7.5.12

Incipientibus


Απαρχή ζωής λέγεται. Σταμάτα-ξεκίνα. Πρώτη-Νεκρή. Μποτιλιαρισμένη σε φανάρι του περιφερειακού λίγο πριν την έξοδο Ευόσμου μεσημέρι Παρασκευής. Πρώτη-νεκρή. Τρέχω μπρος πίσω να προλάβω το φανάρι μη μου ξεφύγεις και σε χάσω. Πρώτη-νεκρή. Θα μείνω με το πρόσωπο χωμένο στη Γη. Γυρισμένη μπρούμυτα με την κοιλιά μου στο έδαφος. Από τον αφαλό μου θα απελευθερώνω όλη μου την ύπαρξη να βυθίζεται στη Γη μέχρι τα σωθικά της να αποθηκεύσουν τη μνήμη μου. Ανάλωση και κατανάλωση δικαιωμάτων. Οι ρόλοι τακτοποιημένοι και συγκεκριμένοι. Ο καθένας με έναν από αυτούς ανάλογα με την πτυχή που έχει να παρουσιάσει ανά περίπτωση. Πρώτη-νεκρή. Είμαι άνθρωπος. Δυο χέρια, δυο πόδια, δυο μάτια, δυο αυτιά, δυο φρύδια, δυο ζευγάρια βλεφαρίδες, δυο ρουθούνια. Μύτη μία. Όλα στη θέση τους. Και αν καμιά φορά κουτσαίνω είναι επειδή συμβαίνει να νιώθω πως γεννήθηκα με ένα πόδι και δε μπορώ να σε στηρίξω. Και όταν δεν σε φτάνω, είναι που έχω μόνο ένα χέρι και πρέπει να ισορροπώ. Απαρχή ζωής. Σταμάτα-ξεκίνα. Πρώτη νεκρή, πρώτη-νεκρή, πρώτη-νεκρή- νεκρή, νεκρή, νεκρή, νεκρή, νεκρή, νεκ…………




Έχω στην κατοχή
μου δυο
μικρά πορτοκαλί
κοχύλια.

29.4.12

've custodierunt quiete

Ήχοι μονότονοι με προσδιορισμό αορίστου. Πιάσε κόκκινο μη χαθούμε πάλι. Μπορείς να μιλάς, να μιλάς, να μιλάς δίχως να ακούω λέξη. Πιάσε με κι έπειτα θα νιώσεις υγρασία ανάμεσα στα πόδια σου. Αλήθεια. Θα χαθώ σαν σταγόνα που χύθηκε ανάμεσα στα πόδια σου. Άτεκνες σκέψεις που σταματούν σε τελεία. Δεν αναπαράγονται. Μουγκές λέξεις στη νοηματική να προφέρουν επιχειρήματα εξουσιοδοτημένα. Αγγίγματα συρματοπλέγματος με πληγές αιμορραγικές.Θησείο-Πλάκα- Καραμπουρνάκι. Απομεινάρια μιας διαδρομής ατελέσφορης. Κοιτάζω ασκαρδαμυκτί το σώμα σου και πιάνομαι από λογής-λογής γράμματα που κρέμονται από το πουθενά στο πουθενά. Αποστολή δεν εξετελέσθη. Απόρριψη προγράμματος. Λυγμός. Που είσαι; Λυγμός. Κι έπειτα; Θα ξεκινήσει πάλι να βρέχει; Υπόσχομαι.





Αποσιώπηση
άδοξης
άμορφης
πράξης.

