28.4.11

Λάμπα

Ψάχνω τον εαυτό μου και τον βρίσκω να κόβει βόλτες δεξιά και αριστερά χαμένος σε δρόμους παράλληλους ανάμεσα στο τώρα και το πριν, ανάμεσα στο πριν και το μετά. Κοιτάζει μία από εδώ και μία από εκεί, βλέπει συγκρίνει, διαλέγει, επιλέγει, απορρίπτει. Μου είπες πρόσφατα πως αν κάποιος που δε με ξέρει με παρακολουθούσε θα έβγαζε το συμπέρασμα πως έχω υπαρξιακά προβλήματα. Και σου είπα πως όντως μπορεί έτσι να είναι. Αλλά σήμερα θα σου απαντήσω από την αρχή. Θα σου πω πως δε με νοιάζει τι θα σκεφτεί ο καθένας. Και πως όλοι όσοι ψάχνουν λίγο πέρα από την άκρη του ματιού τους θεωρούνται προβληματικοί ή γεμάτοι προβλήματα, υπαρξιακά και μη. Αλλα για την ιστορία θα σου πω πως όσοι ψάχνουν μέσα τους να βρουν τις αλήθειες τους είναι πιο ελεύθεροι από όλους εκείνους που απλά τις ψάχνουν στον ένα και στον άλλο. Και ναι… αυτό για τους δεύτερους στη σειρά είναι προβληματικό. Και παράξενο. Και όταν βλέπουν έναν μοναχικό ή πούστη θα τον πουν, ή τρελό, ή προβληματικό, ή ιδιόρρυθμο, ή παράξενο, ή τρομαχτικό ή δε ξέρω τι άλλο. Έτσι δεν έφυγε και ο Πάρης; ‘‘Αυτοκτονία ή έγκλημα πάθους γιατί δεν ηταν και πολύ φανατικός άντρας’’ –μαλάκες, μικρόψυχοι μαλάκες- λες και μόνο οι ομοφυλόφιλοι κάνουν εγκλήματα πάθους, λες και τελικά υπάρχει ομοφυλοφιλία ή ετεροφυλία ή μπαϊσεξουαλομαλακία. Αν μαθαίναμε να ερωτευόμαστε τον άνθρωπο πέρα από τη μάσκα της στολής με την οποία ενσαρκώθηκε τότε ίσως ήμασταν όλοι μας περισσότερο ελευθεροελεύθεροι και λιγότερο ελευθεροσκαλβωδέσμιοι των πεπιθήσεων που απορίπτουμε λέγοντας απλά "Αααα.. εδώ κάνεις λάθοοοοοςςςςς…."  και φυσικά Εσύ κάνεις λάθος γιατί Εγώ έχω δίκιο. Όποια άποψη δεν ταιριάζει με τη δική μας είναι λάθος. Κωλοεγωιστές παλιάνθρωποι δομημένοι με ευτελή υλικά αγορασμένα από τις χωματερές των άχρηστων αποβλήτων των προηγούμενων γενιών. Έτσι είμαστε φτιαγμένοι. Κι όποιος αντιδράει και διαφωνεί να σηκώσει το δάχτυλο! Αρκεί να πάψει να κρύβεται πίσω από αυτό για να τον δούμε και οι άλλοι να τον βάλουμε ψηλά να τον προσκυνάμε κάθε πρωί με την μπουγάτσα με τυρί στο δεξί και το τοπίνο μας στ’ αριστερά. Μη λυπάσαι που με νιώθεις μακριά. Είναι που σήκωσα την παλάμη μου να πω την άποψη μου και βγήκα από πίσω της γιατί εγώ τόσα δάχτυλα ήθελα για να κρυφτώ. Η χειρότερη από όλους. Αλλα να σου πω κάτι; Ξεβρακώθηκα και αλλάζω. Και έτσι θέλω, να αλλάζω. Θέλω να εξελίσσομαι προς τα όπου-δε με νοιάζει προς τα πού-αρκεί αυτό το όπου να μη χρειάζεται να του βάλω όπισθεν και να τρέξω με χίλια κοιτάζοντας το πίσω τζάμι και βάζοντας το δεξί χέρι στην πλάτη του συνοδηγού για να κοιτάζω καλύτερα. Και σκατά. Ποτέ δεν έμαθα να οδηγώ καλά την όπισθεν. Πάντα πήγαινα λίιιιγο πίσω και πάντα κοιτάζοντας τα είδωλα των εικόνων μέσα από τους πλαϊνούς καθρέφτες και ποτέ τις ίδιες τις εικόνες. Το να κοιτάζω τις εικόνες πίσω μου κατάματα είναι πουστιά στον εαυτό μου. Είτε είναι υπέροχες είτε είναι χείριστες είναι πίσω μου πια. Το πολύ πολύ αν τις κοιτάξω να πληγωθώ ανεπανόρθωτα και το να το επιδιώκω είναι πουστιά στον εαυτό μου. Πουστιές εγω δε παίζω. Όχι γιατί ειμαι καλύτερη και δε παίζω αλλα γιατί βαρέθηκα τα ίδια και τα ίδια παιχνίδια. Εσύ κανείς πουστιά σε μένα και τώρα θα δεις θα σου κάνω μεγαλύτερη. Και ουυυυυυφφφφφφφ…. Δε βαρέθηκες; Εγω πολύ…. Βαρέθηκα τους διαγωνισμούς ισχύος, βαρέθηκα το να προσπαθούμε να αποδείξουμε το ποιος κατουράει πιο μακριά από τον άλλο, βαρέθηκα να κοιτάζω πίσω, βαρέθηκα να θέλω το παρελθόν, βαρέθηκα να το νοσταλγώ, βαρέθηκα να το νοσταλγείς κι εσύ. Δε σου φωνάζω. Σου το είπα και πριν. Είναι που όλα μαζεύτηκαν και κάνουν θόρυβο διεκδικώντας το δικαίωμα να αποσυμφοριστούν βγαίνοντας μια βόλτα έξω από το σώμα μου. Εγω υψώσει τόσους τοίχους σε διάφορα πράγματα και σε τόσους ανθρώπους που φοβάμαι μήπως στο τέλος εγκλωβιστώ η ίδια πίσω από αυτούς….
Τί καλοστημένη παγίδα παράνοιας!

