6.2.13

Greed



Είσαι ένας κομπλεξικός μαλάκας εξουσιόκαυλος. Μοιάζεις λίγο με το σαλιγκάρι στο ενυδρείο μου. Πληρωμένος ικανός κάνοντας πράγματα ανίκανα. Στρωμένος στην προσωπική σου βόλεψη, αναλαμβάνεις την προσωπική μου απαξίωση και ουστ απο 'δω που δε θα φοράω τις ροζ μου παντόφλες. Τελικά οι μαλάκες δεν πρέπει να έχουν δικαιώματα. Όχι οι εκ γενετής, οι άλλοι. Εκείνοι που έγιναν επίκτητα επειδή τον παίζουν όλη μέρα και βγάζουν δόξα απο το εσωτερικό τσεπάκι του μπουφάν τους. Θα περιμένω. Να μην αποτελείσαι απο τρισεκατομμύρια λιποκύτταρα μπας και τελικά αντί για λίπος αρχίσεις να σκέφτεσαι ως άνθρωπος. Και πάνω που θα γυρίζει ο τροχός για να γαμήσει και ο φτωχός θα σε κοιτώ με ανύπαρκτα μάτια μόνο και μόνο για να νιώσεις την απαξίωση μου στο πετσί σου λίγο πριν εξαϋλωθείς.



...και τώρα που σε
έκανα τόσο
μικροσκοπικό που
μπορώ να σε
καταπιώ, τί
κατάλαβες;




26.1.13

Poe(m)








photo

25.1.13

Disenchantment



Με ενοχλεί αφόρητα η φωνή σου. Το κατάλαβα την τελευταία φορά που σε άκουσα να μιλάς, να μιλάς, να μιλάς και δεν ήξερες πως εγώ σε ακούω, σε ακούω, σε ακούω. Τέσταρα τις αντοχές μου απέναντι στον ήχο σου και ανακάλυψα μια κρυμμένη κραυγή που τραβούσε τα μαλλιά της λίγο πριν το ξημέρωμα της επομένης. -Είσαι εκεί; -Μπα, όχι, ούτε που θυμάμαι πια στην ουσία, ούτε που θυμάμαι την ουσία, ούτε που θυμάμαι αν υπάρχει ουσία ή αν υπήρξε ποτέ. "Τεστ-τεστ" και μετά "Τσεκ-τσεκ" λίγο πριν σωπάσω κοιτώντας όλους όσους απογοήτευσα, όλους όσους περίμεναν κάτι να πω και δεν είπα, είδα εκείνους που με απογοήτευσαν γιατί περίμενα κάτι να μην πουν και είπαν. Μου αρέσουν οι σιωπές εμπιστοσύνης. Εκείνες που κουνιούνται πέρα δώθε σαν εκκρεμές και αφήνεσαι ολόκληρος πάνω τους ξέροντας πως κάθε πέρα που σε απομακρύνει απο το δώθε, είναι το πέρα της υπόλοιπης ζωής και οκέι προτιμώ το υπόλοιπο ζωής απο κάθε στάσιμο και σταθερό δώθε. Η Λένα μου είπε πως δε της αρέσει να τα λέμε απο απόσταση. Θέλει να έρχεται και να κουρνιάζει στην αγκαλιά μου να της χαϊδεύω τα μαλλιά- και απο πότε εσένα δηλαδή σου αρέσει να σου χαϊδεύουν τα μαλλιά δε κατάλαβα- και να μου λέει ιστορίες για αγρίους. Για μεγάλους έρωτες, για τους μεγαλύτερους κάθε φορά, κάτι για τη Φιλία και μετά απο δυο τσιγάρα δρόμο κατοικούμε στις σιωπές μας ματωμένες και εξουθενωμένες μετά απο τον πόλεμο της αρπαγής του δικαιώματος. Και όταν την κοιτάζω με αηδία ξέρει πως είναι η γαμημένη απογοήτευση. Βλέπω στον διπλανό καναπέ την κοιμισμένη σου φιγούρα, ακούω τη μελωδική σου ανάσα και θαυμάζω τον τρόπο με τον οποίο ονειρεύεσαι. Είσαι η πιο ακίνητη αξία μου. Γίνεσαι  Γη όταν έχω ανάγκη να μη νιώθω μετέωρη. Σταθερή και ακλόνητη. Να στηρίζεις το σώμα μου, να κοιτάς τις απορίες μου, να γελάς με τα κατορθώματά μου, να μην αποσπάσαι απο τα σπλάχνα μου. Θέλω τις μπούκλες σου να τυλίγουν τις καμπύλες μου. Σήμερα, εσύ που γελάς με τον πόνο μου, δε γέλασες όταν γύρισα με τα ράμματα κάτω απο το πιγούνι μου. Ίσως γιατί δε πονούσα. Ή ίσως γιατί άρχισες να αγαπάς τους πόνους μου.