22.4.12

comitatu vestigia



Καμιά φορά στέκομαι όρθια πλάι στις γραμμές του τρένου και  χαζεύω αυτούς που έρχονται και αυτούς που φεύγουν.  Στέκομαι όρθια πάνω στα πόδια μου και οι πατούσες μου διαμαρτύρονται καθώς λιώνουν μαζί με τις σόλες από τα σανδάλια μου. Σταμάτησε να βρέχει. Τα μάτια μου πονάνε από τον πρωινό ήλιο αλλά δε θα το βάλω κάτω, θα τυφλωθώ πριν με τυφλώσει εκείνος. Κι έπειτα ίσως καταφέρω να σε γνωρίσω χωρίς μάτια- νομίζω πως έτσι θα σε αγαπήσω από την αρχή. Περιμένω μερικές ηλιόλουστες μέρες για να καταφέρω να διώξω τον χειμώνα από το τζάκι μου μήπως και ζωντανέψουν ξανά από την αρχή τα λουλούδια μου. Χάνομαι - χάνομαι σου λέω δεν ακούς; - μέσα σε χρώματα πανσέδων και κρίνων. Περιμένω μερικές σταγόνες ζωής να πέσουν πάνω στη βουκαμβίλια μου μήπως μου βγάλει και φέτος μερικά κόκκινα άνθη αλλά δε ξέρω αν θα με ερωτευτεί όπως και πέρσι. Περνάνε μερικά χιλιόμετρα πιο κάτω και πιο πάνω και τσαφ-τσουφ-τουυυυυυυυυ- φτάνω πέρα από τα όρια μου. Στο σπίτι επικρατεί μια ησυχία απαλή σαν πρωινό ξύπνημα κυήματος. Κάτι έχει αυτή η πόλη. Σκοτώνει όσους την αγάπησαν με πάθος. Κι εσένα που σε αγάπησα ολότελα, φοβάμαι μη σε καταπιεί η πόλη μου. Μεγάλοι, σπουδαίοι, ερασιτέχνες, όλοι χάνονται στο αδηφάγο της ξελόγιασμα. Κι εγώ η πιο ερασιτέχνης ερωμένη μπορώ μόνο τα μάτια σου να αγγίξω χωρίς να πληγώσω το υπόλοιπο σώμα σου. Το ρολόι του σταθμού στο δοκάρι του τοίχου έχει ακόμα χειμερινή ώρα κι εγώ περιμένω να έρθει καλοκαίρι. Ψέματα. Μια ψευδαίσθηση πόνου είναι η φετινή Άνοιξη γιατί ο χειμώνας που πέρασε μου άφησε κάτι εγκαύματα στην πλάτη από το κρύο. Λιώνω, λιώνω σου λέω, κάθε φορά που οδηγώ προς το σπίτι χωρίς λόγο επιστροφής. Μια παύση τσιγάρου θα κάνω μήπως και καταφέρω να ρουφήξω λίγο παραπάνω αέρα και τελικά δε πνιγώ μέσα στο σώμα που κατοικώ και ήδη ενηλικιώθηκε. Το σώμα μου ενηλικιώθηκε. Εγώ να δούμε πότε…


Μπορώ και γράφω
τις ίδιες 
λέξεις με άλλη
 σειρά μέχρι
 να αποσιωπήσω
το φόνο που 
διέπραξαν
τα όνειρά μου
 στο ανέγγιχτο
 για αιώνες σώμα μου

