30.3.14

Weep...




Δεν είχαμε κάνει έρωτα ποτέ μας κι ας ήμασταν μαζί ήδη δύο χρόνια. Τα κορμιά μας είχαν το ανέγγιχτο της αγνότητας. Ξέραμε μόνο να αγαπιόμαστε, να φιλιόμαστε να ερωτευόμαστε και να μην έχουμε ποτέ τίποτα να χωρίσουμε. Ένα βράδυ εκεί που βλέπαμε ταινία και μου πείραζες τη μύτη και γελούσαμε, με κοίταξες και σε κοίταξα διαφορετικά. Κι έτσι έγινε για πρώτη μας φορά. Απλά, αυθόρμητα, ουσιαστικά. Μπήκε ο ένας στο κορμί του άλλου και νομίζω ή έκλαιγα απο ευτυχία ή σου χαμογελούσα απο ευτυχία όταν έπεσες απο πάνω μου ιδρωμένος κι ευτυχισμένος. Πιο ερωτευμένος απο ποτέ. Και μου άρεσε. Και σε ήθελα πάλι και με ήθελες κι εσύ. Το νόημα της ζωής μου ήταν ανάμεσα στα πόδια μου. Το νόημα της ζωής μου ήταν η ένωση. Μαζί σου. Ήταν η πρώτη φορά που απο κορίτσι σου έγινα γυναίκα σου κι εσύ απο αγόρι μου άντρας μου και σε έκανα δικό μου, ήσουν ο πρώτος άνθρωπος που έκανα δικό μου και τότε ξεκίνησα να πληγώνομαι. Πέρασαν καμιά δεκαριά χρόνια απο τότε μέχρι να καταλάβω πως κανένας δεν ανήκει σε κανένα, ως τότε δεν ήξερα, έτσι μου μάθανε, έτσι έκανα, οι ενήλικες τα ήξεραν όλα βλέπεις κι εμείς τα κουτορνίθια, ποιοι, εμείς τα κουτορνίθια, εμείς που τραγουδούσαμε την αγάπη στους δρόμους πιασμένοι χέρι χέρι, και οι ενήλικες μας λέγανε πως λάθος αγαπάμε όταν αγαπιόμαστε ελεύθεροι χωρίς ιδιότητα, "όοοοοχι" επιμένανε οι ενήλικες πρέπει να έχουμε και ιδιότητα και ρόλο γιατί τα πράγματά μας είναι δικά μας και μας ανήκουν, "μα, μαμά, ο Έρωτας δεν είναι πράγμα" έλεγα χωρίς να καταλαβαίνω τότε πως γίνεται ο άνθρωπος να είναι πράγμα αφού ο άνθρωπος νιώθει, αγαπάει, ερωτεύεται, καβλώνει, "έχεις δει ρε μάνα ψυγείο να καβλώνει;" τη ρωτούσα, "όχου, δε καταλαβαίνεις" μου απαντούσε κι εγώ μετρούσα στα δάχτυλά μου πόσα απο τα αντικείμενα που ξέρω έμοιαζαν με 'σένα και άκρη δεν έβγαζα αλλά κάτι θα ήξεραν οι μεγαλύτεροι. Κι εγώ σε αγαπούσα, σε αγαπούσα και όσο σε αγαπούσα τόσο ζήλευα και όσο ζήλευα τόσο πονούσα, αρρώσταινα μέσα μου. Ειδικά τη