5.4.11

*^

Δαγκώνω το μυαλό μου να σωπάσει. Τα δάχτυλά μου έγιναν ρουφιάνοι κι εγώ τα χτυπάω κι αποκτούν μικρά κατάγματα με σκοπό να σταματήσουν να καρφώνουν τις σκέψεις μου έστω και για λίγο. Μέσα στην κουζίνα βράζω κολοκυθάκια και πατάτες και καρότα στη μία κατσαρόλα και στην άλλη πλιγούρι. Και αν δε ξέρεις τι είναι το πλιγούρι μη με ρωτήσεις! Βαριέμαι τόσο να σου πω.. Το νερό χύνεται από την κατσαρόλα των λαχανικών κι εγώ κάνω την αδιάφορη γιατί βλέπω τους Δύο Ξένους˙ η ίδια συνήθεια εδώ και δέκα χρόνια. Μέχρι που εκείνο χύνεται για τα καλά και πάω απότομα να σηκωθώ να πάω τρέχοντας στην κουζίνα και μόλις θυμήθηκα πως δε πρέπει να τρέχω ακόμα και αν χυθεί ολόκληρος ο πλανήτης στο μάτι της κουζίνας μου. Χτες είδα στον ύπνο μου πως δε μου άρεσαν τα μαλλιά μου και πήγα στο μπάνιο και είδα ένα ψαλίδι αφημένο στη μπανιέρα και το πήρα και άρχισα να τα κόβω. Χωρίς να έχω συναίσθηση και γνώση. Έκοβα μια από δεξιά, μια από αριστερά, από μπροστά, από πίσω… τούφες, απλά τούφες. Και όταν τα έκοψα μου φαινόντουσαν ωραία. Γύρισα το κεφάλι προς την πόρτα και πριν την ανοίξω κοίταξα ξανά τον καθρέφτη και διαπίστωσα πως μεγάλωσαν πάλι και πως από μπροστά ήταν μέχρι τον λαιμό μου και από πίσω ήταν κοντά όπως και τώρα. Πήρα και πάλι το ψαλίδι και άρχισα ξανά να με κουρεύω με μανία αυτή τη φορά. Εσύ ήσουν κάτω, με περίμενες κι εγώ είχα αργήσει ήδη. Πήγα να βάλω τις μπότες μου να κατέβω γρήγορα να έρθω κοντά σου. Και δε τις βρήκα πουθενά. Έψαξα παντού και βρήκα ένα μεγάααααααλο στρογγυλό τίποτα. Βρήκα κάτι άλλα παπούτσια της κακιάς ώρας και τα φόρεσα ίσα ίσα να μη σε κάνω να περιμένεις άλλο. Και μετά είδα τη γιαγιά. Και όχι απλά την είδα αλλά φορούσε και τις μπότες μου!
-Ρε γιαγιά.. γαμώτο μου… Τι νούμερο φοράς;
-Τριάντα εννιά.
-Ναι ρε γιαγιά αλλά εγώ φοράω τριάντα οκτώ κι εσύ φοράς και πενήντα ζευγάρια κάλτσες και γαμώτο ρε γιαγιά..θα μου τις φαρδύνεις! Πως μπήκες εκεί μέσα απορώ!
Πάω να κατέβω και βρίσκομαι σε μια τρισάθλια οικοδομή παλιά. Με μωσαϊκό κάτω, οι τοίχοι βαμμένοι μ’ εκείνη την πλαστικούρα σε ωχρό κίτρινο σκατόχρωμα, το μωσαϊκό ήταν σκούρο κόκκινο στη βάση του, πήγα να πάρω το ασανσέρ και καθώς στεκόμουν μπροστά του θυμήθηκα πως κάθε φορά που βλέπω στον ύπνο μου ασανσέρ και μπαίνω πάντα κάτι συμβαίνει. Ή εγκλωβίζομαι ή πέφτει κάνοντας ελεύθερη πτώση και σκοτώνομαι. Κι εσύ με περίμενες κάτω. Οπότε πήγα με τις σκάλες. Λιαχ! Σιχαινόμουν ακόμα και να περπατήσω… αλλα με περίμενες κάτω… Θυμάσαι τι σου είχα πει για τον Έρωτα;  Σου είπα πως στον