11.4.12

incipientibus



Καμιά φορά απλώνω τα χέρια και πιάνω το Σύμπαν, ταξιδεύω σε νότες, γίνομαι μουσική, πλάθω κομμάτια που κάτι σου θυμίζουν ή δε σου θυμίζουν ανάλογα με τις αφορμές που το σώμα σου καλεί να χρησιμοποιήσει για να ξεκάνει τη λήθη. Γιορτάζω τον θρίαμβο μέσα μου, εκείνον του πρώτου φθόγγου της φωνής σου κι αναπαύομαι εν ειρήνη κάτω από το κόκκινο μου πάπλωμα. Μεγάλωσα, αλήθεια σου λέω, μεγάλωσα, πάνω από έναν χρόνο μεγάλωσα κι έπεσα από τ’ αστέρια που κρατούν οι αστροναύτες στα χέρια τους λίγο πριν κλειδωθούν για πάντα στο Άπειρο. Φεύγω, φεύγεις, φεύγει. Φεύγουμε, φεύγετε, φεύγουν. Φυγή. Με κεφαλαίο φί όπως της αρμόζει αυτής της λέξης. Και όταν θα ξαναγυρίσω, ξαναγυρίσεις, ξαναγυρίσει, ξαναγυρίσουμε, ξαναγυρίσετε, ξαναγυρίσουν, ίσως να μην υπάρχει τίποτα πια πέρα από σκόνη, μα τι θα γινόταν άραγε αν ήτανε χρυσόσκονη; Θα μαζεύαμε σαν κλέφτες με τις χούφτες μας τα απομεινάρια της προηγούμενης στάσης μας. Ξεχασμένη από όλους στο παγκάκι της απόμερης ευτυχίας της ζωής μου-τι καλά με αφήσατε όλοι ήσυχη επιτέλους!- περιμένω το επόμενο λεωφορείο που σύμφωνα με τις πληροφορίες μου θα καθυστερήσει μερικές ζωές ακόμα, αλλά ποιος βιάζεται; Με βήματα αργά και σταθερά θα κατοικίσω στη φωνή σου κάποιες Τρίτες ξημερώματα μόνο και μόνο για να θυμάσαι να μη ξεχνάς πως η ζωή που αφήσαμε πίσω μας μοιάζει με σκόνη αλλά μπορεί και να μην είναι…


Το πρωί χτένισα
τις βλεφαρίδες μου
και τώρα δε
λένε να μπλεχτούν
μεταξύ τους μήπως
και καταφέρω τελικά
να κοιμηθώ για να
ψάξω την πραγματική μου
πραγματικότητα μέσα
στα όνειρά μου…




6.4.12

inclementer

Εθνοσωτήρες  του κώλου, αν πεθάνουν οι παππούδες και οι πατεράδες μας πριν την ώρα της Φύσης, πως θα μεγαλώσουμε χωρίς ρίζες το δέντρο της ζωή μας; Αϊ σιχτίρ πια ανθρωπίσκοι της μιζέριας, υπερόπτες του άφοβου, που αρνείστε να ζητήσετε ταπεινές συγνώμες , χρωστούμενες πριν τη γέννησή μου. Ανίδεοι νεοπλουτισμένοι εξουσιαστές στις πλάτες αυτών που σας συντήρησαν. Τα ζώα προσβάλλονται όταν σας αποκαλούν με το όνομά τους, γιατί τα ζώα ρε ανθρωπόμορφα ανδρείκελα, δε δαγκώνουν το χέρι που μια ζωή τα ταΐζουν…





Καλό ταξίδι
σε όσους γυρίζουν
τις πλάτες τους
στο μέλλον
της ανέχειας, άνευ
ηλικίας και
 ειδικότητας…