Μαργαρίτα. Εκείνη τη τσούλα που πάντα μου άρεσε να χαρακτηρίζω και να κατηγοριοποιώ κι ας έμοιαζα κατωτέρου, κι ας ήμουνα κατωτέρου εκείνη τη στιγμή, δε με ένοιαζε, εγώ ήμουν κατωτέρου άλλα εκείνη ήταν τσούλα και σου τριβόταν στα διαλείμματα κι εγώ μάτωνα, έχανα αίμα απο παντού, ακόμα και απο τα ματοτσίνορά μου έτρεχε αίμα γιατί μερικές φορές κοκκίνιζαν όλα. Ένα μεσημέρι στο σχόλασμα κατέβηκες μαζί της τις σκάλες κι εγώ σε άρπαξα απο το χέρι και σε τράβηξα και έκλαιγα και σου έλεγα "Σε μισώ που με πονάς, σε μισώ, σε μισώ, σε μισώ" κι εσύ πόνεσες που σε μισούσα αλλά ήξερες πως δε θα μπορούσα να μη σε μισώ, αθέτησες την υπόσχεση που δώσαμε πως απο τη στιγμή που κάναμε έρωτα θα ανήκουμε ο ένας του άλλου, ξαφνικά δεν ήθελες να ανήκεις κάπου, ξαφνικά δεν ήθελα ούτε κι εγώ, πονάει το να ανήκεις σε κάποιον "αλλά γιατί δε πονάει το ίδιο το ψυγείο" αναρωτήθηκα, "ίσως επειδή δε καβλώνει" αποφάνθηκα, σκεφτόμουν μήπως η τσούλα σε καβλώνει καλύτερα και περισσότερο απο μένα, ειδικά απο μένα που η μόνη γνώση στο να σε καβλώνω ήταν το ένστικτό μου και όχι η γνώση και η εμπειρία μου και, κόντεψα να χάσω τα λογικά μου εκείνη τη στιγμή και τότε κατάλαβα για πρώτη φορά το γιατί εσύ με πλήγωσες ενώ το ψυγείο μου όχι, είναι η κάβλα που πληγώνει, αυτό μας ξεχωρίζει απο τα άψυχα τελικά, η κάβλα. Γι αυτό θεωρείται το να μπεις σε άλλο κορμί απάτη. Επειδή καβλώνεις και απολαμβάνεις χωρίς εμένα. Εκείνο το βράδυ νομίζω μεγάλωσα. Έτσι νομίζω. Γαμήθηκε ότι αγαπήσαμε με πάθος. "Το γαμήσι και ο έρωτας δεν είναι το ίδιο;" με ρώτησες." Όχι μανάρι μου. Δεν είναι το ίδιο. Η διαδικασία είναι η ίδια." σου απάντησα και αναρωτήθηκα τί κάθομαι και λέω σε κάποιον που δε ξέρει τη διαφορά του έρωτα απο το γαμήσι απο μόνος του και τί να εξηγήσω. Σε κοίταξα στα μάτια. Οι μπάτσοι περνούσαν απο δίπλα μας όπως τότε που παντρευτήκαμε. Τίποτα δεν ήταν το ίδιο πέρα απο τους καπνούς και το χρώμα. Ούτε εσύ. Ούτε καν εγώ. Γύρισα την πλάτη μου κι έφυγα. Δε σε ξαναέψαξα ποτέ.


