30.7.09

Πηγή Ονείρων

Βάζω ένα ποτό κι έρχομαι… περίμενέ με…
Σβήνω το φως… θα αφήσω αναμμένο μόνο το φως που φέγγει πάνω στα δάχτυλά μου, ίσα ίσα να νιώθω πως δεν είμαι μόνη, κι ας έχω μοναδική παρέα μια βουβή μοναξιά…
Ρίχνω στο ποτήρι ένα παγάκι σε σχήμα καρδιάς να λιώσει μέσα στο γλυκερό Malibu κι αυτό λιώνει πριν φέρω το ποτήρι στα χείλη μου… δε λέω… άργησα κι εγώ να πιω την πρώτη μου γουλιά…
Πολλά αποσιωπητικά σε ένα κείμενο χωρίς ουσία, μάλλον, που ο μόνος λόγος ύπαρξής του είναι να καταλάβω τον εαυτό μου πριν με καταλάβει εκείνος και μου τη φέρει. Τα δάχτυλα πετούν πάνω στο πληκτρολόγιο και ο θόρυβος των πλήκτρων σπάει ακόμα και τη φωνή της Λιζέτας Καλημέρη που μου τραγουδά για την Πηγή των Ονείρων. Ανακαλύπτω πως μάλλον έμαθα να γράφω χωρίς να κοιτώ τα δάχτυλά μου σε ένα τυφλό σύστημα φτιαγμένο από ‘μενα για ‘μενα. Κοιτώ τα γράμματα να σχηματίζονται πάνω στη λευκή οθόνη και θυμήθηκα μια συζήτηση που είχα τις προάλλες για τη γραφή με το μολύβι. Μακάρι να μπορούσα να βρω εκείνο το τετράδιο που είχα αποκτήσει όταν ήμουν δεκαέξι. Κάπου χάθηκε, κι εγώ νιώθω αποκομμένη από την ηλικία εκείνη, λες και τελικά εκείνο το τετράδιο ήταν ότι είχα από τότε. Δεν ήταν. Ή ήταν. Δε θυμάμαι. Αν το είχα όμως θα θυμόμουνα…
Η ορθογραφία μου πηγαίνει περίπατο μερικές φορές και τα κείμενά μου γεμίζουν κόκκινες γραμμούλες από κάτω για να μου θυμίσουν πως στο Δημοτικό παιδευόμουν πολύ να γράψω τη λέξη ‘‘άμμος’’. Όλα τα διπλά με μπέρδευαν. Και το αβγό; Έτσι γράφεται ή με ύψιλον;
Όχι, δε θα έχω ‘‘κοπανήσει’’. Έχω μόλις μετρήσει τέσσερις γουλιές από τότε που το ποτό μου έγινε νερουλό. Και μη φανταστείς, το ποτήρι είναι από εκείνα τα μικρά της ρετσίνας, γιατί βαρέθηκα να βγάλω τα καλά τα ποτήρια από το πάνω ράφι. Και θα μπορούσα να μη βγάλω και καθόλου και να πιώ από το μπουκάλι, όλο το μπουκάλι, αλλά εκείνο θα έβραζε μέσα μου και θα έκανα εμετό. Και αυτό το λάμδα που το έβαλαν δίπλα στην οξεία, με μπερδεύει και γεμίζω τις λέξεις από άχρηστα λάμδα που δε βγάζουν νόημα…
Λείπεις κι εσύ ανάθεμα σε. Και ούτε που ξέρω τι ώρα θα επιστρέψεις. Φοβάμαι να ξαπλώσω μόνη μου, μην τυχόν και δε σε ονειρευτώ. Περιμένω στο μπαλκόνι τον ήχο που κάνει ο συμπλέκτης της μηχανής σου και τα γόνατα μου πιάνονται από την ορθοστασία. Μιλώ στον εαυτό μου, αλλά πιθανότητα μιλώ στο υποσυνείδητό σου.
Κάνω διαγωνισμό ορθογραφίας μαζί μου και κερδίζω. Τόσες γραμμές και μόνο τρεις γραμμούλες κυματιστές και κόκκινες εμφανίστηκαν. Και η τέταρτη τώρα δα.
Είμαι κολλημένη στον φάκελο τραγουδιών και ούτε που ξέρω τι θέλω ν’ ακούσω. Κάτι σε δυνατό, σε γλυκό σαν το ποτό μου ή κάτι πιο ανάλαφρο να πάρει τη μοναξιά μου πέρα από τη θάλασσα που βλέπει το πίσω μπαλκόνι; Και σάμπως γιατί θα έπρεπε να την πάρει μακριά μου; Αυτή είναι η αιτία που έμαθα να γράφω τη λέξη ‘‘άμμος’’ με δύο μι. Όσες ώρες μοναξιάς μετράει το κορμί μου, άλλες τόσες γραμμές ανορθόγραφες που έμαθαν ορθογραφία ζωγραφίστηκαν. Είναι και αυτός ένας τρόπος να μάθεις να γράφεις σωστά. Ακόμα και τη λέξη Μοναξιά. Μοναξιά… τόσο άσχημη, άχρηστη κι εποικοδομητική πράξη του εαυτού…
Δε θέλω να διαβάσω αυτά που έγραψα. Και δεν είμαι καθόλου σίγουρη αν θέλω να τα διαβάσεις κι εσύ. Αλλά μεταξύ μας δεν υπάρχουν μυστικά. Τα μυστικά ανάμεσά μας είναι επιπλέον βάρος που μπαίνουν στο ένα τάσι της ζυγαριάς της ισορροπίας και τη διαλύουν. Το μόνο που θέλω είναι να επιστρέψεις πριν κοιμηθώ. Να σου τραγουδήσω αυτό το τραγούδι όπως έκανα παλιότερα, δυο ή τρεις φορές, το βράδυ και ν’ ακούσω το γέλιο του να ζωγραφίζει με τα δάχτυλα πάνω στο κορμί μου…


