6.3.15

Staringly

Ο κόσμος γυρίζει γύρω από τον άξονά του
Κι εγώ γύρω από τον δικό μου
Γίνομαι εγωκεντρική
Στροβιλίζομαι
Με ένα ποτήρι αλκοόλ στο χέρι
Και πίνω στροβιλισμένη
Χλευάζοντας
Τους ακίνητους
Που μοιάζουν παλουκωμένοι
Πάνω στον άξονά τους
Και κάνω φούρλες και χορεύω
Και ζαλίζομαι
Και συναντώ στροβιλιστές
Που μεταξύ μας μοιάζουμε ακίνητοι
Γιατί όλοι κινούμαστε
Τα μυαλά μας κινούνται
Και γινόμαστε οι πιο βαρετοί
Από όλους τους βαρετούς του κόσμου
Βαρετοί για όλους εκείνους που χλευάζουμε
Για όλους εκείνους από τους οποίους χλευαζόμαστε εμείς.

9.2.15

Prick

Μια φορά κι έναν καιρό, πήρα ένα δάνειο για να φτιάξω το ερειπωμένο σπίτι του παππού για να γινει κατοικήσιμο. Πέρασαν καμιά δεκαριά χρόνια από τότε. Τα πράγματα αλλάξανε, ο μισθός μου έπεσε, η δόση όσο πήγαινε και με έσφιγγε, αρχίζω να μη πληρώνω. Μια βροχερή Δευτέρα του Γενάρη, με παίρνει η τράπεζα και «Κυρία Μαρία, ενώ η συνεργασία μας τόσα χρόνια ήταν εξαιρετική, τώρα παρατηρούμε μια σημαντική ασυνέπεια στις υποχρεώσεις αποπλήρωσης.» μου είπε μια αυστηρογκεσταπίτικη φωνή. «Δεν έχω κυρία μου» απάντησα στη φωνή. «Ναι, μα η τράπεζα δεν είναι Φιλανθρωπικό ίδρυμα ξέρετε… και το σπίτι σας είναι υποθηκευμένο μη ξεχνάτε…» μου ξαναείπε το ρομποτοειδές. «και το σπίτι μου είναι υποθηκευμένο, και ο δεξής μου νεφρός επίσης υποθηκευμένος είναι. Διαλέχτε και πάρτε» της απάντησα. «Κυρία Μαρία, δεν είστε σε θέση να ειρωνεύεστε.» μου ξανά είπε. «Είμαι σε τέτοια θέση που μπορώ να κάνω ότι θέλω. Αλλά δε σας ειρωνεύομαι. Θα σας ειρωνευόμουν αν σας έλεγα πως είναι υποθηκευμένο στην τράπεζά σας το αριστερό αρχίδι του παππού μου, οπότε μπορείτε να πάρετε αυτό.» της απάντησα. «Ρίχνετε το επίπεδο» μου είπε. «Ρίχνετε τη ζωή μου» της είπα, και συνέχισα «Δεν είμαι ΚΛΕΦΤΡΑ σαν εσάς, ούτε θέλω να σας φάω τα χρήματα. Δεν είμαι ΑΝΗΘΙΚΗ, έχω ένα χρέος που δε μπορώ να αποπληρώσω ότι και να κάνω...» Θέλετε το σπίτι μου; Θέλετε τον νεφρό μου; Μήπως θέλετε το αρχίδι του παππού μου; Πάρτε. Πάρτε κόσμε. Πάρτε και φάτε τους νεφρούς και τα αρχίδια μας. Φάτε και τους βολβούς των ματιών μας αν θέλετε, με λίγο αλατάκι και λευκή σάλτσα σαμπάνιας γίνονται γκουρμεδιές. Φάτε, φάτε και ακροδάχτυλά μας. Τα μόνα που δε μπορείτε να φάτε είναι τις ιδέες μας, τις αξίες μας, την αγάπη μας για τα ιδανικά μας. Ανηθικότητα είναι να έχεις και να μην είσαι συνεπής. Ανηθικότητα είναι να αυτοκτονεί ο γείτονάς σου κι εσύ να πίνεις αφρώδη οίνο και σαμπάνιες στην υγειά του κορόιδου που πέθανε από το κρύο. Ανηθικότητα είναι να κλέβεις για να αποκτήσεις περισσότερα. Ανηθικότητα είναι να σε κάνουν να πεινάς κι ας μη το λες ποτέ και πουθενά από αξιοπρέπεια και μόνο. Να πάρετε την τρομοκρατία σας και να τη βάλετε στον κώλο σας αρχίδια.