23.3.14

Πέντε, Τρία εικοσιένα


Τρέχαμε μιλιούνια μες στην Τσιμισκή με τα χέρια πλεγμένα απο τα μπράτσα και φωνάζαμε συνθήματα αγάπης και θυμού και απο τα στενά χυνόταν ο κόσμος πάνω μας και έδενε τα μπράτσα του στα δικά μας. Απο ψηλά δε μοιάζαμε με ανθρώπους, μοιάζαμε περισσότερο με ιδέα πιασμένη αγκαζέ. Ήμουν ευτυχισμένη γιατί στις πορείες ήμουν πάντα η εγώ που δεν υπήρχε τις καθημερινές στο σχολείο γιατί η άλλη εγώ είχε όνομα και ιδιότητα και την έβαζα μπροστά γιατί η εγώ εγώ ήταν φωνακλού και έβραζε το στήθος της απο θυμό. Πόσο σε αγαπούσα τότε, αντί για τα ξενέρωτα στέκια με έβγαζες σε πορείες και αυτό ήταν το μυστικό μας απο όλους τους άλλους στο σχολείο. Χτυπούσες το κουδούνι, άνοιγε η μάνα, "Καλησπέρα κυρία Έλλη ήρθα να πάρω τη Μαρία" μας έβαζε μπουκαλάκια νερό στο σακίδιο, κασκόλ και μια ευχή. Φοβόταν η μάνα. Της έλεγα να μη φοβάται, πως τα χρόνια άλλαξαν απο την εποχή της και δεν είναι τόσο επικίνδυνα όσο τότε αλλά δεν ήξερα την τύφλα μου στην πραγματικότητα, γιατί τα χρόνια δεν άλλαξαν ποτέ κάποια πράγματα ενώ ταυτόχρονα τα πράγματα άλλαξαν πολύ και ήταν πιο σκληρά απο τότε. Θυμόταν το 1992 στης 14 Φλεβάρη τότε που με πήρε η μάνα απο το χέρι και κατεβήκαμε στην πορεία στην Αριστοτέλους με το ένα εκατομμύριο κόσμο που φώναζαν οργισμένοι αλλά μύτη δεν άνοιξε. Ακόμα και σήμερα έχει να τη θυμάται ακόμα εκείνη την πορεία. "Θυμάσαι Μαρία, μικρούτσικο ήσουν" μου έλεγε, "Τί μικρούτσικο ρε μαμά γυμνάσιο πήγαινα" της έλεγα εγώ, "μικρούτσικο ήσουν" επέμενε, και στα τριάντα πέντε μου ακόμα "μικρούτσικο" με φωνάζει. Εκείνο το απόγευμα που ήρθες να με πάρεις είχε μαγειρέψει μπάμιες με κοτόπουλο στο φούρνο "καθίστε να φάτε πριν φύγετε" μας είπε κι εσύ απο ευγένεια ήσουν έτοιμος να φας της μπάμιες της μαμάς, σε γλίτωσα στο τσακ πριν σου στρώσει τραπέζι, "Μανούλα μου έχουμε ραντεβού με τα παιδιά" της είπα κι εκείνη απάντησε "Να μην αργήσετε τότε, θα σας κρατήσω τις μπάμιες για μετά", εσύ με κοίταξες απελπισμένος, σου έκανα νόημα πως αφού αγάπη μου δεν ήθελες μπάμιες, μπάμιες δε θα έτρωγες ποτέ, ούτε εγώ θα σου μαγείρευα όταν θα παντρευόμασταν και απ' όσο θυμάμαι ήταν η πρώτη υπόσχεση που σου είχα δώσει στα ψέματα αφού δεν είχα σκοπό να σε παντρευτώ ποτέ, ούτε εσένα ούτε κάποιον άλλο, αλλά αν παντρευόμουν ποτέ εσένα θα ήθελα. Κατεβήκαμε την Καυταντζόγλου, βγήκαμε Λ. Στρατού και λίγο μετά την Δ.Ε.Θ. ενωθήκαμε με τους άλλους και κατηφορίζαμε προς την Αριστοτέλους, και φωνάζαμε συνθήματα που άλλοι γράφανε σε τοίχους, με ανέβαζες στους ώμους σου να φωνάζω δυνατά, κατέβαζα το κεφάλι μου και σου χαμογελούσα ήμουν τόσο ερωτευμένη όταν σε κοιτούσα, μου έπιανες το ένα χέρι σφιχτά και το άλλο σου το χέρι ήταν μια γροθιά, "Εμείς θα αλλάξουμε τον κόσμο μωρό μου" μου έλεγες κι εγώ σε θαύμαζα, σε θαύμαζα, σε θαύμαζα, "Εμείς θα αλλάξουμε τον κόσμο" σου απάντησα, κάποιος απο δίπλα μας άκουσε και φώναξε δυνατά "Εμείς θα αλλάξουμε τον κόσμο!" και η υπόσχεσή μας έγινε σύνθημα. Κάπου στην Αγίας Σοφίας τα πράγματα έγιναν μαύρα και κόκκινα. Με άρπαξες και αρχίσαμε να τρέχουμε, "Απο δω!" μου είπες και μπήκαμε στην Κομνηνών και κοντέψαμε να εγκλωβιστούμε γιατί έπρεπε να βγούμε επάνω προς Εγνατία και βγήκαμε στη Νίκης κι απο εκεί περάσαμε απέναντι και χαθήκαμε με τους άσχετους και τους περαστικούς. Με φίλησες. Με φίλησες πολύ εκείνο το βράδυ. Οι μπάτσοι περνούσαν κι εσύ με φιλούσες μέσα στους καπνούς και τότε σου είπα "δε θέλω να σε παντρευτώ ποτέ αλλά θέλω να μείνω μαζί σου για πάντα", μου είπες " Θα είμαι ο Άντρας σου και θα είσαι η Γυναίκα μου", "απο αυτή τη στιγμή κι όλας θα είσαι ο Άντρας μου" σου είπα, "Ελπίζω να μη μου μαγειρέψεις μπάμιες" μου είπες και γέλασες δυνατά και γέλασα κι εγώ, παντρευτήκαμε οι δυο μας εκείνο το βράδυ και γύρισα σπίτι παντρεμένη. Δε πέρασε ο χρόνος και χωρίσαμε. Ένα βράδυ πάλι. Σε μια πορεία. 

