. Μα ήταν δύσκολο να ξεκουράσω το μυαλό μου από κάτι που ερήμην μου το απασχολούσε. Εδώ και μερικές βδομάδες κοιμάμαι μόνη μου πια και νιώθω μια γαλήνια μοναξιά…

Κοιτάζω το ενυδρείο μου. Ενώ η Ποκαχόντας παίζει με τον Γκόντζο κυνηγητό, η αδηφάγα, μέλλουσα μητέρα, Φωτεινή, σέρνει με κόπο την τεράστια κοιλιά της! Τι κόσμος κι αυτός… μοναδικός όπως κι ο δικός μου…

Έχω μήνες να κλειστώ στον κόσμο μου. Και νομίζω πως μου έχει λείψει. Τώρα. Γιατί τώρα; Γιατί τώρα νιώθω την ανάγκη να φυγοπονήσω. Σήμερα με ρώτησες γιατί δε με βρίσκεις. Ίσως είναι και αυτός ένας λόγος. Μερικές φορές το να γράφω είναι πολύ επώδυνο.

Τα χέρια μου κυλούν πάνω στο πληκτρολόγιο, ενώ η σκέψη μου ταξιδεύει με άλλο ρυθμό. Στο μυαλό μου επικρατεί μια αναρχία και οι λέξεις μεταπηδούν από τη μία σκέψη στην άλλη με ακανόνιστο ρυθμό και παράλογη σειρά. Άντε να βάλεις όλο αυτό το χάλι σε τάξη. Θεωρήσεις και αναθεωρήσεις που γίνονται με ταχύτητα φωτός. Και γράφω. Για ‘σένα. Και σβήνω. Για ‘μένα.

Το τσιγάρο κάηκε στα δάχτυλά μου πριν προλάβω να το βάλω στο στόμα μου. Το άναψα ρούφηξα μια τζούρα νικοτίνη και την έβγαλα πάνω στο σπίρτο για να το σβήσω. Έπειτα κάηκε όσο στήριζα το κεφάλι μου με τον δεξί μου αντιχείρα. Α! Δε στο ‘πα. Ξανάρχισα το κάπνισμα πιο φανατικά από πριν. Δε πειράζει. Φάση είναι, θα περάσει. Ξέρω πως κάποια στιγμή θα ξαναγυρίσω στα τσιγάρα τις απόλαυσης. Αλλά ως τότε θα φυσάω την πρώτη τζούρα πάνω στα σπίρτα που ανάβουν τα διαδοχικά μου τσιγάρα.

Χτες βράδυ που έβρεχε ξαφνιάστηκα. Μόλις κάθισα αναπαυτικά στον καναπέ μου άκουσα το μουρμουρητό της. Βγήκα στο μπαλκόνι κι απόλαυσα αυτό που περίμενα από την περασμένη Δευτέρα όταν βρέθηκα στη Χαλκίδα. Τα σύννεφα ήταν κατάμαυρα κάποιες στιγμές κι εγώ περίμενα υπομονετικά να κάνει νεύμα η Γη στον Ουρανό για να μπορέσει εκείνος να κλάψει. Βέβαια… αυτό δεν έγινε εκείνη τη μέρα. Ούτε και την επόμενη. Ούτε τη μεθεπόμενη. Ήρθε όμως χτες. Έστω και για λίγο. Μου έφτασε όμως για να ακουμπήσω πάνω της τις άναρχες σκέψεις μου.

Κι έτσι έφτασα στο απόψε. Και κλείνω. Απότομα και πάλι. Καληνύχτα.


φωτό:http://mcr-raven.deviantart.com/art/rain-19369002
Παρασκευή 31/10/08 23.02

23.10.08

Η βαρεμάρα στο περίπου...


