12.1.12

Τσαφ

Άκουσα το τρέμουλο της αναπνοής σου και ξαφνιάστηκα. Ανέβηκα στον δεύτερο και κοίταξα έξω από το παράθυρο, "επιτέλους" είπα, και γύρισες να με κοιτάξεις. Σου χαμογέλασα αλλά δε το κατάλαβες, ίσως επειδή το κραγιόν στα χείλη  μου είχε εξαφανιστεί και είχε μείνει μόνο το περίγραμμα. Κατέβηκα στο πάρκινγ κι έβαλα μπρος τη μηχανή κι έστριψα ένα τσιγάρο. Σε είδα να στέκεσαι απέναντί μου να κοιτάς αφηρημένα κάπου απροσδιόριστα κι εγώ δήθεν αδιάφορα σε προσπέρασα. Πάτησα γκάζι κι έφυγα κι ένιωθα τόσο ελαφριά τα πόδια μου που μπορούσα να διανύσω ολόκληρη την απόσταση από το Ιερό σου σώμα μέχρι το Πορνείο του νου σου αβίαστα και άκοπα. Τα πόδια μου σήμερα δεν ήταν φτιαγμένα για φρένο και σε κάθε φανάρι μετρούσα αντίστροφα για να ανάψει πράσινο μέχρι να φτάσω. Δεν άναβε, σταματούσα, και άναβε μόλις πλησίαζες, και με προσπερνούσες, μέχρι τη στιγμή που στάθηκες δίπλα μου χωρίς ήχο και σε είδα να στρίβεις ένα τσιγάρο κι εσύ και να με κοιτάς επίμονα˙ αλλά εγώ δε σε κοιτούσα, ήταν η δική μου σειρά να αδιαφορήσω. Είδα την απογοήτευση σου να πέφτει πάνω στο παρμπρίζ μου και άνοιξα τους υαλοκαθαριστήρες και την καθάρισα λίγο πριν βάλω πρώτη και φύγω πρώτη και χαμογελάσω πρώτη που σε άφησα πίσω μου. Έφτασα σπίτι και μου έλειπε λίγο το φρενάρισμά σου αλλά βρήκα κάτι αποτσίγαρα σου στο τασάκι και τα άναψα σαν να ήσουν εκεί. Άνοιξες την πόρτα και ντράπηκα που με είδες να καπνίζω τα απομεινάρια σου και πέταξα τις στάχτες μαζί με το τασάκι στο τζάκι να καούν μαζί με τις ανάσες που ξόδεψα φυσώντας τον καπνό από τους πνεύμονές μου στην ανυπαρξία σου. Μάζεψα τις κουρτίνες και δε σου μίλησα μέχρι τη στιγμή που άκουσα τον ήχο του καυστήρα και την πόρτα του ψυγείου να ανοίγει. “Ήρθες”  είπα χωρίς να ρωτήσω κι εσύ χαμογέλασες γιατί κατάλαβες πως τόση ώρα έκανα πως δε σε βλέπω. “Ήρθα” είπες χωρίς να μου απαντήσεις και κάθισες στο πάτωμα κι έκανες κάτι με τα κορδόνια των παπουτσιών σου λίγο πριν με δεις να μπαίνω γυμνή στο μπάνιο αφήνοντας την πόρτα ανοιχτή για να ακούς τα νερά να κυλούν πάνω μου. Δεν ήρθες να κρυφοκοιτάξεις γιατί ήξερες πως αν το έκανες θα έχανες στο στοίχημα που ήμουν σίγουρη πως θα κερδίσεις κι έτσι στο τέλος έχασες πάλι εσύ. Ετοίμασες καφέ, έναν για μένα κι έναν για σένα, έστριψες τσιγάρο, ένα για μένα κι ένα για σένα, και σκάλισες λίγο τα κούτσουρα που