Έρωτα δεν υπάρχουν όρια και ορισμοί… απλά τους δημιουργούμε για να νομίζουμε πως έχουμε το πάνω χέρι. Δεν υπάρχει το σεξ, το πήδημα, το γαμήσι, ο Έρωτας. Όλα είναι ένα. Και όλα μπορούν να χρησιμοποιηθούν από τους ίδιους  ανθρώπους που μπορεί να ξεκινούν να κάνουν έρωτα και στο τέλος της πράξης να απολαμβάνουν το πιο ωραίο πήδημα της ζωής τους. Ειδικά στο σεξ δε υπάρχει χώρος για ταμπέλες. Όχι άλλες.  Φτάνουν πια. Τις καταστρέφω όλες και ας αντιμετωπίζω βαρύτατο χρηματικό πρόστιμο και φυλάκιση έως  δύο έτη ανά πινακίδα. Ο Έρωτας είναι χορός. Δεν έχει σημασία αν χορεύεις σάμπα ή ρούμπα. Σημασία έχει να παρασύρεσαι.Σήμερα πάλι εκνευρίστηκα με τη μάνα. Ώρες ώρες νομίζω πως υπάρχει για να μου τρυπάει το μυαλό. Μου είπε πως ο καιρός είναι χάλια και της είπα πως ο καιρός είναι υπέροχος. Και τσατίστηκε. Με ρώτησε σε τι θερμοκρασία έχω το καλοριφέρ και της είπα πως ανάβω τζάκι και μου είπε πως δε πρέπει να σηκώνω βάρος και της είπα πως δεν είμαι ετοιμοθάνατη και να πάψει να μου συμπεριφέρεται σαν να είμαι άρρωστη γιατί είμαι πιο ζωντανή από ποτέ. Και τσατίστηκε. Μου είπε πως θα έρθει αύριο και της είπα να έρθει μετά το μεσημέρι και μου είπε πως τότε θα έχει έρθει και ο ‘‘άντρας μου’’ και της είπα πως δεν είναι άντρας μου και μου είπε ’’ το ίδιο είναι’’ και της απάντησα πως αν είναι το ίδιο θα μου έκανε μεγάλη χάρη να λέει απλά το όνομα. Και τσατίστηκε. Ξέρω μάνα, πως όπως δε θα μου συγχωρέσεις ποτέ ότι δεν είμαι εσύ, όπως δε θα μου συγχωρέσεις ποτέ πως έφυγα στα εικοσιένα μου από την ποδιά σου, έτσι δε θα με συγχωρέσεις ποτέ που δε θέλω να παντρευτώ και δε το διαπραγματεύομαι καν και που είμαι έξω από τα κοινωνικώς αποδεκτά σημεία σου…Το τζάκι έσβησε και άναψε ίσα με εκατό φορές σήμερα. Βαριέμαι να ασχολούμαι μαζί του αλλά μου αρέσει να το κοιτώ. Δε γίνεται να είναι αυτοσυντηρούμενο; Θα περάσω στις φλέβες του ορό από πετρέλαιο, ναι μπορώ να το κάνω, τόσο πολύ βαριέμαι σήμερα. Και που μαγείρεψα, μη φανταστείς, ήταν παρορμητισμός αλλιώς ούτε αυτό θα έκανα ποτέ μου. Οι μόνες ώρες της ημέρας που απολαμβάνω είναι εκείνες της σοφίτας. Ανεβαίνω πάνω τα μεσημέρια και μένω εκεί. Το γαμώτο είναι πως αφήνω κάτω το τηλέφωνο και μέχρι να κατέβω να το πάρω εκείνο έχει πάψει πια να χτυπάει. Η σοφίτα μου κρύβει τον πιο κρυφό εαυτό του κόσμου. Εκεί αφήνω τις σκέψεις μου ακόμα και τις πιο παράτολμες. Στα μεγάλα μαξιλάρια της σοφίτας. Θες να με μάθεις καλύτερα; Ψάξε με εκεί…

Σήμερα ήθελα να βρεθώ
πίσω σ'εκείνοτο σημείο
για να τελειώσω ό,τι 
είχα αφήσει στη μέση...