Και για την ιστορία επίσης ο Πάρης έφυγε από ανακοπή καρδιάς κι έπασχε απο σκήρυνση κατα πλάκας.


Το να ανακαλύπτω
ποια είμαι
ήταν πάντα το πιο 
αγαπημένο
και το πιο οδυνηρό
παιχνίδι του
μυαλού και του
κορμιού μου...

24.4.11

Δέλτα

Ήθελα τόσο να βρεθώ λέγοντας μερικά τίποτα για πρόλογο γιατί ξέρω η σιωπή είναι πιο σημαντική από τις λέξεις. Ειδικά όταν καταλαμβάνει χώρο ανάμεσα σε μάτια ομιλούντα που συναντήθηκαν για πρώτη φορά πριν από τον μεσαίωνα τότε που οι γυναίκες οι λάγνες ήταν μάγισσες και καιγόντουσαν από τους ανέραστους μόνο και μόνο από φόβο. Δε θυμάμαι πως έζησα τότε. Δε θυμάμαι αν έζησα καν ή αν εκτρώθηκα με μανία από τα σπλάχνα της γυναίκας που με κουβάλησε. Ή αν αποβλήθηκα ως σταγόνα αίματος. Θυμάμαι πως χτες το βράδυ φορούσα ένα όμορφο φόρεμα. Είχε χρώμα σμαραγδί και ρουμπινί. Και ήμουν στο μέρος που ήταν δομημένο από πέτρα και ξύλο. Και δε θα μπορούσε να ήταν αλλιώς. Πλησίασα το πρόσωπο της σκιάς που με ακολουθεί τα τελευταία άπειρα χρόνια. Πολλές φορές σε διαφορετική μορφή μα πάντα ίδια. Η μυρωδιά δεν αλλάζει όσες μορφές κι αν αλλάξει το πρόσωπο. Η ανάσα έχει πάντα συγκεκριμένο ρυθμό. Ο ήχος των μουρμουρητών λέξεων έχουν πάντα συγκεκριμένη μουσική. Θα μπορούσα να του βάλω στίχους και να τον κάνω τραγούδι. Πάντα το ίδιο. Όλα τα χρόνια. Έχω ξεχάσει πόσα. Ήμουν όρθια μπροστά σε έναν πάγκο που είχε ένα ποτήρι. Τα μαλλιά μου ήταν μακριά πλεγμένα σε μια μεγάλη χοντρή πλεξούδα όμοια με εκείνη που είχε απωθημένο να μου πλέξει η γιαγιά αλλά πάντα τα μαλλιά μου ήταν κοντά και λεπτά. Το σώμα μου ήταν καμπυλωτό, λίγο περισσότερο από ότι στο παρόν μου. Έβαλα το ποτήρι στο στόμα μου και πήρα τη γεύση, την ίδια οικεία γεύση από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Γύρισα και μύρισα την μυρωδιά του σώματος και τυλίχτηκα σε αυτό τόσο αρμονικά που νόμιζα πως λίγο αργότερα θα αποκτούσα το σχήμα του. Έμεινα εκεί ώρα. Ώρες. Τυλιγμένη από την ίδια μυρωδιά. Λιωμένη και χυμένη στο καλούπι του κορμιού που με φιλοξενούσε μέσα του. Τόσο αρμονικά λιωμένη. Τόσο απόλυτα χυμένη. Τόσο λογικά δομημένη. Νομίζω πως χτες το σώμα μου έκανε ένα ακόμα αστρικό ταξίδι κι άγγιξε την απόλυτη ύπαρξη σε μία έννοια ύπαρξης τόσο αντικειμενική που επιτέλους κατανόησα τον λόγο που υπάρχω κι εγώ η ίδια. Για να μυρίζω την ίδια μυρωδιά μέχρι το τέλος…
Είμαι καλυμμένη με μια σκόνη παρελθοντική. Σήμερα που ψιχάλισε το σώμα μου γύρισε στην αρχική μορφή του˙ έγινε χώμα και νερό. Ήμουν εύπλαστη φτιαγμένη από πυλό. Κι εγώ η πιο πρωτόπλαστη του κόσμου. Σαν να μην υπήρξα ποτέ πριν αλλά σαν να υπήρχα από πάντα. Σαν μικρή παλλόμενη ίνα ενέργειας. Στην αρχική μορφή μου. Κουράστηκα. Σώπα κι άκου με. Ή αν δε μπορείς, απλά νιώσε με να πάλλομαι. Μόνο σώπα. Και χωρίς φωνή θα σε αναγνωρίζω πάντα..
 Λέω ναι...
                                

19.4.11

..

    -Ποιος θα μας γκρινιάξει σήμερα;
-Κύριε, κύριε, κύριε! Να πω; Να πω;
Αφήστε με να πω… θέλω τόσο να το κάνω… και μη μου βάζετε βαθμό αν δε θέλετε, δε με νοιάζει. Αν και σήμερα θα μπορούσα να πάρω άριστα. Θέλω να γκρινιάξω ως το ταβάνι. Καλέ που κοιτάτε; Το ταβάνι του κόσμου εννοώ… δε φτάνει το μάτι σας ως εκεί. Να ξεκινήσω; Οι ωτοασπίδες δώρο από ‘μένα. Αν βαρεθείτε να με ακούτε μη με σταματήσετε. Απλά φορέστε τις και γράψτε με στα παλιά σας τα παπούτσια. Μη με ακούτε… φοβάμαι μη σας κουράσω και φύγετε κι εσείς. Μη κουραστείτε. Περνάω τη φάση της μελαγχολίας και των θλιμμένων ματιών. Κάντε λίγη υπομονή, θα μου περάσει, το υπόσχομαι. Προς το παρόν επιπλέω στις ανασφάλειές μου. Προσπαθώ να μη βουλιάξω αν και θα μου έκανε καλό να βουλιάξω, πιστέψτε με. Θα έμενα στον πάτο και θα μούλιαζα κι έτσι η ψυχή μου θα καθάριζε από τα αίματα από την πρόπλυση και στους τριάντα βαθμούς. Τώρα βλέπω πως η πρώτη πλύση εγκεφάλου άφησε λεκέδες. Ακόμα αιμορραγώ. Λίγο, ευτυχώς, όχι όπως στην αρχή. Σήμερα, αύριο θα στερέψω. Υπόσχομαι. Το ξέρετε κύριε πως εδώ και μια βδομάδα είμαι με δανεικό χαμόγελο; Ε, τι σκατά να κάνω… όπως σας είπα προσπαθώ να μη βουλιάξω. Προσποιούμαι πως το μυαλό μου δε σκέφτεται κι έτσι είμαστε ικανοποιημένοι όλοι. Εσείς; Εσείς όχι, το ξέρω… εσείς με μεγαλώνετε κάθε μέρα… ε ξέρετε καλύτερα από τον καθένα. Είναι που με ξέρετε μια ζωή και να τώρα τα αποτελέσματα. Δε μπορώ να κρυφτώ, ο εκνευρισμός μου χτυπάει κόκκινο, πνίγομαι από τα νεύρα μου… βγάζω τα μάτια μου κάθε βράδυ για να μη βλέπω εικ……