καιγόντουσαν στο τζάκι. Το ψυγείο είχε μείνει ανοιχτό κι έκανε εκείνο το περιοδικό “μπιπ” αλλά δε σηκώθηκες να το κοιτάξεις γιατί θα περνούσες μπροστά από την ανοιχτή πόρτα του μπάνιου. Ξέρω πως σε εκνευρίζει και αλλάζω τους όρους του στοιχήματος κι αρχίζω να τραγουδάω από μέσα το κομμάτι που λάτρευεις και μαγεύεσαι να το τραγουδάω και σηκώθηκες με φόρα και όρμησες μέσα στο μπάνιο και τράβηξες τη κουρτίνα και με είδες γυμνή να σε κοιτάζω επίμονα λέγοντας σου “πάλι έχασες” με τα μάτια. Μπήκες με τα ρούχα σου μέσα στη μπανιέρα και μου έπιασες το στήθος και σε κοίταζα πάλι επίμονα χωρίς να μιλάω κι εκνευρίστηκες με το χαμόγελό μου και με παράτησες. Έσταζαν τα ρούχα σου καθώς έφευγες από το μπάνιο κι εγώ ακολούθησα τις βρεγμένες πατημασιές σου για να σε δω να στέκεσαι πάνω στα πόδια σου και να κοιτάς έξω περιμένοντας να βρέξει γιατί σου είπα πως θα σου κάθομαι μόνο όταν βρέχει. “Θα κρυώσεις” σου είπα κι έφερα τις κούπες με τους ζεστούς καφέδες και τα δύο τσιγάρα κι έμεινα όρθια δίπλα σου. Με κοίταξες κι εγώ διόρθωσα λίγο την πετσέτα που τύλιγε το σώμα μου και σε κοίταξα απότομα σηκώνοντας τα μάτια μου καρφώνοντας τα δικά σου και σε έπιασα επ’ αυτόφωρο να κοιτάς τη σχισμή από το στήθος μου. Σήκωσες βιαστικά το βλέμμα σου και χαμογέλασα. “ Άναψέ μου το τσιγάρο μου” σου είπα και έβαλες το τσιγάρο πάνω σε ένα ξύλο και το ρούφηξες μέχρι να ανάψει. Το έβαλες απαλά στα χείλη μου και σε ευχαρίστησα με ένα τυχαίο άγγιγμα των δακτύλων μου στα δάχτυλά σου. Σε κοίταξα αλλά δε γύρισες να με κοιτάξεις. Επενδύεις στην ανυπαρξία σου κι εγώ κάνω όλα όσα θα ήθελα να κάνω σε κάποιον υπαρκτό. “Θα κρυώσεις” μου είπες εσύ αυτή τη φορά “ Πάνε ντύσου”, σε κοίταξα λίγο πιο επίμονα από πριν, σου χαμογέλασα λίγο πιο ειρωνικά και πήγα στην κρεβατοκάμαρα. Άνοιξα το ένα φύλο και ένιωθα τα μάτια σου να είναι καρφωμένα στα πόδια μου στο σημείο που έπεσε η πετσέτα στο πάτωμα. Ήξερα πως δε θα πλησίαζες. Είχες ήδη χάσει δυο φορές. Ήξερες πως ήξερα πως είσαι εκεί και αυτό ήταν μια έμμεση ήττα ακόμα. Ήξερα πως ήξερες πως ήξερα, αλλά δε σε κοίταξα. Έβαλα κάτι ζεστό έκλεισα τη ντουλάπα, έκλεισες τα μάτια σου, προσπέρασα το σώμα σου κι έπειτα ήρθα στο σαλόνι να καπνίσω το τελευταίο σου αποτσίγαρο λίγο πριν ανοίξω την τηλεόραση. Κάθισες απέναντι και σε ρώτησα “Ήρθες;” και μου απάντησες “Ναι, μόλις…



