2.7.14

Wolf

Ξάπλωσα περίπου δέκα εκατοστά απο το κορμί μου για αλλαγή. Προσπαθώ να με πλησιάσω σιγά σιγά να ξεμπερδεύω με τ' απωθημένα μου. Συνήθως απομακρύνομαι τουλάχιστον ενάμιση μέτρο απο μένα όταν είμαι ανυπόφορη. Αυτό το κόλπο το έμαθα απο σένα κάπου κοντά στη μετεφηβεία μου ένα απο τα απογεύματα που αρνιόσουν να αγγίζεσαι. Σαν εκείνο που προχωρούσαμε μόν(η)οι στην παραλιακή και άπλωσα το χέρι να πιάσω το δικό σου και τρόμαξες και γρύλισες σαν λύκος και τρόμαξα κι έμεινα πίσω κι εσύ άνοιξες το βήμα σου και εξαφανίστηκες. Δε με πείραζε όταν εξαφανιζόσουν, ίσα ίσα, μου άφηνες χώρο και χρόνο για να μάθω λίγο καλύτερα τον εαυτό μου και τα τερτίπια σου. Μ' αγαπούσες με έναν τρόπο παρανοϊκό και παράλογο. Όπως ο λύκος το πρόβατο. Μπορούσες να με κατασπαράξεις και μετά να πεθάνεις απο το κενό της απουσίας μου μέσα στην βαθιά σου θλίψη. Μια μέρα, πάνω σε έναν καυγά, σου είπα πως και το πρόβατο μπορεί να φάει τον λύκο αν χρειαστεί, "μα πως, το πρόβατο δεν τρώει λύκους" μου είπες, "το πρόβατο μπορεί να φάει τον λύκο αν ο λύκος καταφέρει να κάνει το πρόβατο ίδιο με αυτόν" σου απάντησα. Θυμάμαι σε κοίταξα με βλέμμα λύκου κι έκανες ένα βήμα πίσω, εγώ έκανα ένα βήμα μπρος, εσύ έκανες άλλο ένα βήμα πίσω και κοιτώντας σε στα μάτια σου είπα "Αυτό." Δε μου γρύλισες ξανά...