...αν θες, έλα
να τα βαλεις μαζί μου να
δούμε αν μπορείς.



20.1.13

Possibility



Εγώ σκοτώνω Εσύ σκοτώνεις Αυτός σκοτώνει Αυτή σκοτώνει Εμείς σκοτώνουμε Εσείς σκοτώνετε Αυτοί σκοτώνουν Αυτές σκοτώνουν.







...και οι επιζήσαντες
να σηκώσουν το
χέρι...




13.1.13

Passable


Σήμερα πέθανε ο θείος ο Λάκης. Όχι δε μπορώ να πω πως στεναχωρήθηκα, δεν είχα μνήμες του στη ζωή μου. Οι άνθρωποι όταν πεθαίνουν έχουν χρώμα αλλόκοτο που δε μπορώ να περιγράψω. Είναι το χρώμα του ανύπαρκτου. Και δίπλα του μια κυρία άγνωστη που κάτι διάβαζε στα ακαταλαβίστικα απο ένα μεγάλο βιβλίο. Ένιωθα η μόνη που δεν πονούσα και περίσσευα. Και μέσα σε όλα αυτά εγώ σκεφτόμουν το politically correct μωβ πορτοφόλι σου. Απο εκείνα που γυαλίζουν που είναι όμορφο γιατί είναι το δικό σου το πορτοφόλι. Δε ξέρω αν θα το διάλεγα για μένα, ξέρω όμως πως θα το διάλεγα για σένα τώρα πια γιατί στα χέρια σου μεταμορφώνεται σε κομμάτι της μωβ σου προσωπικότητας. Και κάπως έτσι έχασα τον δρόμο και ταξίδεψα σαράντα τέσσερα χιλιόμετρα παραπάνω γιατί έστριψα για Βέροια. Το μωβ σου πορτοφόλι πηγαίνει με τον αναπτήρα και τα νύχια μου. Και λίγο με τη θήκη για τον καπνό που έχασα στη Σάρτη το καλοκαίρι του δύο χιλιάδες οκτώ. Αυτή που μου έκανες δώρο τον χειμώνα του ίδιου έτους. Μια μέρα -σου υπόσχομαι- θα γράψουμε για την παρέα μας παρέα. Και αφού όλοι μαζί θα ζούμε τα γεράματά μας, δε φοβάμαι να γεράσω πια. Η μικρότερη θα πηγαίνει για ψώνια. Και ο τελευταίος να κλείσει την πόρτα.




 γνωριζόμαστε;


                               

12.1.13

Dusty



Στανταράκι σου λέω, δε με θυμάσαι πια. Ποντάρω τα ρέστα μου σε αυτό.  Έτσι κάνουν οι άνθρωποι-σκόνη. Σε κοιτούν στα μάτια και μετά με ένα "κλαπ!" εξαφανίζονται απο μπροστά σου και μετατρέπονται σε σκόνη που κάθεται πάνω σε ζωές. Των άλλων. Μέχρι να ξεσκονιστούν. Το ξέρω σου λέω. Είμαι μία απο αυτούς.








Το ήξερα
πως μια μέρα
(δε) θα σε έβλεπα
ξανά...