Μισώ τα λεωφορεία,
τα πλοία και τους
σταθμούς των τρένων.
Σου το είχα πει
πως θα έδινα
Ύπαρξη στην ανυπαρξία σου.
Δεν υπάρχεις αλλά
και τι έγινε; Σάμπως 
υπήρξες ποτέ σου;





Υ.Γ. Δε μου αρέσουν τα υστερογραφα αλλα πρέπει να ευχαριστήσω αυτόν, που χωρίς να το ξέρει, αυτό το τραγούδι έγινε το τραγούδι μου...






6.1.12

Σπίρτα

Ευτυχώς ξεκίνησε να βρέχει και ξεβουβάθηκα. Φυσάει από τον Νότο και περιμένω την ομίχλη αργότερα για να καλύψει το σώμα μου για να μπορώ να κυκλοφορώ αόρατα γυμνή για να πειράζω το αυτί σου και να εκνευρίζεσαι. Φυσάει και μέσα στο σπίτι γι αυτό μάλλον βρέχει ακαταστασία κι ένα τραπεζάκι από τη σοφίτα έβγαλε πόδια και με εγκατέλειψε αφήνοντας τα πράγματά μου στο πάτωμα χωρίς ίχνος σεβασμού να τα βάλει έστω πάνω στο κρεβάτι.  Λέω άλλα από αυτά που πιστεύω στους άλλους για να καταφέρω να ακούσω τον εαυτό μου να λέει ψέματα και να με πείσει πως η μετακόμιση της ψυχής είναι εύκολο πράγμα και, σιγά πόσο θα μου πάρει ο μεταφορέας για να τη μετακινήσει; Πήρα τηλέφωνο τις προάλλες στις Μεταφορές ο Μήτσος και μου είπε πως η τιμή της μετακόμισης δεν είναι σταθερή κι εξαρτάται από το βάρος της Ψυχής και όχι από τη διαδικασία της μεταφοράς. Του είπα τα δεδομένα μου και μου είπε πως πρέπει να πουλήσω όλη μου την προίκα για να καταφέρω να βρω χρήματα να τη μεταφέρω γιατί το βάρος της είναι πάνω από τριακόσιους πένητα τρεις τόνους και πάλι δε ξέρει αν θα τα καταφέρει μόνος του. Συνήθως, είπε, ζυγίζει εικοσιένα γραμμάρια, τώρα εγώ τι σκατά έκανα και τη γέμισα με τόνους δε ξέρει να μου πει και μου είπε να ψάξω μόνη μου να βρω. Μου είπε πως δε θα βρεθεί κανείς να κουβαλήσει την ψυχή μου και ίσως δεν είμαι έτοιμη ακόμα να φύγω μέχρι να ξεφορτώσω τη σαβούρα. Μου είπε επίσης να σκεφτώ να πουλήσω την ψυχή μου στον Διάολο για να μπορώ να μεταφέρω το κορμί μου άδειο και θα έχω το πλεονέκτημα να μείνω νέα για πάντα αλλά νομίζω πως οι ρυτίδες από τα παλιά μου χαμόγελα δίπλα στα μάτια μου πάνε και δε θέλω να τις αποχωριστώ. Έκαψα δύο τόνους ξύλα, χαράμισα διακόσια δύο προσανάμματα και τέσσερις σακούλες δαδιά για να ανάψω σήμερα το τζάκι και βασικά, πούτσες, τίποτα δε κατάφερα ακόμα. Φυσάω και ξεφυσάω για να πάρουν φωτιά κάτι εναπομείναντα κάρβουνα από τις προηγούμενες προσπάθειές μου και εισέπνευσα τόσο καπνό που αυτοκτόνησα. Φλερτάρω με την ιδέα του άδειου κορμιού και τις περισσότερες φορές με ρίχνει στο κρεβάτι και λίγο πριν δοθώ σηκώνομαι