25.1.09


Έτσι δραπετεύω από τα όνειρα. Σωπαίνω και η πλοκή σταματάει. Προχωρώ σε δρόμους ακίνητους και μικραίνω. Φωνάζω και δε μ’ ακούει κανείς. Τελικά ο κόσμος είναι κουφός ή εγώ έμεινα βουβή; Σ’ έναν κόσμο κουφό ποιος είναι ο άφωνος;


Ακούω τη βροχή να ψιθυρίζει πολύ πρωί. Την ακούω μέσα στο αυτί μου να μου λέει κάτι που μοιάζει με ‘‘Ξύπνα, ήρθα!’’ αλλά δεν είμαι σίγουρη. Ανοίγω τα μάτια αλλά δε σηκώνομαι από το κρεβάτι. Νομίζω πως είναι γύρω στις οκτώ το πρωί. Κάθομαι κάτω από το πάπλωμα με τα μάτια ανοιχτά γυρισμένη στο πλάι. Έχω μια περίεργη αίσθηση. Ενώ το μυαλό και τα μάτια μου έχουν ξυπνήσει το σώμα μου ακόμα ξεκουράζεται ενώ κοιμάται. Αρνείται να κάνει την παραμικρή κίνηση κι εγώ απλά το απολαμβάνω.

Γυρίζω πλευρό και ενώνομαι σώμα με σώμα στο πιο όμορφο παζλ του κόσμου. Μένω εκεί για λίγο και κλείνω τα μάτια μου. Μπαίνω μέσα μου και ψαχουλεύω τα κατατόπια μου˙ σαν να ψάχνω κάτι χαμένο από καιρό. Ανοίγω τα χέρια μου, αγκαλιάζω το κορμί με κορμί και η ψυχή μου γεμίζει φως. Με ένα άγγιγμα. Με έναν μουσικό φθόγγο μιας φωνής ερωτικής που ξενυχτά τους πόθους μου…

Όταν σηκώθηκα από το κρεβάτι ο ήλιος έκανε την εμφάνισή του και η βροχή παραμέρισε. Το μόνο που άφησε πίσω της ήταν βρεγμένη γη και μικρά διαμαντένια στολίδια που κρεμόντουσαν από τα γυμνά κλαδιά της φλαμουριάς μου και του παραδιπλανού δέντρου, που τόσα χρόνια συγκάτοικοι και ακόμα δεν έμαθα το όνομά του. Σήμερα κάποιος γεννήθηκε. Σήμερα κάτι έμεινε πίσω για να περάσει μπροστά το ολοκαίνουριο.

Με γεια η καινούρια σου ζωή…

Καληνύχτα…

Φωτό: http://see-you-again.deviantart.com/art/Perfect-Match-106174040
Κυριακή 25/01/09 23.07

21.1.09

Κρύβομαι κάτω από την ομπρέλα μου και στέλνω τα συναισθήματα μου στην ανακύκλωση. Όξινες σταγόνες καίνε τη θλίψη και της ανοίγουν τρύπες. Την κοιτώ μέχρι που τελικά γίνεται σκόνη κι εξαφανίζεται. Φυσάω πάνω της και τη σκορπίζω στον αέρα. Έχω αρκετό χώρο τώρα… μπορώ να τον γεμίσω με ό,τι θέλω…

Νιώθω μια κούραση. Όχι τωρινή. Συσσωρευμένη μέσα στην ψυχολογία μου κόβει βόλτες ανενόχλητη. Έχω την αίσθηση εκείνη που έχει κάποιος που ξυπνάει κουρασμένος. Αλλά εγώ την έχω όλη μέρα. Όλη μέρα νιώθω το σώμα μου λες και ξύπνησε πριν από πέντε λεπτά κουρασμένο. Κοιμάμαι πολύ, αλλά ακόμα και τα όνειρά μου με παιδεύουν. Η αίσθηση της Παρασκευής και η αναμονή της παντού στα όνειρά μου. Ανοίγω τα μάτια μου και η μέρα είναι Τετάρτη. Ακόμα Τετάρτη είναι. Η Παρασκευή μοιάζει να είναι χρόνια μετά.