3.4.12

Ludere


Είχα απαλλαγεί από τις στάχτες. Έτσι νόμιζα τουλάχιστον. Έχει δυο μέρες όμως που ανάβω και πάλι το τζάκι. Το σπίτι μυρίζει περισσότερο Φθινόπωρο παρά Άνοιξη, αλλά απολαμβάνω να ταλαντεύομαι ανάμεσα στην αρχή και το τέλος. Χτες πέρασε από εδώ Γεωργία και μιλούσαμε για το τάδε και το δείνα. Και μετά για το πέρα και το δώθε. Σκεφτόταν τι καφέ θέλει αλλά εγώ διάβασα την σκέψη της και της έκανα αυτό που ήθελε πριν μου το πει και τα μάτια της ξαφνικά μεγάλωσαν.- Η υγεία μου καλυτερεύει. Μετά την υπογλυκαιμία που μου έριξε όλον τον εαυτό μου στο πάτωμα δύο φορές, μια εδώ και μια εκεί, επιτέλους οι δείκτες μου ανέβηκαν. Τα μάτια μου βλέπουν όπως δεν έβλεπαν ούτε στα δεκαπέντε μου όταν άρχισαν τα πρώτα προβλήματα. Το είπε ο οφθαλμίατρος. Αποθεραπεύτηκα μετά τον πόλεμο της μισής μου ζωής. Φταίει μάλλον που βλέπω τον κόσμο αλλιώς. Τα βράδια αλλάζω σχήμα και περπατάω με τα χέρια. Το βαρύκεντρό μου όμως μένει πάντα στην ίδια θέση και τώρα που το κατάλαβα μπορώ και να το αποδείξω σχηματικά. Είναι το σημείο μέσα μου που ότι και να κάνω, ότι και να συμβεί, ότι χρώμα, σχήμα, μορφή και να αλλάξω, θα με κρατάει σε ισορροπία για να μου θυμίζει από πού κατάγομαι. Όλη η ύπαξή μου κρυμμένη σε μια κουκίδα στο σημείο του κέντρου του σχήματός μου. Σχήμα μέσα σε σχήμα.- Γεννήθηκα λίγες ώρες πριν την καινούρια αρχή. Οδυνηρά και απόλυτα. Τώρα που το σκέφτομαι αναρωτιέμαι γιατί η  γέννηση κρύβει τόσο πόνο. Οι πνεύμονες  σκίζονται στην πρώτη ανάσα. Η πρώτη ανάσα πιο οδυνηρή από όλες τις επόμενες. Δε ξέρω για την τελευταία. Θα σου πω μετά από μερικές χιλιάδες χρόνια στο πρώτο σκαλοπάτι του κάστρου. Τότε που δε θα με ξέρεις, δε θα σε ξέρω αλλά δε μπορεί κάπου σε έχω συναντήσει, είμαι σίγουρη, το βλέπω στα χρώματά σου. Θα μου μιλάς με προφορά Βακχική, εγώ  θα σου χαμογελάω και θα με ρωτάς γιατί. Για την επόμενη ζωή μου θα πρέπει να έχω ήδη αποφασίσει από πριν αν θέλω να έχω νωπή μνήμη της τωρινής ή όχι. Και αν γυρίσω σε πρωταρχική  μορφή, θα αιτηθώ να είμαι κύτταρο στον δικό σου οργανισμό και αν με θες θα ζήσουμε μαζί για όσο διαρκεί το πάντα μιας βιολογικής ζωής. Πάντως όταν σε συναντήσω θύμισέ μου να σου πω για εκείνον τον πόνο της τελευταίας μου πνοής...
 