Υ.Γ. Η ιστορία είναι βασισμένη σε αληθινά γεγονότα. Οποιαδήποτε ομοιότητα με πρόσωπα ή καταστάσεις δεν είναι συμπτωματική.

8.1.15

Moires


Φωτιά και δύναμη
Καρδιά, τρελή κι αδύναμη
Στον κόσμο που ‘ρθαμε
Χορτάσαμε γκρεμό…

\

27.12.14

Vergessen

Θέλω να σου πετάξω δυο τρία κόμπλεξ μου στη μούρη και να σε ξεφορτωθώ μαζί με αυτά. Και μετά να κάνω πως δεν υπήρξες ποτέ, ποτέ δεν υπήρξες. Σε θυμάμαι βαθιά, πολύ βαθιά, δε θα μπορούσα να σε ξεχάσω ποτέ μου κι ας μη μιλώ πια για σένα εδώ και πάνω από δυο ζωές, καμιά φορά απορώ με τον εαυτό μου με το πόσο σκληρή μπορώ να γίνω όταν γυρίζω την πλάτη μου σε ανθρώπους που αγάπησα όσο εσένα, δε μου έλειψες ούτε μια στιγμή από τότε που ξέχασα το όνομά σου. Το όνομά σου ναι. Εσένα όχι. Έχω επιλεκτική μνήμη από τα δώδέκα μου. Θυμάμαι το βλέμμα σου και δε θυμάμαι τα μάτια σου. Θυμάμαι που τις Πέμπτες μετά το φροντιστήριο ερχόσουν να με πάρεις και μια Πέμπτη μου είπες πως θες να με παντρευτείς κι εγώ γέλασα με την ψυχή μου, νόμιζα πως έκανες πλάκα, έσκυψες το κεφάλι «πλάκα δεν έκανες;» σε ρώτησα, «άντε γαμήσου» μου απαντησες, σε αγκάλιασα, σηκώθηκα στις μύτες των ποδιών μου, έφερα το πρόσωπό μου μπροστά στο δικό σου, πέρασα το χέρι μου πάνω από το πρόσωπό σου, νομίζω πως ψηλάφισα κάτι σαν απογοήτευση, ανέβηκα στο παγκάκι, σε πήρα μέσα στην αγκαλιά μου, σε έκλεισα στο στήθος μου, «τα ‘παμε αυτά ρε μωρό μου» σου είπα, δε μίλησες, «εμείς θα ζήσουμε μαζί για πάντα» σου είπα, «τότε γιατί ρε μαλάκα;» με ρώτησες, σου πέταξα κάτι σκόρπιες λέξεις που δεν έβγαζαν νόημα για να βρω απαντήσεις μα καμιά δε σου ταίριαζε, ήταν όλες τόσο λίγες όσες και οι αντοχές μου στο «πάντα» και στο «ποτέ». Σε αυτό το κομμάτι δεν άλλαξα ποτέ μου. Μετά που χωρίσαμε, στο δεύτερο έτος της σχολής, κατέβαινα τη Μελενίκου με τον Αχιλλέα, έναν τύπο από τη σχολή, ήταν θυμάμαι στα μέλια μαζί μου, ήμουν θυμάμαι στα μαχαίρια μαζί μου, σε κοίταξα, κοκάλωσα, σταμάτησες μπροστά μου, με πλησίασες, έφερες το πρόσωπό σου απέναντι στο δικό μου όπως τότε, με κοίταξες βαθιά μέσα στα μάτια, «Τι κάνεις;» με ρώτησες με μα μάτια σου, «Σκατά, μου λείπεις» σου απάντησα με τα δικά μου, πιάσαμε έναν βαθύ διάλογο με τα μάτια μας που κανείς δεν άκουγε, δε καταλάβαινε, δεν κατανοούσε, νόμιζα πως ήμουν στην κορυφή του κόσμου και ο αέρας ήταν πνιγηρός, «Κι εμένα μου λείπει κάθε σου οργή, κλάμα, θυμός, νάζι, έρωτας, αγάπη» μου είπες, στεκόσουν απέναντι μου μια ανάσα από τα μεγάλα μας φιλιά, ο