άτσαλα και λέω πως δεν είμαι έτοιμη ακόμα. Ακούω να με βρίζει, να λέει πως είμαι πουτάνα που κάθε φορά σηκώνομαι και αφήνω το άδειο κορμί πιο άδειο, πως κάνω σαν μυξοπαρθένα κι εγώ απλά γυρίζω την πλάτη μου και λέω πως δεν είμαι έτοιμη ακόμα να φύγω, το είπε και ο Μεταφορές ο Μήτσος. Ο αέρας ρίχνει μονίμως την αρροκάρια από το μπαλκόνι μου κάτω κι εγώ συνεχώς διακόπτω για να πάνω να μαζέψω τα αίματά της και γεμίζω αίμα παντού, ανάμεσα στα πόδια μου σταμάτησε πάντως το αίμα να τρέχει και ο Δημήτρης μου είπε πως πρέπει να ανανεώσουμε τη σχέση μας και να κάνουμε μερικούς μήνες να βρεθούμε γιατί έχει από τον Οκτώβρη που βρισκόμαστε μια φορά την εβδομάδα και φοβάται πως θα μπει η ρουτίνα ανάμεσά μας κι έτσι, μια που οι ωοθήκες μου δουλεύουν σαν πραγματικές εργάτριες με ζήλο και αποφασιστικότητα, θα βρεθούμε ξανά όταν καλοκαιριάσει για να μου πιάσει το στήθος μου και να μου δείξει πώς να το ψηλαφώ σωστά. Χτες το πρωί ξύπνησα με το χέρι μου ανάμεσα στα πόδια μου. Άρχισα να χαϊδεύω το σώμα μου μέχρι εκείνο να αρχίζει να καίγεται, να λιώνει, να στάζει και στο τέλος να τρέμει κι έβαλα το άλλο μου το χέρι στο στόμα μου για να μην ακούσει κανείς τον οργασμό μου. Δε θέλω. Δικός μου είναι, ολόδικός μου, και άντε μου στο διάολο που θα σας αφήσω να καυλώσετε με κάτι που ανήκει μόνο σε μένα. Η φωνή μου, μου ανήκει κι έτσι θα χύνω στα βουβά. Όλη μέρα είχα τα κέφια μου κι ας μη φαινόταν και, αλήθεια σου λέω, ούτε το τζάκι δεν είχα δυσκολευτεί τόσο πολύ όσο σήμερα να ανάψω. Τα ξύλα του Πάνου φταίνε κι ας κουβαλήθηκαν με τα χέρια.  Λείπει λίγο σπίτι από το σπίτι μου και δε ξέρω που το έβαλα την περασμένη φορά που ξεσκόνισα. Ακόμα βρίσκω σταγονίδια από περασμένους βήχες και ξεχασμένα φτερνίσματα. Το σπίτι όμως δε μπορώ να το βρω πουθενά. Ζυγίζω μερικά μειονεκτήματα και μερικά πλεονεκτήματα και η ζυγαριά είναι στο μηδέν και δεν έχω πετύχει ποτέ μου άλλη φορά τέτοια ισορροπία και γαμώ το κέρατό μου το αιγοκερίσιο τώρα ήταν ανάγκη να ισορροπήσει; Ψάχνω απεγνωσμένα για κόκκους και μικροσωμάτια πλεονεκτήματος ή μειονεκτήματος και δε βρίσκω τίποτα ούτε καν κάτω από την τηλεόραση. Απελπίζομαι και περιμένω έναν κλέφτη να έρθει από το μπαλκόνι σκαρφαλώνοντας μπας και βρει τη ζυγαριά και κλέψει κανένα μειονέκτημα ή πλεονέκτημα για να ξυπνήσω το πρωί να δω την ανισορροπία και αποφασίσω αν θα χαρώ ή θα λυπηθώ που τα αντικείμενα μου βγάζουν πόδια και εξαφανίζονται…