13.4.11

Μηδέν

Η αλήθεια είναι πως θέλω να μείνω μόνη και φυλακισμένη στις αύλακες του εγκεφάλου μου και να χαθώ. Το κορμί μου είναι άδειο πια κι αιμορραγεί ασταμάτητα ανάμεσα στα πόδια μου. Κι εγώ δε θέλω κανέναν. Όχι συγκαταβατικές παρηγοριές, όχι παρηγορητικές συγκαταβάσεις. Δε σηκώνω τηλέφωνα. Δε θέλω να μιλήσω σε κανένα. Αυτό το δύσκολο έργο να το αναλάβεις εσύ. Εγώ δε μιλάω σε κανένα. Δικαίωμά μου να πέσω σε κατάθλιψη, δικαίωμά τους να ξέρουν, αλλά αν θέλουν να ξέρουν ας βρουν τον τρόπο μόνοι τους. Δεν είμαι σε θέση να βρίσκω και δρόμους με ονομαστικές οδούς που οδηγούν σε απαντήσεις. Εδώ δεν έχω καν για τον εαυτό μου. Δε θέλω να δω κόσμο. Δε θέλω να ξέρω κανέναν. Θέλω να αγνωστοποιηθώ κι έπειτα να γνωριστώ από την αρχή. Θέλω να φύγουν όλοι. Ο μόνος γνωστός που θα κρατήσω στη ζωή μου θα είσαι εσύ. Και αυτό μοιραία. Ξέρω πως εσένα δε μπορώ να σε αγνωστοποιήσω, ξέρω πως μόλις νιώσω την αύρα σου όλα θα γίνουν γνώριμα και θα ξεκινήσουμε και πάλι από την αρχή. Αλλά με μια προϋπόθεση. Δε θα μιλάς.  Θέλω να μείνω αμίλητη, βουβή, θέλω να με κοιτάς στα μάτια και να με ρωτάς αν είμαι καλά και θέλω να είσαι σε θέση να ακούς τα μάτια μου και να μη χρειάζεται να σου μιλάω. Τιμωρία στο κορμί μου που δεν άντεξε και στο μυαλό μου που δεν αντέχω εγώ άλλο τη φωνή του…