Παρατηρώ τις στιγμές να φεύγουν κοιτάζοντας τα ίδια βλέμματα κάθε φορά. Τις ίδιες εικόνες. Τους ίδιους ανθρώπους. Μου λείπει το άρωμα μιας βροχής λυτρωτικής, η πολύχρωμη ζεστασιά του ουράνιου τόξου. Κρεμασμένη πάνω από ένα τηλέφωνο κάνω κούνια πάνω στο καλώδιό του και χαίρομαι σαν πεντάχρονη που εκείνη τη στιγμή τα έχει όλα. Πηδάω στον αέρα και πέφτω κάτω με τα γόνατα. Σκουπίσω την άμμο και πάω να γκρινιάξω λίγο, ίσα ίσα για να σου αποσπάσω την προσοχή. Κοιτάζω λίγο προς το πρόσωπό σου και σκοντάφτω για δεύτερη φορά αλλά τώρα πάνω στο χαμόγελό σου.

Με το σουγιά του πόθου μαχαιρώνω τον χρόνο, του κλέβω τα κλειδιά από την τσέπη κι απελευθερώνομαι. Περπατώ μέσα σε ονειρέματα και δίνω το τέλος που επιθυμώ η ίδια. Μπροστά στο τζάμι του νιπτήρα της κουζίνας σου ξεπλένω τα χέρια μου και τα σκουπίζω βιαστικά με την πετσέτα πριν έρθω να σε πιάσω. Κουρνιάζω μέσα σου και δίνω φιλί στο φιλί σου. Ένα αιώνιο φιλί. Από εκείνα που δεν έχουν αρχή και δε ξέρεις πότε να σταματήσεις. Από εκείνα που λαχταράς σαν ένα λεπτό ζωής ακόμα τη στιγμή λίγο πριν το τέλος. Το τέλος που θα πουλούσες και την ψυχή σου στο διάολο για ένα λεπτό ακόμα. Μια στερνή στιγμή. Από εκείνα που οι ανάσες μπερδεύονται και γίνονται μία. Από εκείνα που θα ευχόσουν να μην είχαν τελειώσει ποτέ ή να μην τα είχες ζήσει ποτέ γιατί τώρα ξέρεις, και σου λείπουν…

Η Γη έξω έχει τη μυρωδιά βρεγμένου χώματος, το χρώμα της θλίψης και τη γεύση της απόλαυσης. Απλώνω το χέρι να πιάσω την εικόνα και πέφτω πάνω στο υγρό και δροσερό τζάμι. Σα να σε είχα δει κάπου πίσω από τις τριανταφυλλιές, μα την ίδια στιγμή έγινες σταγόνα και γλίστρησες επιστρέφοντας στη πηγή σου. Πώς να πω πως όλα είναι στιγμές κι εσύ ξαναγύρισες στην κλεψύδρα σου; Έγινες κόκκος που κύλισες μαζί με τον χρόνο μου και χάθηκες μέσα σε μια αδηφάγα κινούμενη άμμο. Μα θα περιμένω να σε συναντήσω όταν ο χρόνος σταματήσει και το χέρι γυρίσει και πάλι την κλεψύδρα ανάποδα. Ραντεβού εκεί… εκεί που ο χρόνος αρχίζει ξανά…

Φωτό: http://fiale.deviantart.com/art/Sandglass-109126970
Τετάρτη 21/01/09 15.54

15.1.09

Πάνω στο γραφείο μου παρατημένα πράγματα. Το ποτήρι με τον καφέ από το πρωί, ένα τασάκι με αποτσίγαρα,λευκά χαρτάκια τσιγάρου και κάπου πιο δίπλα τα φιλτράκια μου. Η κρέμα η ενυδατική και παραδίπλα της η αντιρυττιδική. Το πακέτο με τον καπνό που ξέχασα να πάρω κατεβαίνοντας στο αμάξι μαζί μου. Μια μικρή ασυμμάζευτη αποθήκη το ετοιμόρροπο γραφείο μου. Εκεί αφήνω την καθημερινότητά μου, τα νεύρα μου, τη γκρίνια μου και τις ερωτευμένες σκέψεις μου. Τα χέρια οδηγούνται από το νου που θέλει να πει δυο κουβέντες μα βρίσκει την απουσία να πλέκει ζιπουνάκι για τον ερχομό της γέννησης της καινούριας απουσίας την επόμενη στιγμή. Κάθομαι στην καρέκλα και επιλέγω μουσικές.