Την επόμενη φορά
 που θα 
ονειρευτώ πως 
μπαίνω σε 
ασανσέρ

Δε θα ανοίξω τα 
μάτια μου αν δε
 σιγουρευτώ 
πρώτα πως δεν επέζησα 
από την 
ελεύθερη 
πτώση  μου…

4.1.12

Δίχως

βουβό τηλέφωνο


ο μόνος λόγος
που δεν σηκώνεις
ένα τηλέφωνο
είναι όταν πηδιέσαι
το χέσιμο
και όταν κάνεις αυτό
που σε γεμίζει
και σ’ αδειάζει
όσο τα προηγούμενα

ο μόνος λόγος
που μπορεί να μην απαντά
ένα τηλέφωνο
είναι ότι τα τηλέφωνα
συνήθως
δεν μιλάνε

πάλι δεν το σηκώνεις

Φώτης Γιαννίκος

26.12.11

Γκράουγκ

Σήμερα συνάντησα ένα κορίτσι που 
φοβόταν τους ήχους.
Όχι εκείνους που άκουγε. Μόνο 
εκείνους που έβλεπε...

21.12.11

Κιχ-κιχ-κιχ-κιχ-κιχ-κιχ..............κιχ.

Συνάντησα την εγκατάλειψη ανάμεσα στις έξι και στις έξι και μισή σήμερα το απόγευμα στα μισοπεθαμένα μου λουλούδια, στην σκόνη των επίπλων, σε κάτι χνούδια κάτω από της σκάλα, στις στάχτες μέσα στο τζάκι και στη λερωμένη λεκάνη της τουαλέτας. Έβρασα νερό στο καζάνι και το έχυσα με φόρα στον αέρα. Εντάξει. Όλα κάηκαν. Είναι καθαρά τώρα.


Σκασμός.
Μην ακούσω κιχ!