11 - Kalimeri Lizeta - San Ka - PNOH TOU ANEMOU

Σαν καταιγίδα
σαν καταιγίδα να 'σαι
που ζευγαρώνει το πρωί
νεροσταλίδα μετά τη μπόρα να 'σαι
που αντιστέκει στη ροή.

Πηγή ονείρων το κορμάκι σου
κι εγώ απλός ονειροκρίτης
το νου απλώνω για ένα γέλιο σου
μα εσύ γλιστράς σαν σταλακτίτης

Σαν καταιγίδα
σαν καταιγίδα πνίξε
της ενοχής μου την ηχώ
με την ορμή σου την πυρκαγιά μου σβήσε
κι εγώ δε θα αντισταθώ.

Σαν καταιγίδα
σαν καταιγίδα ρίξε
τους κεραυνούς σου να γευθώ
ξερό χορτάρι βροχή που θέλω να 'σαι
απ' τη δροσιά σου να σωθώ.

Πηγή ονείρων το κορμάκι σου
κι εγώ απλός ονειροκρίτης
το νου απλώνω για ένα γέλιο σου
μα εσύ γλιστράς σαν σταλακτίτης

Πηγή ονείρων το κορμάκι σου
κι εγώ απλός ονειροκρίτης
το νου απλώνω για ένα γέλιο σου
μα εσύ γλιστράς σαν σταλακτίτης

Φωτό: http://ms-smith.deviantart.com/art/Green-Rain-10101271
Πέμπτη 30/07/09 22.08

Μ' ακούς;

Ι.
Θα πενθώ πάντα -- μ’ ακούς; -- για σένα,
μόνος, στον Παράδεισο

Θα γυρίσει αλλού τις χαρακιές
Της παλάμης, η Μοίρα, σαν κλειδούχος
Μια στιγμή θα συγκατατεθεί ο Καιρός

Πώς αλλιώς, αφού αγαπιούνται οι άνθρωποι

Θα παραστήσει ο ουρανός τα σωθικά μας
Και θα χτυπήσει τον κόσμο η αθωότητα
Με το δριμύ του μαύρου του θανάτου.