Ούτε χτες
έκανα την άσκηση
που μου είπε
η Βιβή να
κάνω…

19.3.12

Νάρκισσος

Άλλαξα το σπίτι μας. Μου. Μας. Στο μέσα δωμάτιο υπάρχει πια η εκπλήρωση των απωθημένων μου. Μερικά βιβλία τοποθετημένα με ευλάβεια το ένα δίπλα στο άλλο κατά ύψος και σημαντικότητα. Φύτεψα λουλούδια. Μεταφύτεψα και την αροκάρια και τη μπουκαμβίλια. Φύτεψα κάτι βολβούς με κίτρινα λουλούδια. Πολυχρωμάτισα τη ζωή μου και τώρα μπορώ να τη ζωγραφίσω. Βρίσκω μέσα μου ότι έχασα. Λίγο μαζί και λίγο χωρίς εσένα. Σπαταλάω κάτι τελευταία ξύλα του χειμώνα εις μνήμην εκείνου που έχασα. Ο κακός μου εαυτός με βάζει από κάτω και με ποδοπατάει. Με κάνει και κλαίω από λύπη και ειλικρινά κάνω κόπο να συνηθίσω την αποδοχή του. Φτωχοί εκείνοι που δε ξέρουν πως τον κουβαλούν. Και το ξέρω τώρα που το ανακάλυψα. Πόσο θα με μισούσες αν σήμερα κουβαλούσα όλα εκείνα που σε κράτησαν κοντά μου μέχρι το τέλος. Και πόσο θα με αγαπούσες παραπάνω αν δεν ήταν Άνοιξη. Θα αμπαλάρω της ζωή μου και θα σου την αφήσω έξω από την πόρτα του σπιτιού σου να τη μεγαλώσεις. Θα σου πω μόνο τα βασικά. Το όνομά μου και το ψευδώνυμό μου. Τα υπόλοιπα μπορείς να τα ανακαλύψεις με λίγο ψάξιμο κάτω από την κόκκινη κορδέλα μου. Μέσα στην ηλικία της ενηλικίωσης μου θα βρεις όλες τις απαντήσεις για τα κρυμμένα μυστικά που δεν υπάρχουν αλλά όλοι έχουν από ένα, οπότε θα έχω κι εγώ. Ένα που δε θα με ρωτήσεις ποτέ μου να σου πω. Είναι μυστικό, τα μυστικά δε λέγονται κι έτσι δε θα επιμένεις κι εγώ θα συνεχίσω να το μεγαλώνω μέσα μου ρίχνοντας σπόρο απραξίας και νερό φαντασίας. Το μυστικό μου θα μεγαλώνει κι εκείνο με μένα. Απέναντι από το σπίτι της εκκλησίας. Κι όταν πεθάνω θα του αφήσω ολόκληρη την κληρονομιά μου. Είναι το μόνο που έμεινε μαζί μου ως το τέλος και το αξίζει. Δε με πούλησε όταν έγινα άσχημη, ούτε όταν έχασα τα κιλά και τις καμπύλες μου, τότε. Έμεινε δίπλα μου και περίμενε υπομονετικά να στρογγυλέψω και πάλι. Ούτε όταν ο άντρας και η γυναίκα μέσα μου παλέψανε μέχρι να αλληλοεξοντωθούν, έφυγε. Ήταν εκεί. Όταν έμεινα χωρίς φύλο να σεργιανάω προς την κατεύθυνση του αέρα. Πιάνω το στόμα μου και πέφτω πάνω στην πληγή μου στο κάτω χείλος. Γλείφομαι και ματώνω. Δαγκώθηκα τις προάλλες και από τότε μου άφησε σημάδι. Θαυμάζω τα χείλη σου και τα φοράω κάθε φορά που τα δικά μου έχουν πληγές από δαγκωματιές. Συνήθως φόβου. Μερικές φορές και θυμού. Ή ανυπομονησίας. Αλλά οι πιο απολαυστικές είναι εκείνες οι φορές του πάθους. Μου αρέσει να διαβάζω το στόμα σου αλλά πάντα με τη δική μου φωνή, εσένα δε σε άκουσα ποτέ να διαβάζεις. Μου αρέσει να κοιτάζω έξω από το παράθυρο να κλέβω καθημερινότητες από καιρό δοσμένες αλλού. Παραχωρημένες είναι η σωστή λέξη. Σου παραχωρώ μερικές ζωές να με μάθεις καλύτερα κι έπειτα όποτε έχεις μου τις δίνεις και πάλι πίσω. Θεέ μου το τζάκι καίει και από το ενυδρείο λείπει ο Νότας, ο Διογένης, η Κατερίνα, ο Ιάκωβος και ο Μπόμπας. Έχω κενό. Κενό ζωής. Και δε μοιάζει με τα κενά μνήμης που είχα να αντιμετωπίσω μέχρι πρόσφατα. Η αμνησία μου υποχωρεί. Θα λύσω και πάζλ. Και αν δε τα καταφέρω δε πειράζει, θα έχω ασχοληθεί αρκετά με αυτό. Θα έχω εξασκήσει το μυαλό μου να θυμάται. Κι έτσι ίσως με πείσω πως δε θα σε ξεχάσω ποτέ…


Δε θα βρω τελικά
 Νάρκισσους να
φυτέψω φέτος 
κι έτσι
θα περιμένω
να φυτρώσουν
οι δικοί μου
στη γλάστρα
μαζί με τις
 τουλίπες
και τα
ζουμπούλια.