17.12.11

Τζάκι με στάχτες

Ο χρόνος μετράει αντιστρόφως αντίστροφα. Οδηγώ με την πλάτη με ταχύτητα εκατό χιλιομέτρων την ώρα και με πιάνει τάση για εμετό. Τα δέντρα βγάζουν πόδια και απομακρύνονται μαζί με κάτι εργοστάσια κι εγώ εντυπωσιάζομαι που προτιμούν τα εργοστάσια από μένα. Εθισμένα σε δακρυγόνα και καυσαέριο πεθαίνουν όταν εισπνέουν τη βροχή μου και φοβούνται. Η ζωή κυλάει σε fast forward αλλά προς τα πίσω ακόμα και αν αυτό ακούγεται αδύνατο να συμβεί κι όμως συμβαίνει στην χώρα των θαυμάτων της Αλίκης που βρέθηκα χωρίς παραισθησιογόνα. Στον άσπρο μου λαιμό χτυπάει μια φλέβα που δεν είχα αντιληφθεί πως υπάρχει όλη μου τη ζωή εκεί. Ακολουθεί το ρα-πα-παμ-παμ των προηγούμενων ημερών και μιλάει με ποιητικό λόγο και λέει κάτι για προδοσία-έρωτα-φεύγα-τέλος-αρχή-αρχή-τέλος. Μη κατανεμημένες λέξεις τοποθετημένες άτακτα που αν τις βάλω τη μία δίπλα στην άλλη κάθε φορά με διαφορετική σειρά, βγάζουν τα πιο ακατανόητα νοήματα που μόνο το α-νοητό μυαλό μου μπορεί να καταλάβει. Προδοσία- τέλος-φεύγα-αρχή- αρχή-τέλος-έρωτα. Ή προδοσία-αρχή-έρωτα-τέλος-φεύγα-αρχή-τέλος. Αρχή- έρωτα-τέλος-προδοσία-φεύγα-τέλος-αρχή. Έρωτα-αρχή-τέλος-αρχή-φεύγα-τέλος-προδοσία. Και μπορώ κι άλλα αλλά θα μείνουν ανείπωτα. Δυο φορές πρόδωσα τη βροχή κι έφυγα. Μία όταν έφυγα και μία όταν έφυγα. Δεν είχα άλλη επιλογή. Και ξαναγυρίζω. Πάντα θα ξαναγυρίζω. Ούτε σε αυτό έχω επιλογή. Το κατάλαβα όταν ο αέρας είχε γεύση καλωδίου της ΔΕΗ και αίσθηση καμένης σάρκας. Δε τόλμησα να απλώσω το χέρι μου να σε αγγίξω˙ φοβόμουν τα κάγκελα του αέρα που με φυλάκιζαν και με κρατούσαν από πίσω. Είμαι πιο ψεύτρα από τη δειλία μου και πιο δειλή από το ψέμα μου. Εκείνο που πλάθω για να ονειρευτώ όταν κοιμηθώ. Δε τελείωσε. Όλα τώρα αρχίζουν. Σε μια αρχή που δε θα είναι σαν τα χρώματα της Δύσης αλλά της Ανατολής. Όχι δεν είναι τα ίδια. Εγώ τις νύχτες γίνομαι ήχος και μόνο τη μέρα γίνομαι άνθρωπος. Και μην ακούς αυτά που σου είπα άλλες φορές, το πριν είναι πριν και το μετά είναι μετά. Το τώρα όμως είναι Ενεστώτας. Αδιαπραγμάτευτο. Ξηλώνω αυτιστικά το φερμουάρ από τις παλιές μου μπότες κι γίνομαι η ίδια χρόνος μπαίνοντας μέσα στον χρόνο διαπιστώνοντας πόσο αλλιώς είναι να μετράς τον χρόνο από το να είσαι χρόνος. Τον ταΐζω ζαχαρόνερο με το κουτάλι της σούπας και όταν ο χρόνος μου τελειώνει τον ρωτάω «θες κι άλλο χρόνε;» αλλά εκείνος βαριέται εύκολα, μου ξινίζει τη μούρη του-μου ξινίζω τη μούρη μου- του ξινίζω τη μούρη μου- και συνεχίζει.
-Τέρμα οι πόρτες. Παίζουμε φεύγα;
-Πώς παίζεται;
-Είναι ένα παιχνίδι που σου μαθαίνει να φεύγεις σωστά ενώ ταυτόχρονα σου μαθαίνει πώς να σταματήσεις το φευγιό του άλλου που δε θες να φύγει.
-Δείξε μου.
-Πρέπει να πάω τα πούλια μου από εδώ-εδώ, από εδώ-εδώ και από εδώ-εδώ. η στρατηγική είναι να έχεις σχέδιο στον πόλεμο του φευγιού. Δεν πρέπει να με αφήσεις να προσπελάσω το οχυρό σου γιατί θα σου φύγω, και κάθε φορά που θα το κάνω θα πρέπει να έχεις εναλλακτικό σχέδιο να μου κλείσεις τις πόρτες για να μείνω πίσω.
-Πίσω από τις κλειστές πόρτες;
-Ακριβώς.