21.3.14

Separation





16.3.14

Moans

Τρίτη πρωί στην Εγνατία στην καμάρα με βροχή περίμενα στη στάση το λεωφορείο να έρθει αλλά δεν ερχόταν. Είχα τα τελευταία είκοσι ευρώ στην τσέπη μου και ήθελα να τα επενδύσω συνετά σε κάτι. Η ώρα πέρασε κι εγώ είχα αποφασίσει πως θα καθυστερήσω στη δουλειά. Κοίταξα τα είκοσι ευρώ μου. Κοίταξα την ώρα. Ή που θα έπαιρνα ταξί ή που θα έκανα κοπάνα απο τη δουλειά. Το λεωφορείο ήρθε λίγο πριν καν τελειώσω τη σκέψη μου. Κρίμα, θα είχε μια γοητεία να κάνω σήμερα κοπάνα απο τη δουλειά. Μπήκα στο δυάρι, πιάστηκα απο τις χειρολαβές και ξεκίνησε το μπρος-πίσω, μπρος-πίσω, θυμήθηκα πως τα βελούδινα καθίσματα κάποτε ήταν ξύλινα, οι άνθρωποι ήταν λιγότερο ξύλινοι όμως, όσο πιο βελούδινα καθίσματα έχουν οι θέσεις, τόσο περισσότερο ξύλινοι γίνονται οι άνθρωποι κι εγώ πέρα-δώθε, πέρα-δώθε η φωνή να ανακοινώνει τις στάσεις μια στα Ελληνικά μια στα Αγγλικά "πότε γίναμε εμείς Ευρώπη και δε το κατάλαβα" αναρωτήθηκα, θυμήθηκα τον εισπράκτορα που αντικαταστάθηκε με το μηχάνημα αυτόματης πώλησης εισιτηρίων που δε δίνει ρέστα, τι μορφή κι εκείνος ο εισπράκτορας στο τριάντα ένα, "Φλέμινγκ - θα κατέβει κανείς;" Μετά αντικαταστάθηκαν οι εισπράκτορες, που πουλούσαν τα εισιτήρια κι έδιναν και ρέστα, που τα έκοβαν στη μέση για να είναι έγκυρα, που έλεγχαν τους επιβάτες αν έχουν όλοι εισιτήρια, και που ανακοίνωναν την επόμενη στάση, απο τρία μηχανήματα κι έναν άλλον άνθρωπο που λέγεται ελεγκτής, που στις γραμμές εκτός περιμετρικής ζώνης όπως στο εξήντα εννιά άλφα-βήτα-ταυ-νι που χρησιμοποιώ πια δεν υπάρχει ελεγκτής γιατί τη δουλειά του την κάνει ο οδηγός που σε κοιτάζει στα χέρια αντί να σε κοιτάζει  στα μάτια όταν ανεβαίνεις τη σκάλα για να χτυπήσεις το εισιτήριο. Όλα αυτά σκεφτόμουν όταν με διέκοψε η φωνή λέγοντας "επόμενη στάση, next stop, γηροκομείο" κι εγώ άκουσα φρενοκομείο και γέλασα μόνη μου σαν το χαζό και μετά πάτησε ο οδηγός απότομα φρένο κι εσύ έπεσες πάνω μου κι εγώ στον μπροστινό μου, ο μπροστινός μου στραβομουτσούνιασε κι εγώ απλά σήκωσα τους ώμους μου και του έκανα ένα νεύμα σαν να του ζητούσα συγνώμη με έμφαση στο "σαν" γιατί ήταν αγενέστατος και, που να του έλεγα πως δε κρατούσα σφιχτά τη χειρολαβή γιατί άκουσα φρενοκομείο αντί για γηροκομείο και γελούσα απο μέσα μου, ειδικά το ότι γελούσα έστω και απο μέσα μου δε θα μου το συγχωρούσε με τίποτα. Εσύ ήσουν ακουμπισμένος στην πλάτη μου όσο