Έχω άδεια εδώ και μέρες κι ενώ συνεχίζει η ζωή να εξελίσσεται στο ‘‘περίπου’’ για σήμερα αποφάσισα να ακούσω τραγούδια αφιερωμένα… παντού. Και πατώντας το κουμπί και ξεκινώντας το τραγούδι επίσης αποφάσισα να βάλω και τις σκέψεις μου σε τάξη. Γράφω, σβήνω ξαναγράφω, ξανασβήνω. Ακόμα και οι σκέψεις μου είναι αναποφάσιστες. Δε βλέπω να τα βγάζω εύκολα πέρα…

Πριν λίγο επέστρεψα.... βαριέμαι... βαριέμαι πολύ... τόσο πολύ που ακόμα και οι σκέψεις μου με ενοχλούν γιατί αισθάνομαι να με κουράζει το μυαλό μου...

Χάνομαι για λίγο, όσο το να στρίψω ένα τσιγάρο κι επανέρχομαι.

Στο θέατρο του παραλόγου που εξελίσσεται ορισμένες φορές η ζωή, τυχαίνουν και απρόοπτα. Μόνο που εμένα ξέχασαν να μου συμβούν. Έχω μια μόνιμη σύγχυση στο κεφάλι μου, και μια συσσωρεμένη τσαντίλα που δε μου βγαίνει προς τα έξω. Όχι πως δε θέλω. Θέλω. Αλλά δε μπορώ. Η αλήθεια είναι πως βαριέμαι και αφόρητα να το παλέψω…

Σκουντουφλάω πάνω σε περασμένες επιθυμίες που τις έκλεισα μέσα στη σπηλιά της λήθης να μείνουν εκεί βουβές μέχρι να λησμονηθούν. Ο κόσμος γύρω μου μοιάζει με σμήνος από ενοχλητικά έντομα που ο μόνος λόγος ύπαρξής τους είναι να βουίζουν γύρω από το κεφάλι μου ταράζοντας και τη παραμικρή χορδή ηρεμίας που απέμεινε να κρύβει τούτο το μυαλό...

Επέστρεψα σπίτι μου μα για σήμερα νιώθω να μπαίνω σε μια φυλακή. Ο αέρας γύρω μου είναι πνιγηρός κι εγώ που με κόπο ανασαίνω, στην κυριολεξία, κουράζομαι ακόμα περισσότερο. Νιώθω τον κόμπο να φτάνει μέχρι τη βάση της γλώσσας μου και να κουρνιάζει εκεί λες κι εκεί είναι η κρυψώνα του... κι εγώ θέλω να φωνάξω. Να βγάλω τη συσσωρεμένη μου οργή πάνω στα ξεράσματα των αηδιασμένων μου αποθημένων...
Αυτά τα μίζερα γι' απόψε…
Σε φιλώ... απαλά στα βλέφαρά σου τα κλειστά.....
.

Φωτό: http://trixis.deviantart.com/art/Boring-miracles-8693704
Δευτέρα 23/10/08 03.31

21.10.08

Κι εσύ φρικάρεις που σου λέω Σ'αγαπώ...




Σαν νεοσύλλεκτος στην πύλη του στρατώνα
Σαν ένας δύτης μεθυσμένος στο βυθό
Γυρεύω μάταια την κρυμμένη σου εικόνα
Σε ποιο καινούργιο παραμύθι να δοθώ

Δρόμοι και σπίτια και μορφές μιας άλλης μέρας
Χρώματα, αρώματα, φωνές και μουσικές
Ξυπνούν ξανά της νοσταλγίας μου το τέρας
Κι εσύ διπλά απ' τον πυρετό μου να με καις

Χτυπάει νούμερα η φρίκη στην οθόνη
Κι έξω η ζωή μελισσολόι ζωντανό
Πες μου ποιος φόβος σε μεθά και σε καρφώνει
Πώς να φιλτράρω των ματιών σου τον καπνό

Μας κλέψαν τ' αύριο, μας κλέβουν και το βλέμμα
Κι εσύ φρικάρεις που σου λέω σ' αγαπώ
Πες το ανόρεχτα το ναι κι ας είναι ψέμα
Ότι μας έδεσε για πάντα είναι εδώ