Με έπιασε ένα αίσθημα σαρκασμού, όχι τυχαίου μα δημιουργημένου από τον πόλεμο ενάντια στην απόγνωση. Είναι η τρίτη συνεχόμενη μέρα που ξυπνάω κεφάτη και κάτι λίγο αργότερα από το πρωινό ξύπνημα, πριν το κάψιμο του πρώτου τσιγάρου και πριν τη πρώτη γουλιά καφέ, μου χαλάει τη διάθεση. Με κάθε καλό μαντάτο, ακολουθεί και μια βλακεία για να μου τη σπάσει. Τρίβω τα μάτια μου κι εκείνα τσούζουν και μουτζουρώνονται από τις μπογιές των βλεφάρων μου.

Παρατηρώ τον χρόνο κι εκείνος γεννά στιγμές που την επόμενη τις σκοτώνει. Πριν ρίξω πεταχτή ματιά, η στιγμή έχει ήδη γίνει παρελθόν και με μελαγχολεί. Θέλω χρόνο. Απλά μια πίστωση χρόνου ζητάω για τις στιγμές που φαίνονται μικρές και γλιστρούν ανάμεσα από τα δάχτυλα των χεριών μου και τις χάνω. Και ο χρόνος μου κρατιέται για λίγο κι έπειτα πληρώνω το τοκογλυφικό μου λογαριασμό σ’ εκείνον. Τι ταξίδι κι αυτό…

Κατά τ’ άλλα καλά…
Σε φιλώ…


Φωτό: http://daxy-daxy.deviantart.com/art/Wake-Up-Alone-83172323
Πέμπτη 15/01/09 18.53

14.1.09



Είδα χτες στον ύπνο μου πως έβαζα στα μαλλιά μου μπικουτί. Το θεώρησα σημαδιακό όνειρο, σαν κάποιος με φωνή συμπαντική μου φωνάζει πως επιτέλους πρέπει να πάω για κούρεμα. Τηλεφωνώ στην καλή μου. Στις 11.00 πρέπει να είμαι εκεί. Να κόψω τα μαλλιά μου και να γίνω και πάλι αγρίμι. Δεν ανέχομαι άλλο να είμαι μια ‘‘μακρομαλλούσα’’

Μπορεί και να γελάς τώρα, μα εγώ δε γράφω και πολύ χαμογελαστά, η αλήθεια είναι. Ενώ σηκώθηκα με καλή διάθεση, ξαφνικά έρχονται πάλι αλλαγές. Να σου πω κάτι μωρέ; Δε φταις εσύ. Απλά κουράστηκα κι εγώ με τόσες αλλαγές. Εντάξει, στην αρχή είχαν τη γοητεία τους, δε μπορώ να πω, αλλά από τον Αύγουστο και μετά η μία αλλαγή διαδέχεται την άλλη, πριν καλά καλά συνειδητοποιήσω την ύπαρξη της πρώτης. Και έχω ανάγκη τη σταθερότητα, αφήνει ατάιστες τις ανασφάλειές μου. Κι ας είναι μικρούλα η σταθερότητα. Κι ας είναι την τόση δα. Κι ας είναι τόσο μικρή που την κοιμίζω σε καρυδότσουφλο τις νύχτες και τη σκεπάζω με πέταλο από ρόδο τις νύχτες για να μη κρυώνει…

Η μέρα η σημερινή μοιάζει με τη νύχτα τη χθεσινή. Βρέχει. Βρέχει πολύ. Βρέχει ασταμάτητα. Το πρωί με ξύπνησε το τραγούδι της και με παρέσυρε και πάλι. Σηκώθηκα, έκανα μια κούπα με γάλα και δημητριακά, συμμάζεψα, ελαφρώς μη φανταστείς, το σπίτι και τώρα δα είμαι κάπου εδώ και τριγυρίζω. Θέλω καφέ αλλά δε θα πιω. Θα πιω το μεσημέρι στο Νοσοκομείο.