σκεφτόμουν, μου έπιασες την κουβέντα "αγενέστατος ο τύπος έ;" μου είπες και μου χαμογέλασες " ο καθένας έχει τα δικά του προβλήματα" σου είπα και δε σου χαμογέλασα, "Πριν χαμογέλασες μόνη σου και τώρα ούτε την άκρη των χειλιών σου δεν είδα" μου είπε και μου ξαναχαμογέλασες, "φρενοκομείο είπε ή γηροκομείο" σου είπα και γέλασες δυνατά και γέλασα κι εγώ δυνατά. Έμπαινε κόσμος απο τις στάσεις, κατέβαινε άλλος κόσμος, άρχισε να μπαίνει το πλήθος ανάμεσα στα σώματα και στις αναπνοές μας, απομακρυνόμασταν, μου άπλωσες λίγο τα δάχτυλά σου, τέντωσα το χέρι μου να τα φτάσω, με άρπαξες και με έφερες και πάλι κοντά σου, "γηροκομείο είπε" μου απάντησες, "κρίμα γιατί αν έλεγε φρενοκομείο θα ήταν η στάση μου" σου είπα και πάλι χαμογέλασα, "θα ήταν και η δική μου" μου είπες και χαμογέλασες κι εσύ, "δε μου μοιάζεις και τόσο για τρελός" σου απάντησα, "δε με ξέρεις αλλά είμαι διαθέσιμος στο να με μάθεις" μου είπες, "και που ξέρεις αν είμαι καμιά ανώμαλη" σου είπα "ε, και τι έγινε" μου απάντησες, "Είσαι τρελός;" σου είπα "Ε, τι λέμε τόση ώρα" μου απάντησες και χαμογέλασες. Φτάσαμε με το λεωφορείο κοντά στην Καλαμαριά ήμουν ένα βήμα πριν την κοπάνα απο τη δουλειά, έβρεχε καρεκλοπόδαρα, έκανε κρύο, σε κοιτούσα και σκεφτόμουν πως είσαι ότι καλύτερο μου είχε συμβεί εκείνη τη μέρα και σε λίγο θα φτάναμε ΙΚΕΑ και θα σε αποχωριζόμουν μου είπες "φτάσαμε" και κοίταξα έξω αλλά δεν είχαμε φτάσει ακόμα, σου είπα "εγώ έχω ακόμα", "Όχι δεν έχεις" μου απάντησες και χαμογέλασες και με έπεισες πως είσαι η καλύτερη επιλογή μου για μια όμορφη μέρα κι έτσι όταν άνοιξαν οι πόρτες κατέβηκα μαζί σου και περπατήσαμε ως την Αρετσού με τα πόδια και απο εκεί στο Καραμπουρνάκι και φτάσαμε στη θάλασσα και καθίσαμε και δε μιλούσαμε στην αρχή "είσαι πραγματικά τρελός" σου είπα, "και τρελός και ειλικρινής" μου απάντησες, χαμογέλασα και κατέβασα το κεφάλι μου, "μου αρέσουν τα κοντά μαλλιά σου" μου είπες και πέρασες τα δάχτυλά σου ανάμεσά τους, "τα είχα μακρυά ως την πλάτη μου κάποτε" σου είπα, "δε σου πάνε τα μακρυά μαλλιά" μου απάντησες, "μου αρέσουν οι άνθρωποι που σταματούν στη στάση φρενοκομείο" σου είπα και συνειδητοποίησα τη δική μου τρέλα στο ότι έπρεπε αλλού να βρίσκομαι. "Κύριε Προϊστάμενε δε θα έρθω στη δουλειά. Είμαι φοβερά εξαντλημένη απο τη χθεσινή νύχτα που δε κοιμήθηκα λόγω υψηλού πυρετού". Έκλεισα. Περάσαμε τη μέρα μας μαζι. Ούτε το όνομά σου δεν έμαθα ποτέ.