ΙΙ.
Πενθώ τον ήλιο και πενθώ τα χρόνια που έρχονται
Χωρίς εμάς και τραγουδώ τ’ άλλα πού πέρασαν
Εάν είναι αλήθεια

Μιλημένα τα σώματα και οι βάρκες πού έκρουζαν γλυκά
Οι κιθάρες πού αναβόσβησαν κάτω από τα νερά
Τα "πίστεψέ με" και τα "μη"
Μια στον αέρα μια στη μουσική

Τα δύο μικρά ζώα, τα χέρια μας
Πού γύρευαν ν’ ανέβουνε κρυφά το ένα στο άλλο
Η γλάστρα με το δροσαχί στις ανοιχτές αυλόπορτες
Και τα κομμάτια οι θάλασσες πού ερχόντουσαν μαζί
Πάνω απ’ τις ξερολιθιές, πίσω απ’ τούς φράχτες
Την ανεμώνα που κάθισε στο χέρι σου
Κι έτρεμες τρείς φορές το μωβ τρείς μέρες πάνω από
τους καταρράχτες

Εάν αυτά είναι αλήθεια τραγουδώ
Τό ξύλινο δοκάρι και τό τετράγωνο φαντό
Στον τοίχο με τη Γοργόνα με τα ξέπλεκα μαλλιά
Τη γάτα πού μάς κοίταξε μέσα στα σκοτεινά

Παιδί με τό λιβάνι και με τον κόκκινο σταυρό
Την ώρα πού βραδιάζει στων βράχων τό απλησίαστο
Πενθώ τό ρούχο πού άγγιξα και μού ήρθε ο κόσμος.

ΙΙΙ.
Έτσι μιλώ για σένα και για μένα

Επειδή σ’ αγαπώ και στην αγάπη ξέρω
Να μπαίνω σαν Πανσέληνος
Από παντού, για τό μικρό τό πόδι σού μες στ’ αχανή
σεντόνια
Να μαδάω γιασεμιά κι έχω τη δύναμη
Αποκοιμισμένη, να φυσώ να σε πηγαίνω
Μες από φεγγαρά περάσματα και κρυφές της θάλασσας στοές
Υπνωτισμένα δέντρα με αράχνες πού ασημίζουμε

Ακουστά σ’ έχουν τα κύματα
Πώς χαϊδεύεις, πώς φιλάς
Πώς λες ψιθυριστά τό "τί" και τό "έ"
Τριγύρω στό λαιμό στον όρμο
Πάντα εμείς τό φώς κι η σκιά

Πάντα εσύ τ’ αστεράκι και πάντα εγώ τό σκοτεινό πλεούμενο
Πάντα εσύ τό λιμάνι κι εγώ τό φανάρι τό δεξιά
Τό βρεγμένο μουράγιο και η λάμψη επάνω στα κουπιά

Ψηλά στό σπίτι με τις κληματίδες
Τα δετά τριαντάφυλλα, και τό νερό πού κρυώνει
Πάντα εσύ τό πέτρινο άγαλμα και πάντα εγώ η σκιά πού μεγαλώνει
Τό γερτό παντζούρι εσύ, ο αέρας πού τό ανοίγει εγώ
Επειδή σ’ αγαπώ και σ’ αγαπώ
Πάντα Εσύ τό νόμισμα και εγώ η λατρεία πού τό
Εξαργυρώνει:

Τόσο η νύχτα, τόσο η βοή στον άνεμο
Τόσο η στάλα στον αέρα, τόσο η σιγαλιά
Τριγύρω η θάλασσα η δεσποτική
Καμάρα τ’ ουρανού με τ’ άστρα
Τόσο η ελάχιστη σου αναπνοή

Πού πια δεν έχω τίποτε άλλο
Μες στους τέσσερις τοίχους, τό ταβάνι, τό πάτωμα
Να φωνάζω από σένα και να με χτυπά η φωνή μου
Να μυρίζω από σένα και ν' αγριεύουν οι άνθρωποι
Επειδή τό αδοκίμαστο και τό απ’ αλλού φερμένο
Δεν τ’ αντέχουν οι άνθρωποι κι είναι νωρίς, μ’ ακούς
Είναι νωρίς ακόμη μες στον κόσμο αυτόν αγάπη μου

Να μιλώ για σένα και για μένα.