Αχιλλέας ένιωθε αμήχανα, έκανε ένα βήμα πίσω λες και από σεβασμό στη μεγαλειώδη μας σιωπή, «θέλω να σε φιλήσω» μου είπες, «φίλα με», σου είπα, έσκασε μύτη μια τύπισσα και σου είπε «τελείωσα μωρό μου με τις φωτοτυπίες, πάμε;» την κοίταξα λοξά «Μάθε ρε βλήμα να σέβεσαι τις μεγάλες σιωπές, άντε στο δέντρο σου» της είπα απλά λοξοκοιτάζοντάς τη, έκανε κι εκείνη ένα βήμα αμηχανίας προς τα πίσω, «φίλα με αν έχεις τα κότσια και πάμε να φύγουμε» σου ξαναείπα, πέρασες το χέρι σου πάνω από το πρόσωπό μου, «κι εγώ» σου απάντησα με πνιγμένη φωνή χωρίς να πάρω τα μάτια μου από τα δικά σου, «φοβάμαι πως πάντα θα σε χάνω» μου είπες  κοιτώντας με ακόμα πιο βαθιά, «δε φοβάσαι πως θα με χάνεις, φοβάσαι πως θα πρέπει να με διεκδικείς» σου είπα, «τι κάνεις με τον φλώρο» μου είπες, « ότι κι εσύ με το ραδίκι» σου απάντησα, έγειρες το κεφάλι σου, πλησίασες το πρόσωπό σου κι άλλο στο δικό μου, έφερες το στόμα σου στο δικό μου χωρίς να με ακουμπάς, «θέλω να σου ρουφήξω κάθε ανάσα» μου είπες, έκλεισα τα μάτια, δεν υπήρχε κανείς, ούτε η τύπισσα, ούτε ο Αχιλλέας, και τότε βίαια σε τράβηξε η άλλη από το μπράτσο λίγο πριν τη στιγμή της αιώνιας ένωσης. Την κοίταξες, με κοίταξες, έκανες ένα βήμα πίσω, «Χέστη», σου είπα κοιτώντας σε και δεν απάντησες, «Να ρε γιατί δε σου άξιζε να σε παντρευτώ και γελούσα κάθε φορά που το ζητούσες» συνέχισα, γύρισα, είδα τον ο Αχιλλέα εκεί ακίνητο να κοιτάζει και να αιμορραγεί από τα μυαλό, «Πάμε» του είπα, φύγαμε, σε προσπέρασα, δε γύρισα καν να σε κοιτάξω, γύρισε εκείνος, «Ποτέ δε κοιτάμε πίσω μωρό μου» του είπα, «ποιος είναι αυτός» με ρώτησε, «Ένας Τίποτας τελικά», του απάντησα «Εμένα δε θα με κοιτάξεις ποτέ με αυτόν τον τρόπο, ετσι δεν είναι;» ρώτησε, «Δε σου κρύφτηκα ποτέ ούτε ψέματα σου είπα» του απάντησα και συνέχισα να γελάω και να χοροπηδάω γύρω του λέγοντας «Έλα, πάμε για παγωτό, πάμε για παγωτό» σαν να μην έγινε καμιά διακοπή για Ζωή, «Είσαι τόσο παράξενη…» μου είπε, «αλλοπρόσαλη απλά» του είπα, «όταν γελάς δυνατά πονάς;» με ρώτησε, «αβυσσαλαία» του απάντησα, «είσαι γεμάτη οργή και θυμό» μου είπε, « Η οργή μου και οπ θυμός μου είναι τα μόνα μέσα απέναντι στην αδυναμία μου να μην κλαίω και απέναντι στη μαλακισμένη μου ανάγκη να δείχνω πάντα δυνατή», του είπα και ζήτησα ένα παγωτό χωνάκι με μια μπάλα σοκολάτα και μια μπάλα φράουλα. Πέταξα μια σκέψη στα σκουπίδια και μετά έφαγα αμίλητη το παγωτό μου. Τόσες λέξεις με τα μάτια και ούτε ένα κιχ δε βγάλαμε...