10.3.14

The human breath


Είχε πάει πεντέμισι το απόγευμα και μόλις που είχα ξυπνήσει. Έβρεχε. Βγήκα βιαστικά για τσιγάρα και ζέστανα νερό να κάνω μπάνιο. Χτύπησε το τηλέφωνο και το σήκωσα με βρεγμένα χέρια και το έκλεισες. Το ήξερα πως ήσουν εσύ, δε θα μπορούσε να είναι άλλος, η αναπνοή σου έχει συγκεκριμένο ήχο και ρυθμό. Το ξέρω πως φοβάσαι να μου εξηγήσεις. Το ήξερα απο την πρώτη στιγμή που σε χάζευα να περπατάς. Πάντα φοβόσουν τις εξηγήσεις, τις μπέρδευες με τις απολογίες ή τις εξομολογήσεις. Σου έλεγα   " 'Ξηγήσου ρε μια φορά στα ίσα " και μου έλεγες "δεν εχω να δώσω λογαριασμό σε κανένα" και σου απαντούσα "μα πως, αφού μ΄αγαπάς ρε μαλάκα, μ' αγαπας και με σκέφτεσαι" κι εσύ θύμωνες και περπατούσες γρήγορα, πιο γρήγορα απ' όσο περνούσε ο καιρός μου και δε προλάβαινα και μια μέρα σε άφησα να φύγεις. Απο τότε προσπαθείς να μου εξηγήσεις. Προς το παρόν τηλεφωνείς στα βουβά κι εγώ μετράω και, στάνταρ ως τις τέσσερις αναπνοές έχεις κλείσει. Πάντα πρώτα εσύ. Μια φορά που τηλεφώνησες ήταν νύχτα και είχες μεθύσει κι εγώ ξύπνησα κι εσύ δε μιλούσες και σου είπα "μείνε ως το πρωί" και κάτι πήγες να πεις αλλά δεν απάντησες και σου είπα "μείνε ως το πρωί απλά να σε ακούω να αναπνέεις, να μη μου λείπεις" και ένιωσα να είμαι η σκέψη που κατάπιες. Εσύ κατάπινες σκέψεις κι εγώ ξεροκατάπινα λυγμούς. Στις εισπνοές σου ένιωθα ασφάλεια και στις εκπνοές σου απώλεια. Είχες μεθύσει, η ανάσα σου βρωμούσε, το ήξερα, το ένιωθα, το μύριζα κι ας μην ήσουν καν μαζί μου. "Δεν ήθελα να φύγω τότε που μαλώσαμε" μου είπες "ήθελες να φύγεις απο πριν μαλώσουμε" σου είπα, γύρισα πλευρό, "νιώθω σαν να μην υπήρξαμε ποτέ" μου είπες,  δε σου απάντησα, έσφιξα μόνο τα πίσω δόντια μου, έπαθα κράμπα απο το σφίξιμο, "κοιμάσαι;" με ρώτησες, "ναι" σου απάντησα, συνέχισες να αναπνέεις κι εγώ συνέχισα να σε ακούω, έξυσα λίγο τις πληγές μου και μου είπες "νιώθω σαν να ματώνεις", σου απάντησα "νιώθω σαν να έχεις πιει πολύ και να μη ξέρεις τι λες" και μου είπες "Δεν ήξερα το πόσο μπορώ να αγαπήσω τον τρόπο που στερέωνες τα μαλλιά σου ή το σχήμα που έδινες στα φρύδια σου ", σου είπα "σε ξεερωτεύτηκα εκείνο το βράδυ και σε ξεαγάπησα" και σε ένιωθα να κυλάς στις πληγές μου σαν αίμα. Ήθελα να σε πονέσω. Ήταν ο μόνος τρόπος για να διαπιστώσω αν είσαι ακόμα ζωνταντός. Ξημέρωσε και έκλεισες. Ξημέρωσε και ξύπνησα κι εγώ. Αναρωτιόμουν αν σε ονειρεύτηκα απλά ή αν υπήρξες. Είχα μια αίσθηση εκφρασμένης εξήγησης μέσα μου. Άνοιξα το κινητό. "Είσαι το ίδιο όμορφη με τότε" είπες. Ποιος ξέρει πως με θυμάσαι.


