16.2.13

Doom



Βλέπω όνειρα άλλων. Περνάω την πλοκή σαν σε ταινία απο απόσταση. Και μετά ξυπνάω με τα συναισθήματα άλλων και μου γαμιέται η μέρα. Ανοίγω τα μάτια μου γεμάτη απο θλίψη Στέλλας, απόγνωση Πάνου, ανασφάλεια Κατερίνας, καύλες Γιώργου, μοναξιά Βαγγέλη. Χτες είδα ένα όνειρο που ήταν δικό μου. Ξύπνησα βιώνοντας απώλεια. Φοβάμαι μη φύγεις και ειλικρινά δε ξέρω πότε σε αγάπησα εσένα τόσο πολύ. Δε με μεγάλωσες εσύ, ούτε εγώ εσένα. Τώρα που θα φύγω μακριά σου να προσέχεις. Να μη παίρνεις τα φάρμακα για την πίεση απλά να απαγχωθείς και να στηρίζεις τις σκέψεις σου στο κεφάλι σου και όχι σε ολόκληρο το σώμα σου. Και αν δεις πως απο τις πολλές σκαλωσιές το μυαλό σου θυμίζει γιαπί και όχι νου, τότε ξεκίνα να γκρεμίζεις τα στηρίγματα ξεκινώντας απο τα κάτω. Κερδίζεις χρόνο κατεδάφισης. Μόνο πρόσεχε μην καταπλακωθείς. Πως να αποκτήσω όσα στερήθηκα στα πέντε; Δε μπορώ. Μπορώ όμως να σε αγαπάω και να σε μεγαλώνω μέσα μου με πανοπλίες και σπαθιά και μπορώ να σε κάνω βασιλιά μεγάλο και τρανό και ατρόμητο, έτσι θα ξέρω πως κανείς δε θα σε νικήσει. Ξύπνησα με την απώλειά σου. Έμπαινα κι έβγαινα απο το κουζινάκι της γιαγιάς σε replay στο όνειρό μου για δω στις πόσες φορές εξαφανίζεται η πληροφορία του χαμού σου. Και μετά ούρλιαζα για να δω σε πόσα ουρλιαχτά μπορώ να σε επαναφέρω πίσω. Κρυώνω παρόλη τη ζεστασιά σου. Δε ξέρω πως να αποφύγω τα ξεριζώματα, δε ξέρω πως να μεταφυτέψω ζωές. Θα μπολιάσω τη ζωή μου με ζωή άλλων και θα δεις, θα γίνω ένα είδος που παρόμοιό του δε θα υπάρχει, θα το δεις, και ξέρω πως θα με αγαπάς όπως και τώρα που είμαι η μονάκριβή σου. Μη πεθάνεις. Υπάρχει μεγάλη ποικιλία απο ανδρείκελα εκεί έξω που προηγούνται. Εσύ θα είσαι δικός μου για πάντα, υποσχέσου το. Και όταν τα χέρια σου θα τυλίγονται γύρω απο το σώμα μου κάθε φορά που θα μου λες "σςςςςς κοριτσάκι μου μη κλαίς...." δε θα κρέμονται πάνω σου άχαρα όπως τότε που ήμουν έντεκα και δεν ήξερες να αγκαλιάζεις. Εγώ μπαμπά, να ξέρεις, κλαίω συχνά απλά κανείς δε το ξέρει. Κλαίω τις νύχτες λίγο πριν κοιμηθώ μόλις διαπιστώσω πως τώρα που όλοι κοιμήθηκαν εγώ μπορώ να κλάψω ήσυχη. Και αν κοιμάμαι πρώτη, κλαίω τα όνειρά μου και τα πρωινά μετά βρέχει. Να, όπως χτες. Και προχτές. Και σήμερα πάλι. Και μπαμπά μου αρέσει η βροχή απο τότε που ήμουν πέντε και τρέχαμε στο πάρκο του Αγ. Γεωργίου στα Γιαννιτσά.  Εκεί που ο Λεωνίδας έσπασε το κεφάλι του κι εγώ πόσο φοβήθηκα μη του φύγουν οι σκέψεις του για μένα απο το μυαλό, αλλά ευτυχώς του κάνανε ράμματα κι έτσι έμεινε ερωτευμένος μαζί μου μέχρι να τον εγκαταλείψω για να αλλάξω πόλη. Μου λείπει μπαμπά όλο αυτό που δεν έζησα και σου έχω έτοιμη απάντηση για το πως γίνεται να μου λείπει κάτι που πότε δεν είχα· το φαντάζομαι. Νιώθω καταθλιπτική κάθε φορά που κοιμάμαι δώδεκα ώρες την ημέρα, κάθε μέρα περίπου. Το κορμί μου παραπαίει και το γέλιο, μου γκριζάρει λίγο τα μαλλιά. Μπαμπά ξέρεις που άφησα το τηλέφωνο; Θέλω να σου μιλήσω...

πως ξέχασες
 να μου 
πεις πως
το "απο" 
παίρνει τόνο;