-Τι άλλο πρέπει να κάνω;
-Να βρεις τον σωστό τρόπο για να φύγεις.
-Να σε κρατάω πίσω και ταυτόχρονα να φεύγω;
-Ακριβώς!
-Γιατί να το κάνω αυτό;
-Για να έχεις την ικανοποίηση πως έφυγες πρώτα εσύ.
-Εγωισμός;
-Ναι μερικές φορές ναι.
-Τις άλλες;         
-Τις άλλες παγίδα.
-Παγίδα;
-Ναι. Να σε αφήσω να φύγεις και να σε κάνω να πιστέψεις πως φεύγεις και τα καταφέρνεις δίχως άλλο, με σκοπό να μου ανοίξεις τις πόρτες για να μπορώ κι εγώ να φύγω πιο εύκολα. Και ίσως σε προσπεράσω και φύγω πρώτη εγώ.
-Κοροϊδία.
-Στρατηγική.
-Εγωισμός.
-Πόλεμος.
-Πάμε παρτίδα;
-Πάμε.
-...  
-Έχασες.
-Τι σημαίνει αυτό;
-Ότι δε ξέρεις να φεύγεις.
-Εσύ ξέρεις;
-Έτσι φαίνεται. Δε το απέδειξα;
Μαλακίες. Μαλακίες εντυπωσιασμού. Ποτέ δεν ήξερα να φεύγω. Πάντα έμενα πίσω και περίμενα. Όταν έφευγα γινόταν επειδή βαριόμουν να περιμένω. Αυτό δεν είναι φευγιό. Αυτό είναι «πιάστηκε ο κώλος μου και σηκώνομαι». Όσες φορές έφυγα, έφυγα βίαια. Άκομψα. Ούτε αυτό σημαίνει «ξέρω να φεύγω» αυτό είναι γκρέμισμα. Κι έπειτα ένα βίαιο συναίσθημα αποκλήρωσης. Μη με κοιτάς. Δεν έχω σπίτι, δεν έχω ζωή να τη βάλω κάπου. Εξάρχεια, Ομόνοια, Καλαμαριά, Πλαγίαρι, Ντεπό, Σταθμός Λαρίσης, Φάρος, Καραμπουρνάκι, Νέοι Επιβάτες, Κρήνη, Εύοσμος, Αιγάλεω, Χαϊδάρι, Γ’ Σώσμα Στρατού, Ευζώνων, Μοναστηράκι, Θησείο, Αναφιώτικα, Λουτρό των Ανέμων-τοίχος, Βασ. Γεωργίου-Πρόσκοποι, Μαρτίου, Άνω Περαία, Ωραιόκαστρο, Επανομή, Αττάλειας, Ιερά Οδός, Καβάλας, Νεραϊδόκοσμος, Μπούρτζι, Belvedere, Παλαμήδι, Δύο χιλιάδες επτά, δύο χιλιάδες οκτώ, δύο χιλιάδες έντεκα και βουρ για το δώδεκα. Εκεί κατοικεί η ζωή μου. Σ’ εκείνα τα παγκάκια παρέα με άλλες ξεσπιτωμένες, απόκληρες, άστεγες ζωές, απολυμένες και στοιχισμένες η μία πίσω από την άλλη στην ουρά για το επόμενο παγκάκι. Όπου άστεγος και το παγκάκι του. πώς να απλώσω το χέρι μου να σου γυρέψω ψιλά για δυο τσιγάρα; Έχω ένα κάλπικο μονόευρω αλλά δε το παίρνει κανείς. Έχει αξία δύο δραχμές˙ ίσα ίσα τα έξοδα παραχάραξης. Το κουβαλάω από το δύο χιλιάδες τέσσερα από τότε που κοροϊδεύτηκα και το πήρα για αληθινό και νόμιζα πως ερωτεύτηκα. Και είχα να ερωτευτώ από το χίλια εννιακόσια ενενήντα εννιά. Ήταν πουστιά, γιατί για πέντε χρόνια ζούσα μέσα στην απελπισμένη σκιερή περιπλάνηση. Δεν ερωτεύτηκα. Έτσι νόμιζα. Ερωτεύτηκα παράφορα το δύο χιλιάδες οκτώ. Μετά από εννιά χρόνια. Εννιά χρόνια ευνουχισμένων αισθημάτων. Και ήταν δύο επανωτές. Τι σκληρό… Η ζωή με πάει προς Λιανοκλάδι και από εκεί Αλεξανδρούπολη κι έπειτα Ορεστιάδα και τα δέντρα τρέχουν κι εγώ θέλω τσιγάρο και η όπισθεν μου καίγεται, τα τούνελ σκοτεινιάζουν, οι ήχοι γίνονται σαν εμένα όταν σκοτεινιάζει, το νερό είναι σκατά, το καπάκι δεν είναι κλειστό, και μυρίζει προπέρσινη μούχλα. Τα μολύβια μου σώθηκαν, πήρα στυλό και αν δε σωθεί το μελάνι του δε πρόκειται να σταματήσω, το νερό μου έγλυψε τον οισοφάγο μου κι έχω γεύση χώματος στον ουρανίσκο και λίγο φετινό φρέσκο λάδι- δε μου αρέσουν τα ξινά σου λέω, δε μου αρέσουν! Πες του μπλιάχ του chef- και μια βδομάδα που πέρασε που την έζησα όλη με μόνη παρέα τον άλλο μου εαυτό…