Προχωρώ σε λασπωμένο καλντερίμι και λερώνομαι. Κοιτάζω τα παπούτσια μου. Και κάτι πεθαμένα τριαντάφυλλα. Βαρέθηκα και πάλι. Κλείνω. Δεν έχω άλλη διάθεση για σήμερα. Και είχε και γαμώ τις προοπτικές αυτή η μέρα για να είναι πανέμορφη…


Φωτό: http://machine9.deviantart.com/art/Today-i-m-sad-11216936
Τετάρτη 14/01/09 09.52

13.1.09

Το κεφάλι μου είναι έτοιμο να τιναχτεί στον απέναντι τοίχο. Εκεί που βρίσκεται το ρολόϊ της κουζίνας και το ‘‘τικ, τακ,’’ βοηθάει το σφυρί που χτυπάει τους κροτάφους μου να διατηρήσει τον ρυθμό του. Κάθε ήχος ακούγεται στη διαπασών και τα νεύρα μου κάνουν πάρτυ και με δουλεύουν κανονικά γελώντας με τον εκνευρισμό μου. Θέλω να πατήσω ‘‘παύση’’ ή έστω σίγαση στον κόσμο, να μην ακούγεται ‘‘κιχ’’ από πουθενά, ούτε καν από τα ψάρια μου…

Περίεργη και η σημερινή μου μέρα. Καλά μαντάτα ήρθαν για επίσκεψη σήμερα στη μέρα μου και θα καθήσω μερικούς μήνες μαζί τους. Ίσως καθήσω για λίγο μπροστά στο τζάκι μαζί τους να ζεσταθώ. Ίσως ξεκινήσω μαζί τους παραμύθια φτιαγμένα από μετάξι και βελούδο μιας άλλης εποχής. Ίσως πάλι απλά κοιμηθώ για να ονειρευτώ μαζί τους.

Το ‘‘τικ, τακ’’ ακούγεται πιο έντονα. Κρυώνω. Και αυτό το φούτερ είναι έτοιμο να με αρπάξει από το λαιμό. Με πνίγει. Τα μάτια μου τσούζουν και το σώμα μου το νιώθω αρρωστημένο από την κούραση. Την κούραση και την απουσία…

Η διάθεση μου είναι περίπου άσχημη. Ίσως φταίει ο πονοκέφαλος. Ίσως πάλι φταίει αυτό το ‘‘τικ, τακ’’ του ρολογιού της κουζίνας…

Φωτό: http://farnk05.deviantart.com/art/clock-52988719
Τρίτη και 13 του Γενάρη του ’09, στις 23.25

12.1.09


Τελικά αυτές οι Κυριακές μου σπάνε τα νεύρα και με κάνουν να αισθάνομαι άρρωστη για την υπόλοιπη βδομάδα. Δε μου αρέσουν οι αποχωρισμοί. Δε μπορώ σου λέω!

Στη χωριάτικη γωνιά μπροστά στο τζάκι άφησα τις αγκαλιές και τα φιλιά μου γι’ απόψε. Πάνω στον βελούδινο καναπέ, τις στιγμές μου. Στιγμές που αφέθηκαν σε μια ενέργεια που δε βλέπει να τις τυλίξει με ένα πέπλο ημιδιάφανο που αφήνει μόνο τις σκιές τους να χορεύουν λάγνα…

Η κεντημένη κουρτίνα καλύπτει το μισό παράθυρο κι ενώ το βλέμμα ταξιδεύει στο άπειρο, φορτώνει ενοχές πετώντας τες δεξιά και αριστερά για να ξεχάσει τις δικές του. Ενοχές για μια ευτυχία απόλυτη, πίσω από το πανί ενός καραγκιοζοπαίχτη. Κάθομαι μπροστά στο πανί με την πλάτη ή με το πρόσωπο, δεν έχει σημασία. Μόνο οι σκιές μαρτυρούν την ύπαρξη των σωμάτων…

Το τηλέφωνο χτυπάει και μου αποσπά την προσοχή βγάζοντάς με από τον κόσμο των σκέψεων. Ρίχνω μια λοξή, μάλλον αδιάφορη ματιά και κάνω πως δε τ’ ακούω. Βουλώνω τ’ αυτιά μου ˙ μ’ αρέσει που βρίσκομαι εδώ φερμένη, λες, από απόκοσμο σημείο.

Το χέρι πάνω στα μαλλιά μου χαρακώνει το σβέρκο καθώς κυλάει προς την πλάτη μου και γρατζουνάει ευαίσθητα κύτταρα του κορμιού μου σαν πένα κιθάρας και με μετατρέπει σε μουσική. Αντί να με φέρει στον κόσμο πίσω με πάει ακόμα πιο αλλόκοσμα και με γοητεύει.

Πάμε να φύγουμε από ‘δω. Τούτη η ζωή δε μου φτάνει για να σε χορτάσω. Πάμε σπίτι, θέλω να φιλήσω το κορμί σου. Το κορμί μου ετοιμάστηκε για ‘σένα όσο περίεργο κι αν είναι.