Ο ήλιος άρχισε να γέρνει προς τη δύση
Φυσούν αέρηδες και κόβουν τα στενά
Για το σαράκι του Ρεμπώ μ' είχες ρωτήσει
Κάποια βραδιά στου σινεμά τα σκοτεινά

Στήνει καζούρα στην πλατεία η γαλαρία
Σε τρίτη σύνοδο Αφροδίτη κι Ουρανός
Τέσσερις τοίχοι η καινούρια μου εξορία
Δε φταις εσύ, δε λέει συγγνώμη ο κεραυνός


Μας κλέψαν τ' αύριο, μας κλέβουν και το βλέμμα
Κι εσύ φρικάρεις που σου λέω σ' αγαπώ
Πες το ανόρεχτα το ναι κι ας είναι ψέμα
Ότι μας έδεσε για πάντα είναι εδώ


Πες το ανόρεχτα το ναι κι ας είναι ψέμα
Ότι μας έδεσε για πάντα είναι εδώ

Είναι εδώ...

Μίλτος Πασχαλίδης-Το σαράκι του Ρεμπώ
Τρίτη 21/10/08 22.27

17.10.08

Η ζωή στο περίπου....

Μπούχτισμα νιώθω… αυτό είναι. Μπούχτισμα. Η ζωή μου εξελίσσεται τις δύο τελευταίες μέρες στο ‘‘περίπου’’ Περίπου χαίρομαι, περίπου λυπάμαι, περίπου ερωτεύομαι, περίπου τα παίρνω στο κρανίο. Είναι λίγο παθητική η κατάσταση. Ήπερίπου παθητική.

Άρχισα ξαφνικά να βαριέμαι περίπου τα πάντα. Σε αποχαιρέτησα τις προάλλες κι όμως για κάποιον λόγο, απόψε δε λέω να πάω για ύπνο. Λες και περιμένω κάτι. Εσένα; Μάλλον ναι. Αλλά για άλλον λόγο αυτή τη φορά. Για να επαναλάβω την πρώτη. Ή περίπου την πρώτη…

Τα φώτα της Κλινικής χαμήλωσαν. Οι διάδρομοι είναι άδειοι. Μοιάζω σα να περπατάω σε μονοπάτι ερημικό κάτω από το φεγγαρόφως. Το κλάμα ενός παιδιού στα Επείγοντα βιάζει τη βαρεμάρα μου και νιώθω εγρήγορση. Συνεχίζω το περπάτημά μου και φτάνω στο ανσασέρ. Τελικά δεν έχω όρεξη για παιγνίδια με ‘‘σκορ’’ απόψε. Παίρνω την βαρεμάρα μου και τη συνοδεύω με ένα δυνατό χασμουρητό.

Περίπου σε σκέφτομαι…

-Καληνύχτα….
-Καληνύχτα…



Παρασκευή 17/10/08 01.46


φώτο:http://utopic-man.deviantart.com/art/tired-time-99513898

8.10.08

Tango



Άνοιξε το κρασί μισή ώρα πριν το φαγητό. Έτσι τα αρώματά του θα ανέβουν πάνω και θα πλημμυρίσουν τις αισθήσεις σου μόλις μία γουλιά ακουμπήσει στα χείλη σου. Άσε το κρασί να κυλήσει στη γλώσσα σου αργά, απόλαυσε κάθε σταγόνα του σαν να 'ταν ένα φιλί. Ένα φιλί, δύο, τρία, χιλιάδες, φιλιά εξωτικά, ατελείωτα, άσε τον κόσμο να μας κοιτάζει, ζηλεύει δεν το ξέρεις, νομίζουν ότι ήμαστε ερωτευμένοι, ίσως και να ήμαστε ποιος ξέρει, όχι μεταξύ μας, αυτό ποτέ δεν συνέβη, ερωτευμένοι με τον έρωτα, ερωτευμένοι ίσως με όλους αυτούς τους μικρούς τρελούς έρωτες που μας χαϊδεύουν καθημερινά….. Το κρασί, κόκκινο, μεστό, τρέχει μέσα στις φλέβες σου πλέον. Το αίμα σου παραδίνεται, ποιος αντιστέκεται σε τέτοιο πάθος άλλωστε;