-Πόσο κοστίζει μια βδομάδα εαυτού;
-Πεντακόσια τα ρούχα και εξακόσια η περιπλάνηση.
-Τα ρέστα μου…

15.12.11

Κλείσε το φως να μη φύγει η ζέστη.

Περπατάω πάνω σε τακούνια και νιώθω να απεγκλωβίζω τα Χριστούγεννα κι έπειτα να τα κάνω μπάλες από φελιζόλ κόκκινες και χρυσαφί που πρώτα θα πεθάνω εγώ κι έπειτα εκείνες. Έτσι είχαμε συμφωνήσει˙ γι’ αυτό διάλεξα αυτές από τις γυάλινες. Και τώρα πια δε πεθαίνουν κι έτσι είμαι καταδικασμένη να θυμάμαι κάθε Χριστούγεννα που πέρασα μαζί τους. Περιμένω να βρω λεφτά, να αγοράσω καινούριες, να στείλω τις παλιές δώρο σε κάποιον που έχει δέντρο αλλά δεν έχει μπάλες. Ανώνυμο δώρο σε κάποιον ανώνυμο που η δική μου αχαριστία θα τον κάνει ευτυχισμένο. Θα γράψω σε ένα χαρτάκι πως κουβαλάνε την κατάρα του αθάνατου και πως δε μπορείς μέσα τους να δεις τον εαυτό σου όπως τις γυάλινες αλλά υπόσχομαι πως θα κρατήσουν για χρόνια. Πάνω από δέκα. Όσα και τα χρόνια της φετινής μου ζωής. Έκανα ένα ταξίδι μεγάλο με την όπισθεν και είχα την αίσθηση πως ο χρόνος κύλισε μερικές ώρες προς τα πίσω και πως όσο περνούσαν τα λεπτά τόσο επέστρεφα στην αρχική μου κατάσταση. Μια κύστη μέσα μου μεγαλώνει αλλά δεν είναι συμπαγής αλλά δεν είναι και μη συμπαγής. Παίζει μαζί μου σαν παιδί πέντε χρονών και την κοιτάζω με απορία και θλίψη να μου λέει "ζήλια ζήλια, πιάσε με αν μπορείς, δε μπορείς να με πιάσεις, πιάσε με αν μπορείς, δε μπορείς, δε μπορείς" και κάπου μέσα μου αιμορραγώ αλλά δε μπορώ να εντοπίσω σε ποιο σημείο κι έτσι αποσιωπώ τον πόνο και την εσωτερική μου φωνή και ουρλιάζω με σιωπή και ακούγομαι τόσο δυνατά που σπάνε τα τύμπανά μου και μέχρι  χτες τα ξημερώματα έψαχνα έναν ωτορινολαρυγγολόγο αλλά όταν τον βρήκα μου κοίταξε τον λαιμό και όχι τ’ αυτιά -συγνώμη; Μίλησε κανείς; Κάτι λες τώρα εσύ αλλά εγώ δεν ακούω. Μη μιλάς. Δεν έχω τύμπανα δεν ακούω. Μη μιλάς. Ακόμα και χωρίς τύμπανα δεν αντέχω να σε νιώθω να μιλάς. Οι λέξεις σου γίνονται δηλητηριώδη κεντριά θανατηφόρων μελισσών και με πεθαίνουν. Αν θες άσε με να ζήσω, να ζήσω όμως, ακόμα και αν αυτό σημαίνει να πεθάνω χορεύοντας το πιο ασυνήθιστο tango. Άσε με να φύγω πάνω σε μια φιγούρα του Tango Notturno και αποχαιρέτα με, με τα βλέφαρα. Θα ξημερωθώ σε κάποιο παγκάκι σε κάποια άλλη ζωή χωρίς μνήμη να προσπαθήσω να ζήσω από την αρχή ξαναγεννημένη πάνω σε ξύλα βαμμένα κόκκινα σε κάποιο πάρκο κοντά σε κάποια πλατεία της Φλωρεντίας. Θα μιλάω Ελληνικά στα Ιταλικά και ίσως τελικά καταλήξω έτσι να γίνω κατανοητή στο πιο απρόσωπο νου της ύπαρξης. Κάθε φορά που πιάνω το στήθος μου ακούω ένα ρυθμικό ρα-πα-πα-παμ και παίζω τον μικρό τυμπανιστή με τους χτύπους της καρδιά μου. Μπορώ να πιάσω τις νότες σκαρφαλώνοντας τις οκτάβες μία μία και όλο πίσω λίγο πριν τσακιστώ από το πεντάγραμμο. Θα είναι η στιγμή λίγο πριν μαυρίσει η εικόνα του ειδώλου σου απέναντι και θα σου πω και πάλι "μη μιλάς" αλλά θα είναι λίγο πριν σωριαστώ και όχι επειδή δεν έχω τύμπανα να σε ακούω. Άλλωστε σε λίγο θα κάνω δικά μου εκείνα του μικρού τυμπανιστή. Δε καταλαβαίνεις και πολλά ε; Ούτε κι εγώ. Ας είναι…
Καληνύχτα.


…όταν κάνεις έρωτα είσαι καταδικασμένος 
να εισπνέεις το μονοξείδιο των κορμιών 
που καίγονται καθώς ερωτεύονται μέχρι 
να πεθάνεις δηλητηριασμένος.