Συγνώμη αγάπη μου που δεν ειμαι αρκετά ερωτική

Αλλά το σώμα μου είναι υπό κατασκευή και αναδόμηση…

12.4.11

*&_

Χτες θυμήθηκα πως είναι να τρως μαρούλι σαλάτα με ατσαλόβεργες. Θυμήθηκα πως είναι να τρυπάει το στομάχι από τον πόνο και να ματώνεις εσωτερικά και να φτύνεις αίμα με ασταλόπροκες. Χτες θυμήθηκα πόσο μπορείς να μισήσεις  εκείνον που σου σέρβιρε τη σαλάτα και αν του πεις ‘‘Δηλαδή τώρα εσύ μου πρόσφαιρες ότι καλύτερο είχες;’ θα σου πει πως δεν ήξερε πως οι ασταλόβεργες θα μπορούσαν να σου τρυπήσουν το στομάχι. Κι έπειτα θα ζητήσει συγνώμη, κι έπειτα θα σου προτείνει να μην πληρώσεις τη σαλάτα ως κίνηση καλής θέλησης και συμφιλίωσης για να μη σε χάσει και από πελάτη. Να πας ξανά εκεί και να πεις "Δε γαμιέται.. ένα λάθος έγινε. Μπορεί το στομάχι μου να μοιάζει λες και το γαζώσανε άπειρες σφαίρες λόγω μιας παρεξήγησης που έγινε ανάμεσα σε κάτι γκάγκστερ και κάτι μέλη της Μαφίας δίπλα στο περίπτερο που αγόραζα καπνό και βρέθηκα στο λάθος μέρος τη λάθος ώρα, αλλά δε πειράζει γιατί τουλάχιστον δε πληρώσαμε τη σαλάτα"Τα μάτια μου πονάνε, είμαι ξαπλωμένη γιατί η μήτρα μου αιμορραγεί παραφύσιν, φοβάμαι να πάω για κατούρημα για να μη δω πάλι ματωμένα κωλόχαρτα. Πληγώνομαι… κάθε φορά που κατουράω πληγώνομαι...Η ώρα είναι κολλημένη, το κινητό μονίμως το αλλάζω θέση μήπως το σήμα είναι καλύτερο πάνω στην πράσινη βελέντζα απ’ ότι πάνω στο καφέ κάλυμμα του καναπέ κι έπειτα αναθεωρώ και το βάζω πάνω στο τραπεζάκι. Κι από εκεί στα κεραμίδια του σπιτιού. Κι έπειτα το συνδέω με την κεραία. Και να για είμαι πιο σίγουρη ακόμα θα ανέβω πάνω από τα σύννεφα και θα πιάσω τον ουρανό κι έτσι σίγουρα θα λάβω τα νέα από τον γιατρό που ένα κομμάτι του εαυτού μου τρέμει στην ιδέα του τηλεφωνήματος αυτού… ‘‘Κοριτσάκι μου… λυπάμαι αλλά… το χάσαμε…’’. Κι εσύ μου λες αν με νοιάζει που δε πλήρωσα τη σαλάτα. Όχι δε με νοιάζει! Χέστηκα ρε φίλε! Με νοιάζει που το στομάχι μου είναι τρύπιο και δε μπορώ να φάω και που η μήτρα μου αιμορραγεί. Και με νοιάζει επίσης που χες κοιμήθηκα μαζί σου σε άλλη διάσταση. Και ξύπνησα αλλιώς. Και μη νομίζεις… δεν απελπίστηκα ακόμα… και μη νομίζεις… δε το βάζω εύκολα κάτω.. και μη νομίζεις… σίγα μη τα παρατήσω… έμαθα να μη πουλάω τα όνειρά μου μικρό μου…

Ανάρτηση προς αποανάρτηση


Ανάρτηση προς αποανάρτηση:

Αυτό που κάνετε κύριε που διαβάζετε αυτή τη στιγμή εδώ λέγεται πουστιά. Είμαι μια θυμωμένη χωρίς δικαίωμα. Θυμωμένη κι αιφνιδιασμένη. Φεύγετε χωρίς ίχνος προς τ' αστέρια και, δε λέω αυτή είναι η δουλειά σας, αλλά μείνετε λίγο ακόμα. Μην αστροναυτείτε αφήνοντας μόνο  αστερόσκονη πάνω σε κλειστές γαλαξιακές πόρτες. Εντάξει. Το κάνω κι εγώ. Αλλά εμένα με περνάτε για τρελή... έτσι δεν είπατε;

Δε θα μείνει για πολύ... ελπίζω ως τότε να να υπάρξει ένα κλειδί κάτω απο το χαλάκι της κλειστής εξώπορτάς σας για να σας βρει κανείς άνθρωπος...

Αντίο σας...

...ξεθυμώστε με...


photo

11.4.11

.

Εεεε… συγνώμη…. Θα μπορούσα να έχω έναν εγκεφαλικό ευνουχισμό παρακαλώ;