Είναι αστείο, έχουν χάσει πια το λογαριασμό, μα πόση ώρα φιλιούνται; Όλοι αναρωτιούνται. Και εγώ. Πόση αλήθεια; Δεν σε χορταίνω. Δεν με χορταίνεις. Στέκομαι εδώ πόση ώρα και προσπαθώ να καταλάβω τι μου συμβαίνει, δεν θέλω να ξέρω ίσως έχω παραισθήσεις, άκου τη μουσική… Ένα ξυλάκι κανέλα αφημένο στο πιάτο, ό,τι απόμεινε από το γλυκό σου. Ήταν κόκκινο, σαν τα χείλη σου την ώρα που με φώναξες να κάτσω στο τραπέζι. Ήτανε γλυκό σαν το χαμόγελο σου την ώρα που με ρώτησες αν μου άρεσε το φαγητό. Μα πως είναι δυνατόν να μην μου άρεσε το φαγητό σου άγγελε μου; Ήταν γεμάτο αρώματα σαν τα μαλλιά σου την ώρα που πέφτουν στο στήθος μου όταν κάνουμε έρωτα. Ήταν ελαφρύ σαν το κορμί σου την ώρα που αφήνεται στην αγκαλιά μου. Ας τους να κοιτάνε. Τι σε νοιάζει; Μήπως θα μας ξαναδούνε; Αφού αύριο δεν θα ήμαστε μαζί. Το ξέρεις. Το ξέρω. Κάθομαι μπροστά στο ανοιχτό παράθυρο, γυμνή, τα χέρια σου σαν πέπλο με τυλίγουν και διώχνουν τη δροσιά της νύχτας. Χαϊδεύω τα χέρια σου, είναι τόσο σίγουρα, με σφίγγεις και θα σκάσω, μην με αφήσεις ποτέ, τώρα δεν με νοιάζει τίποτα. Μπροστά μου απλώνεται η πεδιάδα που τόσο αγάπησε η μητέρα μου. Στο είχα πει ότι κάποτε θα σε φέρω εδώ, εδώ να ακούσεις τα τριζόνια τη νύχτα να σου τραγουδάνε μυστικά μαγεμένα…. Απόψε περπάτησα στους ελαιώνες της πατρίδας μου. Η ελιά έδενε πάνω στα κλαδιά, άκουγα τον καρπό να σκάει, να θέλει να μεγαλώσει γρήγορα, η εφηβεία την έπνιγε, βιαζόταν πολύ. Γιατί μικρή μου, είναι ωραία να είσαι μικρός, δεν καταλαβαίνεις πολλά πράγματα, τότε ακόμη όλα είναι τόσο αγνά, ο κόσμος δεν μπορεί να σε πειράξει… Θα έρθει και η στιγμή που θα μεγαλώσεις, και τότε θα πονέσεις, θα χαρείς αλλά θα καταλαβαίνεις τόσα και θα θέλεις τόσα από τη ζωή σου, και θα τρέχεις να προλάβεις γιατί οι μέρες θα φεύγουν από τα χέρια σου σαν το νερό στην πηγή.