Ο αμφίβολος αυτός ερχομός σου, έθεσε τα πάντα σε ετοιμότητα. Ακόμα και τα σχέδια που έγιναν και αλλάχτηκαν με άλλα σε χρόνο που αγγίζει το απόλυτο μηδέν.

Η φωτιά στο τζάκι κατασπάραξε τα ξύλα και τα μετέτρεψε σε στάχτη. Θέλω να πάω να φυσίξω μα φοβάμαι μήπως η ανάσα μου τη σκορπήσει στον χώρο. Σε φιλώ στο στόμα και φυσάω μέσα σου αναζωπυρώνοντας τη φλόγα του κορμιού σου, του πόθου και της σκέψη σου που τελικά δεν είμαι καθόλου σίγουρη αν έσβησε ποτέ. Ξεκολλώ τα χείλη μου από τα δικά σου και σε κοιτάζω στα μάτια. Βλέπω δυο μικρές φλόγες να συνδαυλίζουν τις δικές μου και να με καίνε. Αύριο τέτοια ώρα θα είσαι εσύ στο ‘‘εκεί’’ σου κι εγώ στο ‘‘εδώ’’ μου…

Πάμε σπίτι...

Φωτό: http://acupofcoffe.deviantart.com/art/i-miss-u-63006019
Δευτέρα 12/01/09 15.42

6.1.09

Άλλαξε ο χρόνος, άλλαξαν τα δεδομένα μου εδώ και λίγες ώρες κι εγώ αποφάσισα να αλλάξω τα ‘‘ρούχα’’ μου που από χτες με κάνουν να νιώθω αναποφάσιστη. Ροζ, μωβ, ροζουλί, μωβουλί… λες κι έχει σημασία τελικά. Ίσα ίσα για να πω ‘‘καλωσορίσατε’’ στις αλλαγές μου και, όπως αρμόζει άλλωστε, είπα να βάλω τα καλά μου. Λες κι έχει κι αυτό σημασία τελικά.

Το μόνο που έχει σημασία είναι πως πριν από λίγες ώρες ξεστόλισα το δεντράκι μου και τακτοποίησα το σπιτάκι μου βάζοντας το, με το ‘‘έτσι θέλω’’ στους ίδιους γνώριμους ρυθμούς του. Τα πιάτα τακτοποιημένα με τη σειρά στα ντουλάπια, τα ασιδέρωτα κρυμμένα -ή έτσι νομίζω εγώ τουλάχιστον- στη μεσαία διπλή ντουλάπα από πέρυσι ακόμα, το πιάτο με τους κουραμπιέδες στην κουζίνα και με το περιεχόμενό αυτού, ή ό,τι απόμεινε τέλος πάντων, στα σκουπίδια.

Η ώρα πλησιάζει 23.00 και σε λίγο λέω να πάω προς την κρεβατοκάμαρα. Όχι, δε θα κοιμηθώ ακόμα, θα προσποιηθώ πως δεν έφυγες και θα ενοχληθώ, δήθεν μου τάχα μου, από την κρεβατομουρμούρα σου, ενώ στα κρυφά θα γελάω όσο θα λες ‘‘…ε, βέβαια! Υπάρχει κανείς σ’ αυτόν τον κόσμο να με ακούει εμένα; Υπάρχει;’’ Έπειτα θα κάνω πως βάζω τα πόδια μου ανάμεσα στα δικά σου, θα σου τραβήξω το πάπλωμα, θα σε ακούσω να μουρμουρίζεις και να γκρινιάζεις ότι κρυώνεις κι έτσι απαλά θα περιμένω να με πάρει ο ύπνος.

Κλείνω. Πάω να ονειρευτώ την Ουτοπία. Θα ντυθώ Αλίκη και θα πέσω από την κουνελότρυπα στην πόλη που όλα τα περίεργα και παράδοξα μπορούν να συμβούν. Έτσι θα έχω μια ελπίδα πως το πρωί δε θα ξυπνήσω μόνη…

Φωτό: http://greenfa1ry.deviantart.com/art/alice-97711795
Τρίτη 06/12/09 22.59

5.1.09



Οι γιορτές έφτασαν στο τέλος τους και η απογραφή τους μετράει πάνω από ένα εκατομμύριο δυνατά γέλια, χιλιάδες κατάματες στιγμές σιωπής, δυο στιγμές θλίψης, δεκάδες δάκρυα σιωπηλής χαράς, μια σπασμένη χριστουγεννιάτικη μπάλα και μια φυγή που πλησιάζει με το μεσήμερο της αυριανής μέρας.