5.4.11

*^

Δαγκώνω το μυαλό μου να σωπάσει. Τα δάχτυλά μου έγιναν ρουφιάνοι κι εγώ τα χτυπάω κι αποκτούν μικρά κατάγματα με σκοπό να σταματήσουν να καρφώνουν τις σκέψεις μου έστω και για λίγο. Μέσα στην κουζίνα βράζω κολοκυθάκια και πατάτες και καρότα στη μία κατσαρόλα και στην άλλη πλιγούρι. Και αν δε ξέρεις τι είναι το πλιγούρι μη με ρωτήσεις! Βαριέμαι τόσο να σου πω.. Το νερό χύνεται από την κατσαρόλα των λαχανικών κι εγώ κάνω την αδιάφορη γιατί βλέπω τους Δύο Ξένους˙ η ίδια συνήθεια εδώ και δέκα χρόνια. Μέχρι που εκείνο χύνεται για τα καλά και πάω απότομα να σηκωθώ να πάω τρέχοντας στην κουζίνα και μόλις θυμήθηκα πως δε πρέπει να τρέχω ακόμα και αν χυθεί ολόκληρος ο πλανήτης στο μάτι της κουζίνας μου. Χτες είδα στον ύπνο μου πως δε μου άρεσαν τα μαλλιά μου και πήγα στο μπάνιο και είδα ένα ψαλίδι αφημένο στη μπανιέρα και το πήρα και άρχισα να τα κόβω. Χωρίς να έχω συναίσθηση και γνώση. Έκοβα μια από δεξιά, μια από αριστερά, από μπροστά, από πίσω… τούφες, απλά τούφες. Και όταν τα έκοψα μου φαινόντουσαν ωραία. Γύρισα το κεφάλι προς την πόρτα και πριν την ανοίξω κοίταξα ξανά τον καθρέφτη και διαπίστωσα πως μεγάλωσαν πάλι και πως από μπροστά ήταν μέχρι τον λαιμό μου και από πίσω ήταν κοντά όπως και τώρα. Πήρα και πάλι το ψαλίδι και άρχισα ξανά να με κουρεύω με μανία αυτή τη φορά. Εσύ ήσουν κάτω, με περίμενες κι εγώ είχα αργήσει ήδη. Πήγα να βάλω τις μπότες μου να κατέβω γρήγορα να έρθω κοντά σου. Και δε τις βρήκα πουθενά. Έψαξα παντού και βρήκα ένα μεγάααααααλο στρογγυλό τίποτα. Βρήκα κάτι άλλα παπούτσια της κακιάς ώρας και τα φόρεσα ίσα ίσα να μη σε κάνω να περιμένεις άλλο. Και μετά είδα τη γιαγιά. Και όχι απλά την είδα αλλά φορούσε και τις μπότες μου!
-Ρε γιαγιά.. γαμώτο μου… Τι νούμερο φοράς;
-Τριάντα εννιά.
-Ναι ρε γιαγιά αλλά εγώ φοράω τριάντα οκτώ κι εσύ φοράς και πενήντα ζευγάρια κάλτσες και γαμώτο ρε γιαγιά..θα μου τις φαρδύνεις! Πως μπήκες εκεί μέσα απορώ!
Πάω να κατέβω και βρίσκομαι σε μια τρισάθλια οικοδομή παλιά. Με μωσαϊκό κάτω, οι τοίχοι βαμμένοι μ’ εκείνη την πλαστικούρα σε ωχρό κίτρινο σκατόχρωμα, το μωσαϊκό ήταν σκούρο κόκκινο στη βάση του, πήγα να πάρω το ασανσέρ και καθώς στεκόμουν μπροστά του θυμήθηκα πως κάθε φορά που βλέπω στον ύπνο μου ασανσέρ και μπαίνω πάντα κάτι συμβαίνει. Ή εγκλωβίζομαι ή πέφτει κάνοντας ελεύθερη πτώση και σκοτώνομαι. Κι εσύ με περίμενες κάτω. Οπότε πήγα με τις σκάλες. Λιαχ! Σιχαινόμουν ακόμα και να περπατήσω… αλλα με περίμενες κάτω… Θυμάσαι τι σου