Την θυμάσαι την πηγή χθες το απόγευμα αγάπη μου;…


Η κυριούλα απέναντι κλείνει σοκαρισμένη το παράθυρο, δεν θέλει τα παιδιά της να δούνε πόσο ξεδιάντροπος έχει γίνει ο κόσμος. Εμένα δεν με νοιάζει πια. Πόσο θα σ' έχω ακόμη; Σε άφησα να παίξεις το απόγευμα με το νερό, ήταν τόσο δροσερό. Μικρά μας πήγαινε ο πατέρας στο νησί σε μία πηγή. Ένα γύρω είχαν φτιάξει οι χωριανοί αυλάκια για να φεύγει το νερό στα χωράφια τους. Και στο μυαλό μας φάνταζαν θάλασσες ολόκληρες. Καθόμασταν πάνω στα τσιμεντένια τοιχάκια και με τα καλάμια ταξιδεύαμε σε χώρες φανταστικές. Αλίμονο σε όποιον μας διέταζε να γυρίσουμε πίσω. Τα τζιτζίκια γλύκαιναν τα μεσημέρια του καλοκαιριού μέσα από τις συκιές.. Ο παππούς έτρεχε να μας φέρει ροδάκινα από το σπίτι, τα έπλενε στο νερό της πηγής και μας τα πέταγε στο καράβι μας. Και εμείς δαγκώναμε ένα καλοκαίρι ολόκληρο, αφήναμε το χυμό τους να τρέξει πάνω στα ρούχα μας και δεν νοιαζόμασταν παρά μόνο για την φουρτούνα που ερχόταν.


Το ξεκούρδιστο γραμμόφωνο, ό,τι απόμεινε από την μητέρα μου, παίζει ένα αργεντίνικο ταγκό. Θυμάμαι όταν με είχε αγκαλιά μικρή, εκείνη τη μυρωδιά από λεβάντα και ροδάκινο στα ρούχα της, μου μίλαγε ώρες ατελείωτες για τα παλάτια της Ανδαλουσίας και τους ελαιώνες της χώρας της. Με ταξίδευε μακριά, βυθιζόμουνα στον κήπο του κορμιού της και δεν ήθελα να γυρίσω πίσω με τίποτα. Ζήλευα τον πατέρα μου γιατί μπορούσε όλο το βράδυ να αναπνέει τον κήπο με τις λεβάντες και τις ροδακινιές, να τον αγγίζει, να μπαίνει μέσα, να εξερευνεί αυτόν τον κόσμο που λίγοι είχαν γνωρίσει. Ήταν τυχερός άντρας ο πατέρας μου. Αλλά και η μητέρα μου… Θυμάμαι εκείνο το βράδυ…. Την κρατούσε αγκαλιά μπροστά στο ανοιχτό παράθυρο. Ήταν και οι δύο γυμνοί, μόνο η νύχτα σκέπαζε το κορμί τους… Το ίδιο τραγούδι έπαιζε και τότε. Τότε εκείνος της πήρε το δεξί χέρι το έβαλε πάνω στον ώμο του και κοιτώντας την στα μάτια με εκείνο το ερωτευμένο βλέμμα των εραστών των χολιγουντιανών φιλμ την έσυρε σε ένα χορό φλογισμένο. Το γραμμόφωνο δεν έπαιζε πια όμως εκείνοι συνέχιζαν να χορεύουν, μόνοι, ξεχασμένοι… Εγώ κρυμμένη σε μία γωνία, ένιωθα την καρδιά μου να πάει να σπάσει.. Ήμουν δεκαπέντε χρονών, τότε που ο έρωτας αρχίζει να παίρνει μορφή μέσα μας… Μπροστά μου δεν ήταν πια οι γονείς μου αλλά δύο ερωτευμένα αγγελούδια, δύο αγγελούδια που στροβιλίζονταν στο ρυθμό ποιος ξέρει ποιου παραδεισένιου ταγκό. Ο πατέρας την έσφιξε στην αγκαλιά του και εκείνη έγειρε πίσω, η μέση της λύγισε σαν να μην είχε κόκαλα, και σίγουρα ένιωσε να την αγκαλιάζει η ζεστή ανάσα του που ακολουθούσε το σπασμό του κορμιού της. Ήταν ο τέλειος έρωτας. Λύγισε μέχρι που πέφτοντας στο πάτωμα τον άφησε να της ψιθυρίσει λόγια αγάπης στα πιο απόκρυφα σημεία του κορμιού της και κάθε φορά που άφηνε τα χείλη του να χορέψουν στο κορμί της εκείνη άφηνε έναν αναστεναγμό μακρύ και μελωδικό, σαν το ταγκό που χόρευαν πριν από λίγο. Η αυγή τους βρήκε να κοιμούνται αγκαλιασμένοι πάνω στο λευκό σεντόνι που είχαν κρεμάσει σαν αιώρα στα δύο δοκάρια που κρατούσαν τη σάλα του σπιτιού μας…


