12.9.10

…και χαθήκαμε… σ’ ένα άγνωστο μέρος εγώ κι εσύ και φοβόσουν τόσο που άρχισες να κλαις και τα γερασμένα σου μάτια γέμισαν νερό. Κι εγώ γελούσα. ‘‘Μη κλαις γιαγιά, θα μας βρουν, μη κλαις!’’ κι εσύ έκλαιγες κι άλλο, δε με πίστευες. Κι εγώ γελούσα. ‘‘Μη κλαις γιαγιά…’’ κι έπειτα ξύπνησες…
Σήμερα το πρωί μου τηλεφώνησες και μου είπες το όνειρό σου. Ήσουν λίγο τρομαγμένη και ανήσυχη. Κι εγώ γελούσα. Και όταν γελάω δυνατά, εσύ ηρεμείς. Μου άρεσε το όνειρό σου όσο και αν σε ανησύχησε. Είναι που με γοητεύει το άγνωστο κι αισθάνομαι σαν βαγόνι σε  τρενάκι λούνα παρκ που πάω πάνω κάτω, ανεβαίνω αργά, κατεβαίνω με φόρα μέσα στο τούνελ του τρόμου. Παιχνίδι είναι γιαγιά. Αυτός είναι ο σκοπός να σε φοβίσουν και να σε τρομάξουν. Μα εγώ δε φοβάμαι. Θα κάνω το άγνωστο παιδική χαρά και θα γελάω. Κι έτσι θα γελάς κι εσύ μαζί μου. Μ’ εμπιστεύεσαι, έτσι δεν είναι;
Τον τελευταίο καιρό ξορκίζω αριθμούς. Έναν τη βδομάδα. Σήμερα άλλαξα δεκάδα και ξόρκισα το εβδομήντα. Να πάει στο καλό, να μη γυρίσει πίσω. Πίνω μια γουλιά καφέ και τόσο θα ήθελα να κοιμηθώ λίγο ακόμα αλλά τα δικά μου τα όνειρα παιδεύονται από μόνα τους και ξύπνησα περίεργα. Περίεργη νύχτα η χτεσινή εφημερία. Το τηλέφωνο χτυπούσε συνεχόμενες φορές και κάθε φορά εγώ ίδρωνα. Και δε μπορούσα να ξεχωρίσω τι ήταν αλήθεια και τι όνειρο. Και τελικά ήρθα στον καναπέ και άπλωσα το κορμί μου μερικές στιγμές πριν φύγεις να πας στο γραφείο και με σκέπασες απαλά με την κουβέρτα και με χάιδευες στην πλάτη μέχρι τη στιγμή που δε τη θυμάμαι πια. Με φίλησες απαλά κι έπειτα άκουσα την πόρτα να κλείνει σε έναν κόσμο που ήταν εκτός των ονείρων μου.
Ο ουρανός είναι βαρύς από χτες. Η βροχή με προσπερνά επιδεικτικά κι εγώ αρχίζω να θυμώνω που όλο μπερδεύονται τα ραντεβού μας και δε βρισκόμαστε ποτέ. Ήταν σπίτι μου όλο το βράδυ αλλά εγώ έλειπα. Όταν γύρισα, εκείνη είχε φύγει. Ένα κυνηγητό που τελικά δε ξέρω αν εγώ κυνηγάω εκείνη, ή εκείνη εμένα. Δε ξέρω αν με αποφεύγει για κάποιον λόγο ή αν την αποφεύγω εγώ ασυνείδητα. Μοιάζουμε με δύο ξεχωριστές υπάρξεις που θέλουν τόσο να βρεθούν μα πάντα ο ένας μαντεύει λάθος την ανάγκη του άλλου. Και μπορεί να βρέθηκαν κάποτε ως άγνωστοι και δε το έμαθαν ποτέ. Και μόλις εμφανίζομαι εγώ, εκείνη έχει μόλις φύγει. Και όταν κουράζομαι να την περιμένω, τότε πέφτω και κοιμάμαι τόσο βαθιά που δεν ακούω τα ποδοβολητά της στα κεραμίδια. Κι εκείνη αποκαμωμένη από τα χτυπήματα στην πόρτα της επιθυμίας μου φεύγει. Και τότε ξυπνώ εγώ. Κι έχω την αίσθηση που είχα μια φορά που περίμενα να χτυπήσει το τηλέφωνο κι εκείνο το ρημάδι δε χτυπούσε. Και μια φορά το άκουσα να χτυπά μανιασμένο όταν ανέβαινα τις σκάλες. Κι έτρεχα. Και μπήκα σπίτι και τσάκισα μερικά δάχτυλα των ποδιών μου. Και πετάγομαι στον καναπέ και το πιάνω και το σηκώνω και.. ‘‘Παρακαλώ;’’ Και ‘‘ τουτ, τουτ, τουτ, τουτ,τουτ,τουτ,τουτ, τουυυυυυυυυυυυ…..’’
Το απόγευμα θα με πας στον Χορτιάτη. Ε! Μη μου λες πως είσαι κουρασμένος! Μου το υποσχέθηκες! Και σε μικρό και τρελό μη τάζεις! Κι εγώ δε ξέρω τι από τα δύο είμαι περισσότερο. Θέλω να πάω εκεί να πιάσω τη βροχή στα πράσα και να την αιφνιδιάσω με την παρουσία μου. Ξέρω… θα μου την πεις στο τέλος. Πως αφού εμένα δε μου αρέσουν οι εκπλήξεις, γιατί το κάνω εγώ; Ε, και; Επειδή εμένα δε μου αρέσουν δε σημαίνει πως δεν αρέσουν και σε κανέναν άλλο στον πλανήτη! Άλλωστε αρχίζω να πιστεύω πως εγώ είμαι η στραβή και ανάποδη που δε μου αρέσουν. Κι αν και σ’ εκείνη τελικά δεν αρέσουν, τότε θα μου κρατήσει μούτρα για μερικές βδομάδες ή μήνες αλλά τότε θα καταλάβω τον λόγο που ταιριάζουμε πάρα πολύ. Θα ήθελα να ήμουν φθόγγος της μουσικής της, της λυσσασμένης.



…τη βλέπεις τη Λιβελούλα μου;


Κυριακή 12/09/10 13.56
Φώτο: http://jerry8448.deviantart.com/art/Dreaming-79889560?q=boost%3Apopular+dreaming&qo=1