22.4.12

comitatu vestigia



Καμιά φορά στέκομαι όρθια πλάι στις γραμμές του τρένου και  χαζεύω αυτούς που έρχονται και αυτούς που φεύγουν.  Στέκομαι όρθια πάνω στα πόδια μου και οι πατούσες μου διαμαρτύρονται καθώς λιώνουν μαζί με τις σόλες από τα σανδάλια μου. Σταμάτησε να βρέχει. Τα μάτια μου πονάνε από τον πρωινό ήλιο αλλά δε θα το βάλω κάτω, θα τυφλωθώ πριν με τυφλώσει εκείνος. Κι έπειτα ίσως καταφέρω να σε γνωρίσω χωρίς μάτια- νομίζω πως έτσι θα σε αγαπήσω από την αρχή. Περιμένω μερικές ηλιόλουστες μέρες για να καταφέρω να διώξω τον χειμώνα από το τζάκι μου μήπως και ζωντανέψουν ξανά από την αρχή τα λουλούδια μου. Χάνομαι - χάνομαι σου λέω δεν ακούς; - μέσα σε χρώματα πανσέδων και κρίνων. Περιμένω μερικές σταγόνες ζωής να πέσουν πάνω στη βουκαμβίλια μου μήπως μου βγάλει και φέτος μερικά κόκκινα άνθη αλλά δε ξέρω αν θα με ερωτευτεί όπως και πέρσι. Περνάνε μερικά χιλιόμετρα πιο κάτω και πιο πάνω και τσαφ-τσουφ-τουυυυυυυυυ- φτάνω πέρα από τα όρια μου. Στο σπίτι επικρατεί μια ησυχία απαλή σαν πρωινό ξύπνημα κυήματος. Κάτι έχει αυτή η πόλη. Σκοτώνει όσους την αγάπησαν με πάθος. Κι εσένα που σε αγάπησα ολότελα, φοβάμαι μη σε καταπιεί η πόλη μου. Μεγάλοι, σπουδαίοι, ερασιτέχνες, όλοι χάνονται στο αδηφάγο της ξελόγιασμα. Κι εγώ η πιο ερασιτέχνης ερωμένη μπορώ μόνο τα μάτια σου να αγγίξω χωρίς να πληγώσω το υπόλοιπο σώμα σου. Το ρολόι του σταθμού στο δοκάρι του τοίχου έχει ακόμα χειμερινή ώρα κι εγώ περιμένω να έρθει καλοκαίρι. Ψέματα. Μια ψευδαίσθηση πόνου είναι η φετινή Άνοιξη γιατί ο χειμώνας που πέρασε μου άφησε κάτι εγκαύματα στην πλάτη από το κρύο. Λιώνω, λιώνω σου λέω, κάθε φορά που οδηγώ προς το σπίτι χωρίς λόγο επιστροφής. Μια παύση τσιγάρου θα κάνω μήπως και καταφέρω να ρουφήξω λίγο παραπάνω αέρα και τελικά δε πνιγώ μέσα στο σώμα που κατοικώ και ήδη ενηλικιώθηκε. Το σώμα μου ενηλικιώθηκε. Εγώ να δούμε πότε…


Μπορώ και γράφω
τις ίδιες 
λέξεις με άλλη
 σειρά μέχρι
 να αποσιωπήσω
το φόνο που 
διέπραξαν
τα όνειρά μου
 στο ανέγγιχτο
 για αιώνες σώμα μου