ΙV.
Είναι νωρίς ακόμη μες στον κόσμο αυτόν, μ’ ακούς
Δεν έχουν εξημερωθεί τα τέρατα μ’ ακούς
Τό χαμένο μου τό αίμα και τό μυτερό, μήκους
Μαχαίρι
Σαν κριάρι πού τρέχει μες στους ουρανούς
Και των άστρων τούς κλώνους τσακίζει, μ’ ακούς
Είμ’ εγώ, μ’ ακούς
Σ’ αγαπώ, μ’ ακούς
Σε κρατώ και σε πάω και σού φορώ
Τό λευκό νυφικό της Οφηλίας, μ’ ακούς
Πού μ’ αφήνεις, πού πάς και ποιός, μ’ ακούς

Σού κρατεί τό χέρι πάνω απ’ τούς κατακλυσμούς

Οι πελώριες λιάνες και των ηφαιστείων οι λάβες
Θα’ ρθεί μέρα, μ’ ακούς
Να μάς θάψουν κι οι χιλιάδες ύστερα χρόνοι
Λαμπερά θα μάς κάνουν περώματα, μ’ ακούς
Να γυαλίσει επάνω τούς η απονιά, ν’ ακούς
Των ανθρώπων
Και χιλιάδες κομμάτια να μάς ρίξει
Στα νερά ένα ένα , μ’ ακούς
Τα πικρά μου βότσαλα μετρώ, μ’ ακούς
Κι είναι ο χρόνος μια μεγάλη εκκλησία, μ’ ακούς
Όπου κάποτε οι φιγούρες Των Αγίων
βγάζουν δάκρυ αληθινό, μ’ ακούς
Οι καμπάνες ανοίγουν αψηλά, μ’ ακούς
Ένα πέρασμα βαθύ να περάσω
Περιμένουν οι άγγελοι με κεριά και νεκρώσιμους ψαλμούς
Πουθενά δεν πάω, μ’ ακούς
Ή κανείς ή κι οι δύο μαζί, μ’ ακούς

Τό λουλούδι αυτό της καταιγίδας και μ’ ακούς
Της αγάπης
Μια για πάντα τό κόψαμε
Και δεν γίνεται ν’ ανθίσει αλλιώς, μ’ ακούς
Σ’ άλλη Γή, σ’ άλλο αστέρι, μ’ ακούς
Δεν υπάρχει τό χώμα δεν υπάρχει ο αέρας
Πού αγγίξαμε, ο ίδιος, μ’ ακούς

Και κανείς κηπουρός δεν ευτύχησε σ’ άλλους καιρούς

Από τόσον χειμώνα κι από τόσους βοριάδες, μ’ ακούς
Να τινάξει λουλούδι, μόνο εμείς, μ’ ακούς
Μες στη μέση της θάλασσας
Από τό μόνο θέλημα της αγάπης, μ’ ακούς
Ανεβάσαμε ολόκληρο νησί, μ’ ακούς
Με σπηλιές και με κάβους κι ανθισμένους γκρεμούς
Άκου, άκου
Ποιός μιλεί στα νερά και ποιός κλαίει -- ακούς;
Είμ’ εγώ πού φωνάζω κι είμ’ εγώ πού κλαίω, μ’ ακούς
Σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ, μ’ ακούς;

V.
Για σένα έχω μιλήσει σε καιρούς παλιούς
Με σοφές παραμάνες και μ’ αντάρτες απόμαχους
Από τί να ’ναι πού έχεις τη θλίψη του αγριμιού
Την ανταύγεια στό μέτωπο του νερού του τρεμάμενου
Και γιατί, λέει, να μέλει κοντά σου να ’ρθω
Πού δεν θέλω αγάπη αλλά θέλω τον άνεμο
Αλλά θέλω της ξέσκεπης όρθιας θάλασσας τον καλπασμό

Και για σένα κανείς δεν είχε ακούσει
Για σένα ούτε τό δίκταμο ούτε τό μανιτάρι
Στα μέρη τ’ αψηλά της Κρήτης τίποτα
Για σένα μόνο δέχτηκε ο Θεός να μου οδηγεί τό χέρι

