7.2.16

Unpredictable

Η πιο πικρή διαπίστωση, η πικρότερη όλων
Είναι ο κόσμος, ο όχλος και η ζωή
Που λειτουργούν αντίθετα από τη ροή μου
Πιάνοντας από το λαιμό τ’ αποθυμένα μου.
Ξηλώνομαι από το μικρό μου δαχτυλάκι
Με τραβάω και με κάνω κουβάρι και με πετάω στο καλάθι
Είμαι για να παίζουν οι γάτες
Από τις αριστοκρατικές, ψηλομύτες ξινομούνες
Μέχρι τις πιο αλήτισες κεραμιδόγατες.
Είμαι όμορφη μέσα στο καινούριο μου δέρμα
Ίσως είναι λίγο πιο μωβ απ ότι ήθελα
Μα με βρίσκω γοητευτική κι ενδιαφέρουσα
Με χαϊδεύω στις ρώγες
Μου φιλάω τα χείλη
Κι έπειτα χωρίς ίχνος δισταγμού μου ξηλώνω τη γλώσσα από τον λάρυγγα
Σ' ένα φιλί τελευταίο
Όχι σαν εκείνο που δεν ήξερε πως είναι το τελευταίο
Και ήταν μελάτο και απαίσιο
Σαν εκείνο
Τότε που αγαπηθήκαμε με τα μυαλά μας
Και υποσχεθήκαμε πως δε θα ιδωθούμε ποτέ ξανά.
Είμαι απρόοπτη.
Κι επομένως απρόβλεπτη.
Λειτουργώ αυτόνομα
Δε υπακούσω σε κανόνες και νόμους



Photo by Nasos Karabelas

3.2.16

Ο κουτσός και ο μαλάκας

Είδα έναν άνθρωπο κουτσό που έτριζε το πόδι του καθώς το έσερνε στην άσφαλτο. Κοντοστεκόταν στους γεμάτους κάδους σκουπιδιών κι έψαχνε τις σακούλες που ξέσκιζαν οι γάτες. Μύριζε τη σαπίλα από τα σάπια φρούτα, τα λαχανικά και τα κρέατα και σκαλίζοντας τη μύτη του έμοιαζε να σκαλίζει τη σάπια ζωή. Περπατούσε χωλαίνοντας μέσα στην άδεια πόλη μια Πρωτοχρονιά καπνίζοντας μια πίπα κι ένας περαστικός που ξέμεινε στη στάση του λεωφορείου του ζήτησε φωτιά. Κι εκείνος του έδωσε τα σπίρτα. «Ευχαριστώ» του είπε ο περαστικός, κι εκείνος του έδωσε μια κλωτσιά στ’ αρχίδια με το ψεύτικό του πόδι κι έφυγε κλάνοντας. Και γκρίγκι γκρίγκι γύριζε όλη την πόλη μ' ένα πόδι και όπου έβλεπε χαρά έφτυνε με αηδία βρίζοντας και βλαστημώντας. Μέχρι που του την 'πέσαν κάτι τύποι και τον κορόιδεψαν, του έφτυναν το ψεύτικο το πόδι του φώναζαν «κουτσέ, δείξε μας πως τρέχουν τα σαράβαλα» κι αυτός γούρλωσε τα μάτια κι ένιωσε τον φόβο να περνάει μέσα από το  σίδερο του ποδιού του και  ίσως και να μετάνιωσε που κλώτσησε τον άλλον στ’ αρχίδια. Και οι νταήδες κάναν κύκλο γύρω του και χλεύαζαν και σκάει μύτη ένας  τύπος που έτρεξε προς το μέρος του κουτσού να βοηθήσει κι έκανε πέρα τους νταήδες με μια πράσινη χλέμπα. Μετά γύρισε στον κουτσό και τον ρώτησε αν είναι εντάξει. Και ο κουτσός του έφτυσε το πρόσωπο. Συνειδητοποίησε ότι ήταν ο τύπος που ξέμεινε στη στάση όταν ο άλλος του φώναξε «μου έσπασες τον πούτσο, με έφυσες γιατί τον καινούριο μου χρόνο μέσα;» μα ο κουτσός μουρμούριζε κι έβριζε μέσα από τα δόντια του, και γκρίγκι γκρίγκι συνέχισε την πορεία του. Μέχρι που στραβοπάτησε κι έπεσε στην άσφαλτο καταμεσής της Τσιμισκή κι ένα ταξί τον έκοψε στα δύο. Στα τρία. Το κουτσό του πόδι πετάχτηκε στον αέρα κι έπεσε στο μπαλκόνι της απέναντι οικοδομής. Είναι ότι απέμεινε από αυτόν.