Και απόψε εσύ με έφερες εδώ. Το είχα αποφασίσει καιρό να σου δείξω την πατρίδα μου. Μόνο που την τελευταία στιγμή δείλιασα. Μόλις το αεροπλάνο προσγειώθηκε, ένιωσα περίεργα. Το ξέρω στο είχα υποσχεθεί ότι θα 'ρθούμε κάποια μέρα εδώ. Τώρα όμως είναι διαφορετικά. Με τράβηξες εδώ, με περπάτησες σαν να ήταν δικιά σου πατρίδα. Μου μίλησες για όλα αυτά τα μέρη σαν να είχες ξαναρθεί άπειρες φορές. Μιλούσες για αυτά στα όνειρα σου, μου είπες όταν σε ρώτησα. Και έτσι έμαθα. Το αεράκι από τη Μεσόγειο φέρνει τα αρώματα της Αφρικής στα πόδια μας. Τους χουρμάδες και τις αγορές με τα υφάσματα, τα χρώματα και τους απαγορευμένους έρωτες, τα παλάτια και τους σεΐχηδες. Όμως εμείς είμαστε σ' αυτό το ξεχασμένο χωριουδάκι της Ισπανίας. Το φεγγάρι αφήνει τους ελαιώνες κάτω στον κάμπο, σκαρφαλώνει στον ξερό λόφο και ξαπλώνει πάνω στους λευκούς τοίχους των σπιτιών. Το γραμμόφωνο συνεχίζει να παίζει. Όπως τότε. Besa mi, besa mi mucho como si fuera esta noche la ultima vez…que tengo miedo tenerte y perderte despues."


Απόψε αγάπη μου θα με χορέψεις έτσι. Μόνο απόψε. Αφού θα είναι η τελευταία μας νύχτα. Μην μου το αρνηθείς. Όχι δεν θέλω να κάνουμε έρωτα. Αυτό μπορούνε να το κάνουνε όλοι. Όμως να χορέψουν έτσι όχι. Εσύ όμως ίσως. Πιες κι άλλο. Όχι πολύ. Άσε με να φιλήσω τα χείλη σου. Μυρίζουν λεβάντα. Ροδάκινο και σταφύλι και κανέλα. Όλα τα αρώματα μαζί. Ροδοπέταλα και ζάχαρη που καίγεται και κάρδαμο και ελιά και βασιλικό… Όλα τα αρώματα του κήπου μαζεύτηκαν απόψε στα χείλη σου. Άκου… Το φεγγάρι μας ζηλεύει και ρίχνει όλο το φως του πάνω μας για να μην χάσει τίποτα. Άκου. Αυτό είναι. Νιώθω το κορμί σου να λυγίζει. Δως μου το χέρι σου, άκου πως πάει η μουσική…, μακρινή, μία στροφή, κι άλλη μία, το κρασί με ζαλίζει, τα μάτια σου με ζαλίζουν, το φεγγάρι με ζαλίζει, ήμαστε μόνοι αγάπη μου, δώσε μου δυο φιλιά, κι άλλα δύο κι άλλα δύο κι ας τους άλλους να κοιτάνε, κάποτε θα χάσουν το λογαριασμό, θα ζηλέψουν και θ' αρχίσουν να φιλιούνται όλοι έτσι. Νομίζεις; Όχι μόνο εσύ ξέρεις να φιλάς έτσι. Αν ανακατέψεις γαρύφαλλο και κανέλα με κόκκινο ζεστό κρασί και πιεις από αυτό το νέκταρ θα μείνεις για πάντα ερωτευμένος. Ο πατέρας μου έφτιαχνε τόνους από αυτό το κρασί και πότιζε την μητέρα μου. Ακόμη και όταν τους βρήκα νεκρούς, αγκαλιά στο κρεβάτι τους, δυο μικρά γεροντάκια, ακόμη ερωτευμένα είχαν στα χέρια τους ένα άδειο ποτήρι που μύριζε κανέλα και γαρύφαλλο… Πιες αγάπη μου, πιες…