Αύριο, τέτοια ώρα, όλη μου η ευτυχία των φετινών γιορτών θα ταξιδεύει μέσα σε χρονικά χιλιόμετρα απουσίας και αναμνήσεων. Η παρουσία της όμως θα χορεύει ρυθμικά πάνω στον καναπέ μου, μέσα στο ποτήρι του κρασιού που έβρεχαν τα χείλη την Πρωτοχρονιά, στα μυρωδάτα σεντόνια, στο καφέ φούτερ που σου δάνεισα…

Το σφύριγμά σου ακούγεται ηχηρό μέσα από το μπάνιο αυτή τη στιγμή που εσύ ξυρίζεσαι κι εγώ κάθομαι και γράφω μ’ ένα τσιγάρο στο χέρι και τον φραπέ μου να με δελεάζει φλερτάροντας δίπλα στον δικό σου που σου έφτιαξα να είναι έτοιμος μόλις βγεις.

Ακούω την πόρτα να ανοίγει και να κλείνει ξανά πίσω σου και τα βήματά σου να σε οδηγούν στην κρεβατοκάμαρα. Παλεύεις με κάτι. Με το πατζούρι της κρεβατοκάμαρας που απότομα το άνοιξες και τώρα δε κλείνει. Άνοιξες δουλειά πάλι! Αλλά ακόμα και τώρα μουρμουρίζεις και σφυρίζεις το ίδιο κομμάτι που σφύριζες μέσα στο μπάνιο.

-Ας το… θα το κάνουμε μετά…

Στα πενήντα τετραγωνικά του σπιτιού μου οι ήχοι είναι δυνατοί. Στα πενήντα τετραγωνικά μου κάνω σημειωτών σε κάθε χιονισμένη, βροχερή, χρωματιστή, αγκαλιασμένη στιγμή. Φεύγεις αύριο. Σου δίνω ραντεβού σε λίγες μέρες πάνω στον Χορτιάτη στο καφενείο των ‘‘Περικλήδων’’...

Σε φιλώ απαλά, και σε αγκαλιάζω το τελευταίο, μέχρι το επόμενο, βράδυ μας…
Θα αργήσεις έναν αιώνα πάλι.

Φωτό: http://romeo-tango.deviantart.com/art/I-m-not-with-you-but-of-you-40073449
Δευτέρα 05/01/09 20.04

4.1.09

amare



Φωνές γέμισε το σπίτι χτες το βράδυ. Φωνές αγριεμένες και δυνατές. Εκκωφαντικές. Φωνές που γέμισαν με δηλητήριο τις στιγμές που πριν λίγες ώρες πριν είχαν ανάμεσά τους έναν χρόνο ρεμάλι να κουρνιάζει, που ήρθε και σταμάτησε για λίγο ανάμεσα σε δυο κορμιά ιδρωμένα που έμειναν το ένα μέσα στο άλλο για μια ζωή, ανάμεσα σε γλώσσες που αγκαλιαζόντουσαν σταματημένες κι αυτές μαζί με τον χρόνο…

Δυο χέρια που κρατήθηκαν για λίγο με τα δάχτυλα μπλεγμένα κάτω από τον βροχερό ουρανό της Σαλονίκης, δυο μεγάλα φιλιά που ξεσήκωσαν τα σύννεφα, μια μικρή βόλτα κάτω από τις σταγόνες της βροχής, βήματα που σχηματιζόντουσαν στα πλακάκια και στα πεζοδρόμια της παραλίας μέσα σε μια παγωμένη αλλά καθαρή, για εκείνη την ώρα, ατμόσφαιρα. Η φωνή βογκούσε από τον πόνο της απουσίας και των λέξεων που ειπώθηκαν και η βροχή ήρθε κάθισε για λίγο πάνω στο πρόσωπό μου.