17.12.14

None

Δεν ξέρω αν ήσουν ο μεγαλύτερός μου έρωτας, μα σε θυμάμαι πιο πολύ από όλους μου τους έρωτες που πέρασαν. Είχε μια σοφία ο Έρωτας μας που κράτησε αρκετά χρόνια. Θυμάμαι που ερχόσουν να με πάρεις από την Καυτατζόγλου για να "βγούμε" κι εμείς κρυφά κατεβαίναμε στις πορείες, μου έπιανες σφιχτά το χέρι μη χαθούμε στο πλήθος, φωνάζαμε, ουρλιάζαμε, και κοιταζόμασταν στα μάτια κι ερωτευόμασταν και χαμογελούσαμε ο ένας του άλλου, θυμάμαι πως όταν σχολούσαμε από το Λύκειο πάντα φεύγαμε τελευταίοι και αποκοβόμασταν από όλους, συζητούσαμε για τον έρωτα και για το πώς θα αλλάζαμε τον κόσμο. Όταν φεύγαμε από το σχολείο, μπαίναμε μέσα στο πάρκο πίσω από το θέατρο Κήπου, περπατούσαμε, και μετά καθόμασταν πάντα στο ίδιο παγκάκι και αγαπιόμασταν, μιλούσαμε, γλωσσοφιλιόμασταν να καταπιούμε ο ένας τον άλλο, το πρόσωπό μου γινόταν κόκκινο από τα γένια σου, με κοιτούσες και γελούσες, εγώ θύμωνα που γελούσες, "με πονάς όταν με φιλάς" σου έλεγα, "τα φιλιά είναι το πιο επώδυνο πράγμα του κόσμου" απαντούσες και καταλάβαινα και σώπαινα και μ’ έπαιρνες αγκαλιά και με έσφιγγες, με έσφιγγες, με έσφιγγες και με φιλούσες στα μαλλιά. Κι εγώ σώπαινα ακόμα περισσότερο. Και μετά έπαιρνες το πρόσωπό μου και το φιλούσες. Και για τελευταίο φιλί άφηνες τη μύτη. Κι εγώ χαμογελούσα με τα μάτια κλεισμένα. Και μετά με έπιανες από τον ώμο, με έσφιγγες πάνω σου, "ξεθύμωσες ρε βλάκα;" με ρωτούσες, "Ναι" σου απαντούσα και αυτό ήταν μια τελετουργία ξεθυμώματος. Κάθε φορά η ίδια. Ακόμα και όταν ορμούσα να σου βγάλω τα μάτια όταν έμπαινε στη μέση καμιά από αυτές τις τσούλες που σε περιτριγυρίζανε. Ορμούσα, με αγκάλιαζες, σε χτυπούσα, με έσφιγγες με έσφιγγες με έσφιγγες, "Σ’ αγαπάω ρε μαλάκα!" ούρλιαζες και μ' έσφιγγες, κι εγώ αυτομάτως κοκάλωνα, μου φιλούσες τα μαλλιά και μετά το πρόσωπο και τελευταία τη μύτη. Κι εγώ χαμογελούσα με τα μάτια κλεισμένα. Κι έκλαιγα, έκλαιγα, έκλαιγα, και "πες τις τσούλες να μη υπάρχουν, να μην υπάρχουν, θάνατο στις τσούλες", κι εσύ χαμογελούσες, με έσφιγγες πάλι και μου έλεγες "ξεθύμωσες ρε βλάκα;" και σου έλεγα "Ναι". Πάντα ναι. Ξεθύμωνα σε δευτερόλεπτα. Ήσουν εξαιρετικός στο να διαχειρίζεσαι το θυμό μου. Εγώ πάλι με τον δικό σου δε τα κατάφερα. Όπως τότε που βγήκαμε το βράδυ για ξύδια και ανέβηκα στην τουαλέτα και όταν γύρισα σε είδα από τις σκάλες με εκείνο το ξέκωλο να είναι κολλημένο πάνω σου, ήθελα να ουρλιάξω με την τελειωμένη που περίμενε πως και πώς να φύγω για να κολλήσει πάνω σου, ήθελα να ουρλιάξω με σένα που δεν έκανες τίποτα, ήρθα, δεν έβγαλα κουβέντα, την κοίταξα, έφυγε, "κότα" σκέφτηκα, κάθισα, σε κοίταξα, "τι έκανες όσο με είχες ξεγραμμένη;" σε ρώτησα, δεν απάντησες, "θες να σου πω τι έκανα εγώ όσο σε είχα ξεγραμμένο;" σε ξαναρώτησα, ήθελα να σε πληγώσω, να σε πληγώσω βαθιά που με πλήγωσες, γύρισες και με κοίταξες αδιαπραγμάτευτα και μου είπες ένα κοφτό "Όχι", σου άνοιξα μια τρύπα μέσα σου και χύθηκες ολόκληρος απο εκεί, μετά μου είπες να πάμε σπίτι μου και όπως κάθε φορά που τα έκανα σκατά, δε μιλιόσουν, δεν αγγιζόσουν, κλείστηκες στο δωμάτιο, ήσουν μόνος, πιο μόνος, λες και σε ρουφούσες από μέσα. Έριξες μερικά γαμωσταυρίδια και μετά έκλαιγες βουβά κι εγώ σώπαινα, καθόμουν πίσω από την πόρτα μέχρι να σε ακούω να γδέρνεσαι, καιγόσουν απο ζήλια για τον Θάνο γιατί ήξερες πως όσο δεν ήμασταν μαζί ο Θάνος έκανε "ντου", μπήκα μέσα σε κοιτούσα, τα μάτια σου ήταν κόκκινα από κλάμα και θυμό, δεν έκανα τίποτα, μόνο σε κοιτούσα με δυο συγνώμες στα χέρια, κι εσύ με άρπαξες και με φιλούσες ασταμάτητα. Και μετά πηδηχτήκαμε με πάθος, θυμό, έρωτα και αγάπη. Βαθιά, μεγαλειώδη αγάπη. Ένιωθα τον φόβο σου μη με χάσεις να κυλά ανάμεσα στα πόδια μου. "Μόνο εγώ" είπες. "Μόνο εσύ" είπα. Και δεν ξαναβγάλαμε κουβέντα.