Είμαι γυμνή μπροστά στο παράθυρο, κρατάω ένα ποτήρι με κόκκινο κρασί. Μπροστά μου απλώνεται απέραντη η πολιτεία που λένε ότι ποτέ δεν κοιμάται. Μόνη. Εγώ και η πολιτεία μου. Μικρά φώτα, ο θόρυβος χάνεται στους δρόμους της ζωής. Ποιος ξέρει τι να σκέφτονται όλοι αυτοί… Είμαι μόνη. Εγώ και ένα ποτήρι κόκκινο κρασί. Δεν ήρθες ούτε απόψε…


Tango Βιργινια Κοκκινου
φώτο:http://penetre.deviantart.com/art/tango-103366909

7.10.08

Tango



Είμαι ερωτευμένη... αυτή τη στιγμή είμαι... δε ξέρω για αύριο, με με ρωτάς...

Τι μπορεί να μου πει κάποιος γι' αυτές τις μουσικές που ερωτεύονται... γι' αυτά τα βήματα που παθιάζονται... γι' αυτά τα κορμιά που λικνίζονται... γι' αυτές τις ανάσες που ξεχύνονται σε χειμαρρώδη ποτάμια ηδονής...

Ειμαι ερωτευμένη... συτή τη στιγμή... δε ξέρω για αύριο, μη με ρωτάς....

Τρίτη 07/10/08 11.57

4.10.08

Γράμμα στον Άγνωστο Φίλο...


Μπερδευόμαστε σε όνειρα κι έπειτα δε ξέρουμε αν αυτό που ζούμε συνεχίζει να είναι η πλοκή ενός ονείρου ή μια πραγματικότητα. Αυτό που ξεχωρίζει όμως τα όνειρα από την πραγματικότητα, είναι πως στα όνειρα είναι όλα τόσο όμορφα! Ακόμα και τα απρόοπτα είναι κομμάτι της υπεροχής. Στην πραγματικότητα όμως τα απρόοπτα συνήθως μας αποπροσανατολίζουν. Βέβαια... μπορούμε να κάνουμε τα όνειρά μας ονειρέματα και να ζήσουμε εκεί μέσα έτσι όπως εμείς θέλουμε κι επιλέγουμε μια πραγματικότητα πέρα για πέρα αληθινή σε μια άλλη διάσταση του νου. Αρκεί να μη τσιμπήσουμε με δύναμη το μπράτσο μας ώσπου να ματώσει και τότε διαπιστώσουμε μόνο το αίμα που σχηματίζει μικρά ρυάκια πόνου...

Τα πάντα είναι θέμα επιλογών, νομίζω το έχουμε πει ξανά αυτό. Παρατηρώ τη ζωή σου μέσα από μικρές λέξεις και νομίζω πως είναι αρκετά έντονη και παθιασμένη με στιγμές απείρων στιγμών. Κι όμως, φαίνεται σαν κάτι να λείπει... ίσως ο Έρωτας που έφυγε κάποτε δίνοντας τη θέση του σε μια όμορφη αγάπη, αλλά η απουσία του χτυπά τις πόρτες των πιο κρυφών φαντασιώσεών μας και διεκδικεί την παρουσία του...