είχα πει για τον Έρωτα;  Σου είπα πως στον Έρωτα δεν υπάρχουν όρια και ορισμοί… απλά τους δημιουργούμε για να νομίζουμε πως έχουμε το πάνω χέρι. Δεν υπάρχει το σεξ, το πήδημα, το γαμήσι, ο Έρωτας. Όλα είναι ένα. Και όλα μπορούν να χρησιμοποιηθούν από τους ίδιους  ανθρώπους που μπορεί να ξεκινούν να κάνουν έρωτα και στο τέλος της πράξης να απολαμβάνουν το πιο ωραίο πήδημα της ζωής τους. Ειδικά στο σεξ δε υπάρχει χώρος για ταμπέλες. Όχι άλλες.  Φτάνουν πια. Τις καταστρέφω όλες και ας αντιμετωπίζω βαρύτατο χρηματικό πρόστιμο και φυλάκιση έως  δύο έτη ανά πινακίδα. Ο Έρωτας είναι χορός. Δεν έχει σημασία αν χορεύεις σάμπα ή ρούμπα. Σημασία έχει να παρασύρεσαι.Σήμερα πάλι εκνευρίστηκα με τη μάνα. Ώρες ώρες νομίζω πως υπάρχει για να μου τρυπάει το μυαλό. Μου είπε πως ο καιρός είναι χάλια και της είπα πως ο καιρός είναι υπέροχος. Και τσατίστηκε. Με ρώτησε σε τι θερμοκρασία έχω το καλοριφέρ και της είπα πως ανάβω τζάκι και μου είπε πως δε πρέπει να σηκώνω βάρος και της είπα πως δεν είμαι ετοιμοθάνατη και να πάψει να μου συμπεριφέρεται σαν να είμαι άρρωστη γιατί είμαι πιο ζωντανή από ποτέ. Και τσατίστηκε. Μου είπε πως θα έρθει αύριο και της είπα να έρθει μετά το μεσημέρι και μου είπε πως τότε θα έχει έρθει και ο ‘‘άντρας μου’’ και της είπα πως δεν είναι άντρας μου και μου είπε ’’ το ίδιο είναι’’ και της απάντησα πως αν είναι το ίδιο θα μου έκανε μεγάλη χάρη να λέει απλά το όνομα. Και τσατίστηκε. Ξέρω μάνα, πως όπως δε θα μου συγχωρέσεις ποτέ ότι δεν είμαι εσύ, όπως δε θα μου συγχωρέσεις ποτέ πως έφυγα στα εικοσιένα μου από την ποδιά σου, έτσι δε θα με συγχωρέσεις ποτέ που δε θέλω να παντρευτώ και δε το διαπραγματεύομαι καν και που είμαι έξω από τα κοινωνικώς αποδεκτά σημεία σου…Το τζάκι έσβησε και άναψε ίσα με εκατό φορές σήμερα. Βαριέμαι να ασχολούμαι μαζί του αλλά μου αρέσει να το κοιτώ. Δε γίνεται να είναι αυτοσυντηρούμενο; Θα περάσω στις φλέβες του ορό από πετρέλαιο, ναι μπορώ να το κάνω, τόσο πολύ βαριέμαι σήμερα. Και που μαγείρεψα, μη φανταστείς, ήταν παρορμητισμός αλλιώς ούτε αυτό θα έκανα ποτέ μου. Οι μόνες ώρες της ημέρας που απολαμβάνω είναι εκείνες της σοφίτας. Ανεβαίνω πάνω τα μεσημέρια και μένω εκεί. Το γαμώτο είναι πως αφήνω κάτω το τηλέφωνο και μέχρι να κατέβω να το πάρω εκείνο έχει πάψει πια να χτυπάει. Η σοφίτα μου κρύβει τον πιο κρυφό εαυτό του κόσμου. Εκεί αφήνω τις σκέψεις μου ακόμα και τις πιο παράτολμες. Στα μεγάλα μαξιλάρια της σοφίτας. Θες να με μάθεις καλύτερα; Ψάξε με εκεί…