1.3.14

Colorblind looks


Είχα γεννηθεί όταν είχε γίνει ο πεζόδρομος στα Γιαννιτσά αλλά έχω ανάμνηση και απο τότε που περνούσαν ακόμα αυτοκίνητα. Δε θυμάμαι τίποτα πέρα απο το οτι περνούσαν αυτοκίνητα. Μπροστά απο τα Γκούντις σε είδα να περιμένεις κάποιον να σε κοιτάξει επίμονα καπνίζοντας. Φορούσες στρατιωτική στολή παραλλαγής ξεθωριασμένη και αρβύλες λιωμένες απο τη χρήση· γενικά είχες κάτι παλιό πάνω σου αλλά ακαθόριστης ηλικίας. Στάθηκα απέναντι στην παλιά καφετέρια του νονού μου, δε τον συνάντησα ποτέ αυτόν τον άνθρωπο μετά τη βάφτισή μου, απλά ήξερα πως είναι του νονού του Βασίλη η καφετέρια αυτή, τώρα ο χοντρός με το μουστάκι ήταν ο νονός, ο αδύνατος ο γκριζομάλλης, θα σε γελάσω. Παρατηρούσα περίεργα δεμένα κορδόνια σου και τελικά με κοίταξες που σε κοιτούσα και αμήχανα κατέβασα τα μάτια μου. Γύρισες απο την άλλη βιαστικά, έψαχνες κάποιον, έψαχνες κάτι, ή έψαχνες κάτι απο κάποιον, δε ξέρω. Πάντως με ξέχασες πριν με απομνημονεύσεις. Όλα ήταν μια στιγμή. Έστριψα τσιγάρο βιαστικά κι έφυγα. Περπάτησα ως τον Άγιο Γεώργιο, Αγ. Γεωργίου 6 μεγάλωσα απο τα τέσσερα ως τα επτά μου, Αγ. Γεωργίου 2 έμενε ο Λεωνίδας, ο πρώτος μου έρωτας και ο παντοτινός που ερχόταν απο το σπίτι και χτυπούσε το κουδούνι, άνοιγε η  μάνα και "Κυρία Έλλη ήρθα να πάρω τη Μαρία για το σχολείο" κι εγώ έβγαινα κουνάμενη συνάμενη, με έπιανε σφιχτά απο το χέρι - ήμουν υπ' ευθύνη του, ο Λεωνίδας ήταν το Αγόρι κι εγώ το Κορίτσι, δε θα με άφηνε ποτέ να πάθω τίποτα, πως αλλιώς, αφού μ' αγαπούσε, ήμουν η Γυναίκα του, θα με παντρευόταν μια μέρα. Όταν η μάνα μου ανακοίνωσε πως επιστρέφουμε Θεσσαλονίκη ο Λεωνίδας κι εγώ σχεδιάζαμε τρόπους να κλεφτούμε και να φύγουμε οι δυο μας όπως κάνουν οι μεγάλοι και ο καιρός πέρασε και η μέρα του αποχωρισμού έφτασε και ο Λεωνίδας ούρλιαζε κι εγώ έκλαιγα και η μάνα με έβαλε με το ζόρι στο ταξί κι εγώ έβγαζα λυγμούς και η μάνα του Λεωνίδα τον έπιανε απο τη μέση για να μην τρέξει πίσω μου κι εκείνος τέντωνε τα χέρια του και χτυπιόταν, ήταν έτοιμος να λιποθυμήσει απο το κλάμα, εγώ έβγαζα λυγμούς, εκείνος έβγαζε κραυγές άγριου ζώου, γαμημένοι ενήλικες μας σκοτώσατε την αγάπη μας Λεωνίδα δε θα σε ξεχάσω ποτέ. Αυτά θυμόμουν όταν ήρθες και κάθισες δίπλα μου και με ρώτησες κάτι αλλά δε σε κατάλαβα γιατί δε γίνεται να σε ακούω απο άλλη δεκαετία. Γύρισα και σε κοίταξα. Για μια στιγμή νόμιζα πως είσαι ο Λεωνίδας που απο τότε δεν είδα ξανά. Αλλά δεν ήσουν. Ήσουν εκείνος ο φαντάρος που κάπνιζε στον πεζόδρομο έξω απο τα Γκούντις. Μου χαμογέλασες και σου χαμογέλασα αυθόρμητα αλλά εγώ ως εκείνη τη στιγμή περνούσα την μακριά περίοδο της αγελατοσύνης. "Δεν είσαι απο εδώ" μου είπες, σε ρώτησα "που το ξέρεις;" και μου απάντησες "Ούτε κι εγώ είμαι απο εδώ, φαντάρος ήρθα. Ξεχωρίζω τους "δεν είναι απο δω", τότε έπαψα να χαμογελάω και σου είπα "λάθος κάνεις εγώ γεννήθηκα εδώ κι έζησα..." "...