21.6.11

Πίνακας

Μη με καλείς και μη με προκαλείς, δε πρόκειται να σου απαντήσω, δεν έχω φωνή γι αυτό. Δε μπορώ να βγω να παίξω γιατί η μαμά με τιμώρησε που χτύπησα το κοριτσάκι από τη παραδίπλα γειτονιά γιατί μου είπε πως ο Λεωνίδας δε θα με παντρευτεί και θα με αφήσει. Δε μπορώ να μιλήσω και δε μπορώ να παίξω. Ούτε μαζί σου.
Είμαι σκαρφαλωμένη στα ακροδάχτυλά σου και προσπαθώ να μη πέσω. Τραβάω όλο μου το σώμα με τα δικά μου και ιδρώνω κι έπειτα ξυπνάω λαχανιασμένη. Τα μάτια μου δε λένε να κλείσουν και παρόλα αυτά ονειρεύονται και αν με ρωτούσες πριν οκτακόσια πενήντα τρία χρόνια πως γίνεται να μη κοιμάσαι και να βλέπεις όνειρα δε θα είχα απάντηση να σου δώσω. Σήμερα ξέρω. Αρκεί να κλείσω τα μάτια μου.
Τα βράδια κλείνεσαι στον εαυτό σου και πεθαίνεις. Περιμένεις να περάσει η ζωή σου για να σηκωθείς. Και αν η δική μου γίνεται λιγότερη είναι δικό μου το πρόβλημα. Δε μπορώ, δε περιμένω, δεν επιμένω, ζήσε κι έπειτα έλα να πεθάνουμε μαζί. Δεν είμαι κουρασμένη. Μόνο οι κόρες των ματιών μου ανοιγοκλείνουν αυτόνομα και άσχετα με το φως και αλλάζει η όρασή μου. Βλέπω χρώμα σε ένα περιβάλλον που δε μπορώ να περιγράψω πέρα από την πέτρινη γέφυρα κι ένα παγκάκι στα απέναντι από τα απέναντι της γνώση μου. Κάθομαι και σε νιώθω χωρίς να σε βλέπω κι έπειτα παύω να βλέπω κι εμένα την ίδια. Περίεργη αίσθηση. Είμαι πολύ ακαταλαβίστικη για σένα και λίγο ακαταλαβίστική για τον ίδιο μου τον εαυτό. Εντάξει, δε φταις εσύ, και βασικά δε φταίει κανείς,-γιατί πάντα πρέπει να φταίει κάποιος; Νομίζω πια πως η έννοια του ‘‘φταίω’’ ξεθωριάζει από το μυαλό μου και τότε είναι που στις παρεξηγήσεις θεωρώ πως δεν υπάρξει φταίχτης απλά διαφορετική αντίληψη και διαφορετικές προσωπικότητες. Όχι καλύτερες. Ούτε χειρότερες. Διαφορετικές. Και ο καθένας από τη μεριά της δικής του.