Σήμερα ήθελα να βρεθώ
πίσω σ'εκείνοτο σημείο
για να τελειώσω ό,τι 
είχα αφήσει στη μέση...

3.4.11

(..)


Θέλω να γράψω ένα γράμμα που να μη μιλάει σε πρώτο ενικό. Γράφω σβήνω ξανά γράφω ξανά σβήνω, προσπαθώ να μείνω ίδια αλλάζοντας και το μόνο που νιώθω είναι μια έλλειψη ελευθερίας˙ προσπαθώ να επαναπροσδιορίσω τη γραφή και την έκφρασή μου, γίνονται όλα κουβάρι στο κεφάλι μου, πιάνω την κοιλία μου, και ηρεμώ. Δε ξέρω τι γίνεται μέσα της, προσπάθησα να δω σήμερα και ο κύριος από έξω που έκοβε χόρτα συμφώνησε μαζί μου πως όλα πηγαίνουν εξαιρετικά. Το κορμί μου στεγνώνει από έρωτα μπορώ να περιμένω, να περιμένω όσο χρειαστεί, να σε νιώσω να υπάρχεις μέσα μου, να ακούω την αναπνοή σου, να αισθάνομαι με την αφή και την όσφρηση την επιθυμία σου. Σου λείπω, το ξέρω, αλλά όποτε κλείνεις τα μάτια σου θα με βρίσκεις εκεί που με άφησες να σου κάνω νεύματα σταγονένια κι έτσι θα αναγνωρίζεις ακόμα και τη σκιά μου. Δε θα χρειάζεται πια να βλέπεις το πρόσωπό μου για να αναγνωρίζεις και να θυμάσαι. Θυμάσαι; Αν δε θυμάσαι είμαι τόσο μόνη…