4.1.09

amare



Φωνές γέμισε το σπίτι χτες το βράδυ. Φωνές αγριεμένες και δυνατές. Εκκωφαντικές. Φωνές που γέμισαν με δηλητήριο τις στιγμές που πριν λίγες ώρες πριν είχαν ανάμεσά τους έναν χρόνο ρεμάλι να κουρνιάζει, που ήρθε και σταμάτησε για λίγο ανάμεσα σε δυο κορμιά ιδρωμένα που έμειναν το ένα μέσα στο άλλο για μια ζωή, ανάμεσα σε γλώσσες που αγκαλιαζόντουσαν σταματημένες κι αυτές μαζί με τον χρόνο…

Δυο χέρια που κρατήθηκαν για λίγο με τα δάχτυλα μπλεγμένα κάτω από τον βροχερό ουρανό της Σαλονίκης, δυο μεγάλα φιλιά που ξεσήκωσαν τα σύννεφα, μια μικρή βόλτα κάτω από τις σταγόνες της βροχής, βήματα που σχηματιζόντουσαν στα πλακάκια και στα πεζοδρόμια της παραλίας μέσα σε μια παγωμένη αλλά καθαρή, για εκείνη την ώρα, ατμόσφαιρα. Η φωνή βογκούσε από τον πόνο της απουσίας και των λέξεων που ειπώθηκαν και η βροχή ήρθε κάθισε για λίγο πάνω στο πρόσωπό μου.

-Γιατί κλαις;
-Αυτή η βόλτα μοιάζει με τελευταία…
-Θες να μην είναι;
-Θέλω…
-…
-…

Η νύχτα τύλιξε τα σώματα σε ένα διαφανές όνειρο που ξεχύθηκε και ταξίδευε πάνω από τα κοιμισμένα κορμιά. Μαζί με το πρώτο φως, οι σκιές της προηγούμενης νύχτας έδωσαν τη θέση τους σε ζαβολιάρικα χαμόγελα, παιγνίδια με τα δάχτυλα, δυνατά γέλια και ανάσες τόσο καυτές που έβαλαν φωτιά κι έκαψαν ό,τι με πόνο φασκιώθηκε ώρες πριν. Το χτεσινό βράδυ μπήκε σε ξεχωριστή θέση στο κουτί του παρελθόντος. Εκείνο της γνώσης και της εμπειρίας του πόνου, μακριά από όλα εκείνα τα όμορφα που είναι γνώση κι εμπειρία από μόνα τους σε μια ολάνθιστη ζωή…

Οι μέρες πέρασαν γρήγορα. Πιο γρήγορα απ’ όσο και οι δυο μας είχαμε υπολογίσει. Και τώρα που ο χρόνος μπήκε και πάλι στους ρυθμούς του, μετά το σταμάτημα που έκανε για να ξεκουράσει τα πονεμένα του πόδια, το αναπλήρωσε τρέχοντας προς την άλλη πλευρά του ονείρου μας. Φεύγει βιαστικά. Πιο βιαστικά από πριν, θαρρώ. Μα δε πειράζει. Ξέρω πως σε λίγες μέρες θα είσαι και πάλι εδώ να με κρύψεις μέσα σε μια αγκαλιά που θα μοιάζει πολύ με την πρώτη. Και με τη δεύτερη. Και με την τρίτη. Και με κάθε αγκαλιά που χάρισε ο ένας στον άλλο…

Πέρασα τις πιο όμορφες γιορτές μου, νομίζω, από τότε που άρχισα να μεγαλώνω. Μοιάζουν λίγο με τα παιδικά Χριστούγεννα που, όπως και φέτος, τα ‘‘έβγαζα’’ μπροστά το δέντρο κοιτάζοντας τα λαμπιόνια και περιμένοντας τον χοντρούλη τυπάκο με τα κόκκινα ρούχα και τα άσπρα μαλλιά να μου φέρει το δώρο μου.

Νιώθω κάτι να μεγαλώνει μέσα μου σαν σπόρος ζωής που περιμένει την Άνοιξη για να ανθίσει. Γεννάω τη χαρά της αγκαλιάς με πόνους ευτυχίας και κλαίω από πληρότητα. Τα καλύτερα Χριστούγεννα δεν ήρθαν ακόμη. Ίσως έρθουν όταν μάθω τάβλι. Ίσως έρθουν όταν μαζί με τα γέλια των ερωτευμένων ερωτευτούν όλοι οι άνθρωποι μεταξύ τους και γεννηθεί από την αρχή η χαρά της δημιουργίας. Ίσως όταν ο κόσμος μου πλυθύνει κατά έναν ακόμη…

Χάνομαι στο γαλάζιο σου όσο εσύ θα χάνεσαι στο βροχερό μου χρώμα. Ως την επόμενη φορά…





Pws tha pethanw egw gia sena - Giannis Kotsiras


Ποια σκιά κυνηγάει, το μυαλό μου;
Μακριά, μακριά, που το στέλνει.
Μες το ίδιο κελί η καρδιά,
μια στιγμή κυνηγάει να πιστέψει.

Πως θα πεθάνω εγώ για σένα,
δε σκέφτηκα ποτέ.
Μα πως θα ζήσω εγώ χωρίς εσένα,
δεν ξέρω.

Δεν το είχα σκεφτεί πριν αυτό.
Δεν το είχα αισθανθεί για κανένα.
Νύχτα δεν είχα δει ποταμό.
Μέρα δεν είχα ακούσει τα τρένα.

Πως θα πεθάνω εγώ για σένα,
δε σκέφτηκα ποτέ.
Μα πως θα ζήσω εγώ χωρίς εσένα,
δεν ξέρω.

Πάνω στο μεγάλο σου το θαύμα,
τα σημάδια γελούν.
Πιο ζωή από σένα δεν υπάρχει,
δεν υπάρχει.

Φωτό: http://alexandreboavida.deviantart.com/art/Walking-Under-the-Rain-98945062
(Της επιλογής σου δηλαδή…)

Κυριακή 04/01/09 13.52