Φέτος το καλοκαίρι μου ήρθε περιέργως. Ο μελωδός στο μπαλκόνι παίζει ασταμάτητα μουσική, γεγονός που σημαίνει πως τα δάχτυλα του αέρα δεν μουδιάζουν ποτέ όταν πρόκειται να δηλώσουν ύπαρξη. Έχει συννεφιά έξω. Και μια απαλή δροσιά που κάνει τους τριάντα πέντε βαθμούς εικοσιπέντε και -τι ωραία!- μοιάζει έξω με τον πλανήτη που θέλω να κατοικήσω. Τα πόδια μου πονάνε, όλη νύχτα ανεβοκατέβαινα την σκάλα της σοφίτας, είχε βροχή κι εγώ είχα φωτιά. Η πλάτη μου πονάει σαν να έτρωγα ξύλο όλη νύχτα τα νεύρα μου με το σήμα του κινητού που καμιά φορά γελάω που νευριάζω με κάτι ανύπαρκτο, είναι ακίνητο και το σήμα κινείται σε άσχετο χρόνο με το κινητό και το κινητό υπάρχει αλλά το σήμα όχι. Και δε με νοιάζει να μιλάω, άλλωστε το κινητό δε το έχουμε για να μιλάμε, το έχουμε για να ακούμε την ανάσα του άλλου. Στο σταθερό ο ΟΤΕ γαμάει κάθε δίμηνο αλλά η μαμά δε διαμαρτύρεται ακόμα, κι εγώ κάνω την πάπια κι έτσι όταν αρχίσει να μου τη λέει τότε θα σταματήσω να κάνω την πάπια και θα αρχίσω να απολογούμαι στα ανθρωπιναστικιάρικα. Νυστάζω, νυστάζω, νυστάζω, μια άλλη μαμά λέει στο παιδί της να φάει κι εκείνο διαμαρτύρεται και θυμήθηκα πως πέρασε καιρός από τότε που έπαψα εγώ να της διαμαρτύρομαι. Σε λατρεύω ρε μάνα αλλά μη με πρήζεις, δε βλέπεις που εγώ σταμάτησα να με πρήζω; Πλάκα-πλάκα τελευταία μιλάμε σπάνια, ξέρω εξαφανίζομαι λίγο περισσότερο από πριν και τώρα πια χαίρομαι να σε ακούω. Τώρα έχουμε περίπου την ίδια σχέση που έχουμε με τον μπαμπά. Βρισκόμαστε σπάνια και απολαμβανόμαστε και τελικά ίσως αυτό είναι το κλειδί της ευτυχίας μας. Βέβαια ξέρω πως στα δύσκολα θα μου κάνεις τη ζωή κόλαση μέχρι να πάρω τις αποφάσεις σου αλλά ξέχασα να σου πω, πλέον δε το κάνω, δε θα το κάνω ούτε και με σένα. Τι κρίμα να λείπεις από εδώ και να μη το ξέρεις εκ των προτέρων…
Ο καιρός είναι υπέροχος κι εγώ πρέπει να πάω να κλειστώ στο υπόγειο. Την Παρασκευή βγαίνω σε άδεια και από βδομάδα κλείνομαι μέσα στα μαξιλάρια του καναπέ κοιτάζοντας το δοκάρι που από την αρχή του έκανα σημάδι με τη σκάλα κι έμεινε εκεί να μου θυμίζει πως μερικά σημάδια φεύγουν μόνο αν περάσεις μερικές εκατοντάδες στρώσεις χρώματος ή ακόμα καλύτερα παύουν να υπάρχουν, αν γυρίσεις τα μάτια σου αλλού και ξεχάσεις πως υπάρχουν. Τα σημάδια ηττημένα πεθαίνουν από την απαξίωση και τότε νικητής επιστρέφεις το βλέμμα σου σε κάτι ανύπαρκτο και ίσως ζητωκραυγάσεις, στιγμιαία ή όχι, για το γεγονός πως ακόμα και οι ουλές χάθηκαν μέσα στην ανυπαρξία τους.
Νυστάζω ρε γαμώ το κέρατό μου και νυστάζω εδώ και βδομάδες. Κοιμάμαι σαν την ωραία κοιμωμένη που λες και ο πρίγκιπας είναι ο μαλάκας της γειτονιάς κι έρχεται και με φιλάει κάθε δεκαεπτά λεπτά και πάντα ξυπνάω βήχοντας. Και ποτέ μου δε χορταίνω τον ύπνο μου… ποτέ μου… μόνο όταν ονειρεύομαι. Αλλά δε ξέρω πόσο κρατάνε τα όνειρα και δε ξέρω αν προλαβαίνω να ξεκουραστώ. Νυστάζω γαμώτο. Και η υπερένταση μου κάνει τα μάτια μου αυγά μάτια, λίγο άψητα που τρεμοπαίζει πάνω τους η κούραση κι ενώ φαίνονται έτοιμα προς βρώση δεν κοιμούνται και αν τα φας μπορεί και να δηλητηριάσεις τις κόρες των ματιών σου κι έπειτα να μη κλείσουν ποτέ…
Νυστάζω… πάω να δω πως θα γίνει να κοιμίσω την μικροκατάθλιψή μου. Έλα… ίσως αν μου τραγουδήσεις κάτι από Winterpills να κλείσουν τα μάτια μου…