-Γιατί κλαις;
-Αυτή η βόλτα μοιάζει με τελευταία…
-Θες να μην είναι;
-Θέλω…
-…
-…

Η νύχτα τύλιξε τα σώματα σε ένα διαφανές όνειρο που ξεχύθηκε και ταξίδευε πάνω από τα κοιμισμένα κορμιά. Μαζί με το πρώτο φως, οι σκιές της προηγούμενης νύχτας έδωσαν τη θέση τους σε ζαβολιάρικα χαμόγελα, παιγνίδια με τα δάχτυλα, δυνατά γέλια και ανάσες τόσο καυτές που έβαλαν φωτιά κι έκαψαν ό,τι με πόνο φασκιώθηκε ώρες πριν. Το χτεσινό βράδυ μπήκε σε ξεχωριστή θέση στο κουτί του παρελθόντος. Εκείνο της γνώσης και της εμπειρίας του πόνου, μακριά από όλα εκείνα τα όμορφα που είναι γνώση κι εμπειρία από μόνα τους σε μια ολάνθιστη ζωή…

Οι μέρες πέρασαν γρήγορα. Πιο γρήγορα απ’ όσο και οι δυο μας είχαμε υπολογίσει. Και τώρα που ο χρόνος μπήκε και πάλι στους ρυθμούς του, μετά το σταμάτημα που έκανε για να ξεκουράσει τα πονεμένα του πόδια, το αναπλήρωσε τρέχοντας προς την άλλη πλευρά του ονείρου μας. Φεύγει βιαστικά. Πιο βιαστικά από πριν, θαρρώ. Μα δε πειράζει. Ξέρω πως σε λίγες μέρες θα είσαι και πάλι εδώ να με κρύψεις μέσα σε μια αγκαλιά που θα μοιάζει πολύ με την πρώτη. Και με τη δεύτερη. Και με την τρίτη. Και με κάθε αγκαλιά που χάρισε ο ένας στον άλλο…

Πέρασα τις πιο όμορφες γιορτές μου, νομίζω, από τότε που άρχισα να μεγαλώνω. Μοιάζουν λίγο με τα παιδικά Χριστούγεννα που, όπως και φέτος, τα ‘‘έβγαζα’’ μπροστά το δέντρο κοιτάζοντας τα λαμπιόνια και περιμένοντας τον χοντρούλη τυπάκο με τα κόκκινα ρούχα και τα άσπρα μαλλιά να μου φέρει το δώρο μου.

Νιώθω κάτι να μεγαλώνει μέσα μου σαν σπόρος ζωής που περιμένει την Άνοιξη για να ανθίσει. Γεννάω τη χαρά της αγκαλιάς με πόνους ευτυχίας και κλαίω από πληρότητα. Τα καλύτερα Χριστούγεννα δεν ήρθαν ακόμη. Ίσως έρθουν όταν μάθω τάβλι. Ίσως έρθουν όταν μαζί με τα γέλια των ερωτευμένων ερωτευτούν όλοι οι άνθρωποι μεταξύ τους και γεννηθεί από την αρχή η χαρά της δημιουργίας. Ίσως όταν ο κόσμος μου πλυθύνει κατά έναν ακόμη…

Χάνομαι στο γαλάζιο σου όσο εσύ θα χάνεσαι στο βροχερό μου χρώμα. Ως την επόμενη φορά…





Pws tha pethanw egw gia sena - Giannis Kotsiras


Ποια σκιά κυνηγάει, το μυαλό μου;
Μακριά, μακριά, που το στέλνει.
Μες το ίδιο κελί η καρδιά,
μια στιγμή κυνηγάει να πιστέψει.

Πως θα πεθάνω εγώ για σένα,
δε σκέφτηκα ποτέ.
Μα πως θα ζήσω εγώ χωρίς εσένα,
δεν ξέρω.

Δεν το είχα σκεφτεί πριν αυτό.
Δεν το είχα αισθανθεί για κανένα.
Νύχτα δεν είχα δει ποταμό.
Μέρα δεν είχα ακούσει τα τρένα.

Πως θα πεθάνω εγώ για σένα,
δε σκέφτηκα ποτέ.
Μα πως θα ζήσω εγώ χωρίς εσένα,
δεν ξέρω.

Πάνω στο μεγάλο σου το θαύμα,
τα σημάδια γελούν.
Πιο ζωή από σένα δεν υπάρχει,
δεν υπάρχει.

Φωτό: http://alexandreboavida.deviantart.com/art/Walking-Under-the-Rain-98945062
(Της επιλογής σου δηλαδή…)

Κυριακή 04/01/09 13.52