photo by Nasos Karabelas

29.1.16

Phallus

Είναι και αυτά τα ανδρείκελα που βουτάνε μέσα στο ζελέ της ωραιοπάθειας για μη δημιουργηθούν χάσματα στη ψεύτικη ρωγμώδη μάσκα τους και φανερωθεί όλη η σκατίλα. Μα η σκατίλα δεν φανερώνεται μόνο από τις ρωγμές. Βρωμάει. Πάντα βρωμάει. Ακόμα και αν κάνεις πως δε μυρίζεις. Σε χλευάζω, σε κράζω και γελάω μαζί σου ανθρωπίσκε. Μου προσφαίρεις μοναδικές στιγμές ευφορίας όταν σκέφτομαι τη γελοία σου ύπαρξη. Πόση μιζέρια να χωρέσει πια μέσα σε μια ζωή; Απ’ όπου και να σε πιάσω βρωμάς φορμόλη. Πιο πεθαμένος από τον λαιμό και κάτω δεν υπήρξες ποτέ όσο από από το λαιμό και πάνω.


photo by Nasos Karabelas

27.1.16

Disarmonia


19.1.16

Panic

Και ο κόσμος μακραίνει
Και ο κόσμος απλώνει
Καταλαμβάνει χώρο από τον χώρο μου
Και στενεύουν τα όριά μου
Με πιάνει ασφυξία και κλωτσάω
Κυνηγάω τους ανθρώπους με τη σκούπα και το φαράσι
Και μου φεύγουν και διασκορπίζονται στο πάτωμα
Με πιάνει υστερία, παντού άνθρωποι στο πάτωμά μου
Παντού άνθρωποι
Δε χωράτε ρε εδώ μέσα
Μόνο ένας ακόμα το πολύ
Ξουτ γαμημένοι, ξουτ ξουτ
Παίρνω την ηλεκτρική και στουμπώνει ένας στο σωλήνα
Μπουκώνει η ηλεκτρική,
Μπουκώνω κι εγώ
Με πιάνει πανικός
Αστυφύλαξ, ποιον πρέπει να λαδώσω για να μπω απομόνωση;

photo by Nasos Karabelas

16.1.16

Mirrage


Υπακοή σε κανόνες φυσικής αλλοτρίωσης.
Γιατί έτσι ορίζει η φύση της κατάστασης.
Σκλάβοι.
Σκλάβοι παντού.
Όλα επιφανειακά. Δήθεν.
Μα εκεί, εκεί στο βάθος
Στα άδυτα μυστικά του Εγώ
Τίποτα απ’ όλα όσα αντιλαμβανόμαστε δεν υπάρχει
Και ταυτόχρονα υπάρχουν Όλα.
Όλα όσα αρνηθήκαμε από φόβο μη θεωρηθούμε κάτι διαφορετικό
Από αυτό που αυτοπροσδιορίσαμε και αυτό προγραμματισαμε να είμαστε.
Και όταν φτάσεις εκεί, ω, τι Θλίψη να βλέπεις το Εγώ να σε χλευάζει.
Γιατί δεν υπάρχει κανόνας. Ούτε ορισμός.
Εκεί, παγιδευμένος ως το τέλος να σπαρταράς
Νομίζοντας πως είσαι προγραμματισμένος για ένα πράγμα μόνο.
Είμαστε ό,τι επιλέγουμε συνειδητά.
Και το επεξεργαζόμαστε μέχρι να γίνει δέρμα μας.
Όλα τα άλλα είναι ένα ωραιοποιημένο Τίποτα
Για να δένουμε τα μάτια μας
Να μη βλέπουμε την κατάντια.
Πολλοί από μας, θα πεθάνουμε μόνοι από χρόνια.
Η μεγαλύτερη γελοιότητα  
Είναι το να πιστεύεις για τον εαυτό σου 
Πως εισαι κάτι ξεχωριστό και όχι κάτι μοναδικό 
Και κάπως έτσι χάνεται η υπόσταση.
Χλευάζω με μικροπρέπεια. 
Συγνώμη για την αναίδειά μου. 

photo by Nasos Karabelas

19.12.15

Formalin



Το βουητό των ανθρώπων στις στάσεις των αστικών λεωφορείων μου θυμίζει σμήνος
Φοβάμαι μη μου επιτεθεί και επιτίθεμαι πρώτη εγώ.
Έχω σκοπό να σκοτώσω ότι συντηρείται με φορμόλη
Τις νύχτες τραβάω καλώδια από τις πρίζες και ακούω παρατεταμένους ήχους τέλους
Περπατάω στα νύχια των νυχιών μου
Χορεύω τον τελευταίο χορό
Πριν το χώμα μου λερώσει τα μάτια
Μου ρίχνω φτασίδια με το φτυάρι που μια μέρα θα σκάψω τον λάκκο μου
Για να ξεγελάσω την ασχήμια μου
Να εξαπατήσω τον καθρέφτη
Οι μόνες μου πραγματικές στιγμές
Είναι εκείνες που κοιμάμαι πάνω στις κούφιες μου ανάσες
Και φοβάμαι τον ήχο ενός αδέσποτου ξυπνητηριού
Μη πληγώσει τις αισθήσεις μου ανεπανόρθωτα και χάσω την αίσθηση του χρόνου 
Που σταματάει κι επανέρχεται στους ρυθμούς των παθών και των πόθων μου.
Όπου και αν με αγγίξεις πονάω
Μάλλον έχω σπάσει



photo by Nasos Karabelas