9.11.14

Regen


20.10.14

Betrayal

Ξέχασα πως είναι να μην ακούς κακή κουβέντα. Έχω μάθει όλους τους αρνητικούς επιθετικούς προσδιορισμούς έναν προς έναν. Αλφαβητικά. Ξεκινώ απο το "Αγενής" και φτάνω στο "Ωραιοπαθής" με ταχύτητα που σπάει το φράγμα του ήχου (μου) και δεν ακούγομαι, ούτε κι εσύ ακούγεσαι ούτε και οι γείτονες, τί ωραία ησυχία αυτή πολύ πρωινιάτικα. Προσπαθώ να προσδιορίσω το αργά και το νωρίς, έννοιες ακαταλαβίστικες και παράλογες, όταν γίνεται κάτι γίνεται πάντα στην ώρα του, ούτε νωρίτερα ούτε αργότερα, "Άργησες" μου λέει η μάνα "Δεν άργησα" της απαντώ, ήρθε η απλά τώρα η ώρα μου. Μέρα πρώτη και όρεξη δεν έχω καθόλου, έφαγα ένα μήλο και ξόδεψα χρήματα. Μια σχέση που μάλλον τελειώνει, σε είδα να κατεβαίνεις την κατηφόρα όταν έβγαζα τον σκύλο βόλτα, με χαιρέτησες, δεν περίμενες να πέσεις πάνω μου, σου μίλησα τυπικά, δε μου άρεσε και τόσο αυτή η τυπικότητα αλλά έτσι απλά μου βγήκε, δε μου αρέσει απλά να εκμεταλλεύονται την ανοχή μου, αυτό είναι όλο, τώρα το ξέρεις κι εσύ. Άνθρωποι γιατί πουλάτε τις αδυναμίες μου στα παζάρια; Πως θα ζήσω χωρίς αυτές; Ξέρω, ξέρω πως θα έπρεπε απο την αρχή να μη σου πω κουβέντα για τις προχθεσινές υπομονές μου. Τώρα να. Έπεσες πάνω μου και πίσω απο τα γυαλιά σου δεν είχες μάτια. Είχες μόνο αντικατοπτρισμούς.