Πιο δω, πιο κει, προσεχτικά σ’ όλα τό γύρο
Του γιαλού του προσώπου, τούς κόλπους, τα μαλλιά
Στό λόφο κυματίζοντας αριστερά

Τό σώμα σου στη στάση του πεύκου του μοναχικού
Μάτια της περηφάνιας και του διάφανου
Βυθού, μέσα στό σπίτι με τό σκρίνιο τό παλιό
Τις κίτρινες νταντέλες και τό κυπαρισσόξυλο
Μόνος να περιμένω που θα πρωτοφανείς
Ψηλά στό δώμα ή πίσω στις πλάκες της αυλής
Με τ’ άλογο του Αγίου και τό αυγό της Ανάστασης

Σαν από μια τοιχογραφία καταστραμμένη
Μεγάλη όσο σε θέλησε η μικρή ζωή
Να χωράς στό κεράκι τη στεντόρεια λάμψη την ηφαιστειακή

Πού κανείς να μην έχει δει και ακούσει
Τίποτα μες στις ερημιές τα ερειπωμένα σπίτια
Ούτε ο θαμμένος πρόγονος άκρη στον αυλόγυρο
Για ξανακούτε η γερόντισσα ν’ όλα της τα βοτάνια

Για σένα μόνο εγώ, μπορεί, και η μουσική
Πού διώχνω μέσα μου αλλ’ αυτή γυρίζει δυνατότερη
Για σένα τό ασχημάτιστο στήθος των δώδεκα χρονών
Τό στραμμένο στό μέλλον με τον κρατήρα κόκκινο
Για σένα σαν καρφίτσα η μυρωδιά η πικρή
Πού βρίσκει μες στό σώμα και πού τρυπάει τη θύμηση
Και να τό χώμα, να τα περιστέρια, να η αρχαία μας Γή.

VI.
Έχω δει πολλά και η Γή μες’ απ’ τό νου μου φαίνεται ωραιότερη
Ωραιότερη μες στους χρυσούς ατμούς
Η πέτρα η κοφτερή, ωραιότερα
Τα μπλάβα των ισθμών και οι στέγες μες στα κύματα
Ωραιότερες οι αχτίδες όπου δίχως να πατείς περνάς
Αήττητη όπως η Θεά της Σαμοθράκης πάνω από τα βουνά
της θάλασσας

Έτσι σ’ έχω κοιτάξει πού μου αρκεί
Να ’χει ο χρόνος όλος αθωωθεί
Μες στό αυλάκι που τό πέρασμα σου αφήνει
Σαν δελφίνι πρωτόπειρο ν’ ακολουθεί

Και να παίζει με τ’ άσπρο και τό κυανό η ψυχή μου !

Νίκη, νίκη όπου έχω νικηθεί
Πριν από την αγάπη και μαζί
Για τη ρολογιά και τό γκιούλ-μπιρσίμι
Πήγαινε, πήγαινε και ας έχω εγώ χαθεί

Μόνος και ας είναι ο ήλιος που κρατείς ένα παιδί
νεογέννητο
Μόνος, και ας είμ’ εγώ η πατρίδα που πενθεί
Ας είναι ο λόγος που έστειλα να σου κρατεί δαφνόφυλλο
Μόνος, ο αέρας δυνατός και μόνος τ’ ολοστρόγγυλο
Βότσαλο στό βλεφάρισμα του σκοτεινού βυθού
Ο ψαράς που ανέβασε κι έριξε πάλι πίσω στους καιρούς τον Παράδεισο !

VII.
Στον Παράδεισο έχω σημαδέψει ένα νησί
Απαράλλαχτο εσύ κι ένα σπίτι στη θάλασσα

Με κρεβάτι μεγάλο και πόρτα μικρή
Έχω ρίξει μες στ’ άπατα μιαν ηχώ
Να κοιτάζομαι κάθε πρωί που ξυπνώ

Να σε βλέπω μισή να περνάς στο νερό
και μισή να σε κλαίω μες στον Παράδεισο.


Οδυσσέας Ελύτης <<ΤΟ ΜΟΝΟΓΡΑΜΜΑ>>