το πολύ τρία τέσσερα χρόνια" με διέκοψες, έβγαλα την καπνοθήκη μου, με ρώτησες "τί καπνίζεις" σου απάντησα"νταμ κίτρινο", μου είπες "εγώ καπνίζω όλντ χόλμπορν κίτρινο", σου είπα "δε σου πάει αυτός ο καπνός", με ρώτησες "και ποιος καπνός μου πάει;" και σου είπα" ο Γκόλντεν Βιρτζίνια ο κίτρινος" μου είπες πως τον δοκίμασες παλιά αλλά είχες βρει μέσα ένα μεγάλο κλαδί και τον έκοψες και η πρώτη μου σκέψη ήταν "κακώς δε το κράτησες για προσάναμμα τώρα που κρυώνω" αλλά δε σου το είπα αν και νομίζω θα χαμογελούσες ξανά. Και ήταν ωραία όταν χαμογελούσες. "Άλλαξε αυτός ο τόπος" σου είπα και μου ζήτησες να περπατήσουμε μαζί να σου δείξω τον τόπο, σου είπα πως μου είσαι παντελώς άγνωστος και εγώ με αγνώστους τί δουλειά έχω; Και μου είπες "όσο θα βολτάρουμε μαζί θα κάνουμε πως γνωριζόμαστε" και σου είπα "ναι αλλά μετά θα με ξεχάσεις και θα σε ξεχάσω", μου είπες "μερικές φορές συμβαίνει να θυμόμαστε και αυτά που θεωρούσαμε ασήμαντα ως τότε", σου είπα "εγώ θυμάμαι τον Λεωνίδα", μου ζήτησες να σου πω γι αυτόν, σου είπα "για εκείνον ανέβηκα απο τη Σαλονίκη σήμερα" και σου μιλούσα και ρωτούσες και σου μιλούσα και μετά σταμάτησες να μιλάς, και σαν κάτι να σε ενόχλησε αλλά δεν ήξερα τι και μετά δε μιλούσα ούτε κι εγώ και άρχισα απλά να σχολιάζω τη μέρα, τα πουλιά, ακόμα και τις γραμμές στα πλακάκια του πεζοδρομίου, εσύ απλά απαντούσες, σου είπα "δε μιλάς" μου είπες "μιλάω" σου είπα "δε μιλάς, απαντάς στις μαλακίες μου" γέλασες και μου είπες πως είσαι καλύτερος στο να απαντάς απο το να μιλάς και να ανοίγεσαι, σκέφτηκα πως θα είσαι κανένας κόπανος, "μπορεί και να είμαι" πέταξες ξαφνικά πάνω στη σκέψη μου, αιφνιδιάστηκα, δεν απάντησα, κοκκίνισα, γέλασες, κοκκίνισα περισσότερο, με φίλησες. "Ο Λεωνίδας δε φιλάει έτσι" μου είπες κι εγώ έλιωσα. "Ο Λεωνίδας θα με ρωτούσε για να με φιλήσει" σου είπα κι ας έλιωσα, "Ο Λεωνίδας είναι ξενέρωτος" μου είπες, "Ο Λεωνίδας ήταν ευγενικός όχι κάφρος και θρασύς σαν εσένα" σου είπα,  "Ο Λεωνίδας δεν υπάρχει αλλά εγώ είμαι εδώ απέναντί σου" μου είπες και μπήκες μέσα στην " Έκπληξη" και μου πήρες ένα γλειφιτζούρι καρδιά " Ο Λεωνίδας δε θα γινόταν γλυκανάλατος μαλάκας για να σου κάνει εντύπωση" μου είπες κι εγώ χαμογέλασα. Περπατήσαμε ως την πλατεία Μάγκου. Μου είπες πως πέρασε η άδεια εξόδου σου και πως πρέπει να επιστρέψεις. Μου είπες "Θα σε σκέφτομαι", σου είπα "θα ξανάρθω".  Μου είπες "Ψέματα". Σου είπα ψέματα.