Μη το αναλύεις... άσε το απλά να συμβεί. Μόνο τότε θα διαπιστώσεις το μεγαλείο ή το τίποτά του...

Μείνε εκεί.... για όσο θες... για όσο αντέχεις…αν υπάρχει λόγος...
Σάββατο 04/10/08 11.36

1219915

 Σε βλέπω, μα δε σε γνωρίζω πια… η εικόνα σου ξεθωριάζει κι εγώ θέλω να τρέξω ουρλιάζοντας να σταματήσω τη φθορά της, μα νιώθω σαν παιδί που μεγάλωσε πια και κρατάει ακόμα στο δεξί χέρι του την αγαπημένη του κούκλα. Τη σέρνει, την τραβάει από ‘δω και από ‘κει και κάποια στιγμή κοιτάζει το πρόσωπο της και διαπιστώνει πως τα μαλλιά της λερώθηκαν, τα μάτια της έγιναν θολά, τα χρώματά της ξεθώριασαν κι αυτά˙ σαν την εικόνα σου. Και όσο την κοιτάζει τόσο διαπιστώνει πως πρέπει πια να την ξεφορτωθεί. Πέρασε καιρός πολύς. Μεγάλωσε πια. Δεν υπήρχε νόημα να κυκλοφορεί με μια κούκλα που μοιάζει να είναι άρρωστη. Σαν τα αισθήματά μου που νόσησαν τόσο καιρό δίπλα σου.

Λες πως τα νιάτα είν’ αστραπή που δεν ακούει
η ομορφιά τυφλή βροντή, νωπό σημάδι
και η φροντίδα μια ντροπή που υπακούει
Η αγάπη πάει με κουπιά, πως να προλάβει
Η αγάπη πάει με κουπιά, πως να προλάβει
Είπα ο χρόνος κι η αλήθεια είναι ταίρι
μα σακατεύτηκα για ένα σου φιλί
ο σκουπιδιάρης ο καημός κάτι θα φέρει
Όμως να ξέρεις πως σ’ αγάπησα πολύ
Σ’ αγάπησα πολύ
Λες πως θ’ αλλάξει ο καιρός, θ’ ανάψουν άστρα
θα ‘χει πανσέληνο, θα λάμπει το φεγγάρι
δες δύο χέρια από πηλό ρίχνουνε κάστρα
Έστηνε δόκανο η ζωή και όποιον πάρει
Έστηνε δόκανο η ζωή και όποιον πάρει
Είπα ο χρόνος κι η αλήθεια είναι ταίρι
Μα σακατεύτηκα για ένα σου φιλί
Ο σκουπιδιάρης ο καημός κάτι θα φέρει
Όμως να ξέρεις πως σ’ αγάπησα πολύ
Είπα ο χρόνος κι η αλήθεια είναι ταίρι
Σ’ αγάπησα πολύ
Μα σακατεύτηκα για ένα σου φιλί
Σ’ αγάπησα πολύ
Ο σκουπιδιάρης ο καημός κάτι θα φέρει
Σ’ αγάπησα πολύ
Όμως να ξέρεις πως σ’ αγάπησα πολύ
Σ’ αγάπησα πολύ

Τραγουδάει ο Θεοχαρίδης σε ένα τραγούδι που μου το χάρισε κάποιος. Και με αυτό θα σε αποχαιρετίσω αύριο. Θα σε βάλω σε μια βάρκα, θα φυσήξω τα πανιά της να φουσκώσουν και θα σε αφήσω να φύγεις μακριά στο άγνωστο, όσο θα πιάνομαι σφιχτά από χέρια δυνατά που δε θα με αφήνουν να σε φωνάξω και πάλι πίσω… θα κουνήσω το χέρι μου κι έτσι απαλά θα σου πω αντίο…
Λησμόνησε με… όσο πιο γρήγορα μπορείς…

Σάββατο 04/10/08 09.23
φώτο:http://talkingdrum.deviantart.com/art/Boat-88931854