1.6.14

Lurk


Έτσι έβρεχε κι εκείνη την Τετάρτη όταν μπήκα βιαστικά στα Γκούντις της Αγ. Σοφίας και ήμουν μούσκεμα, έσταζα βροχές απο τα μαλλιά, ακόμα και απο τα ματόκλαδα μου. Έστυψα το μπλουζάκι μου στη μέση του καταστήματος, νομίζω κρύωνα λίγο κι ας ήταν κατακαλόκαιρο. Είχα μια έντονη αίσθηση πως κάποιος έχει καρφώσει το βλέμμα του πάνω μου, κοίταξα λίγο απο 'δω, λίγο απο 'κει, τα μάγουλά μου ήταν κόκκινα, "ιδέα μου θα είναι" σκέφτηκα, μόνο ιδέα μου δεν ήταν, σε κάθε μου κίνηση ένιωθα την ίδια ενέργεια του βλέμματος να με ακολουθεί, να με επεξεργάζεται, σαν να με τυλίγει ολόσωμα, σαν να γίνεται αύρα μου και να παίρνει το σχήμα μου. Κάθισα σε ένα τραπέζι, άναψα τσιγάρο, έβαλα την κούπα με τον ζεστό καφέ στα χέρια μου, κρύωνα το είπα; -Το είπα. Περίμενα να περάσει η βροχή, περίμενα να περάσει κι εκείνος ο μαλάκας, "Πάνε μήνες πάλι που έχω να τον δω τυχαία" σκέφτηκα και αναθεώρησα την έννοια "τυχαία" και σκέφτηκα πως εμφανίζεται μπροστά μου σαν φαντομάς μόνο όταν έχω κάτι να πάρω και να δώσω, να ανταλλάξω, να αλληλεπιδράσω με κάποιον τρόπο, και πως εγώ κι αυτός δε θα βρισκόμασταν ποτέ για να προσπεράσουμε ο ένας τον άλλο - και αυτή η ενέργεια που με κυκλώνει με αποσυντονίζει- βρισκόμαστε μόνο όταν  τα βλέμματά μας αποκτήσουν βάθος, έννοια και υπόσταση. Η βροχή κυλούσε ακανόνιστα στα παράθυρα, το αγαπημένο μου παιχνίδι ήταν να μαντεύω την πορεία της σταγόνας κι ενώ έλεγα πως θα πάει "εδώ", εκείνη άλλαζε πορεία και πήγαινε "εκεί", χωριζόταν, ενωνόταν, αποχωριζόταν μερικές φορές και άλλαζε πορεία εντελώς και χανόταν. Μια μικρή μικρογραφία της ζωής, μια μικρή επιβεβαίωση πως η ζωή είναι σταγόνες που αλλάζουν πορείες, η ζωή δεν είναι γραμμική και οι άνθρωποι σταγόνες είναι και χωρίζονται, ενώνονται, αλλάζουν πορείες, ενώνονται και πάλι ή χάνονται εντελώς. Μια σταγόνα απο τα μαλλιά μου έπεσε πάνω στο τσιγάρο μου κι έσβησε την καύτρα, βλαστήμησα γιατί ήταν το τελευταίο, βλαστήμησα γιατί δεν είχα ούτε λεφτά, βλαστήμησα γενικώς, δεν είχα ούτε ένα χρυσό δόντι να ανταλλάξω για ένα τσιγάρο, θύμωσα, θύμωσα, θύμωσα με την ζωή μου, "πως τον άφησα κι έφυγε", σκέφτηκα και στήριξα το κεφάλι μου μέσα στην παλάμη μου και κοιτούσα τη βροχή, η αφορμή του βρεγμένου και σβησμένου μου τσιγάρου γέμισε με μυρωδιά αποτσίγαρου ολόκληρη η ζωή μου, ένιωσα κάτι να με καρφώνει στον αυχένα, κάτι σαν... σαν.... σαν να χάθηκα για λίγο, γύρισα απότομα το κεφάλι μου και είδα εσένα, έναν υπέροχο άντρα με σκοτεινά μάτια και φωτεινό βλέμμα, "πάρε ένα απο τα δικά μου" μου είπες, το πήρα χωρίς να σου πω κάτι, "δεν είναι η μάρκα σου, ε;" μου είπες πάλι εσύ, "Τσου" σου απάντησα, και άναψα τσιγάρο, κάθισες στο δίπλα κάθισμα χωρίς να με ρωτήσεις, σε κοίταξα περίεργα, γιατί τάχα μερικοί άνθρωποι νομίζουν πως τους χρωστάς μόνο και μόνο επειδή θέλησες να βγεις μια βόλτα μόνος σου,  "Με έψαχνες και κοιτούσες ολόγυρα;" ρώτησες, "Τί εννοείς, δε καταλαβαίνω", απάντησα, "Κι όμως κοιτούσες να με βρεις", είπες "Δε σε ξέρω για να σε ψάχνω", απάντησα, "και αν θες πας λίγο απέναντι νιώθω άβολα" συνέχισα, χαμογέλασες, σηκώθηκες, κάθισες στο απέναντι τραπέζι, και έβαλες το κεφάλι σου μέσα στις παλάμες σου, στηριζόσουν στους αγκώνες σου, με κοιτούσες επίμονα, εγώ ένιωθα πάλι την ίδια αίσθηση με πριν, σε κοίταξα και είδα πόσο απροκάλυπτα με κοιτούσες, "εμένα ψάχνεις τελικά" μου είπες και μου χαμογέλασες, "βασικά μια συγκεκριμένη αίσθηση ψάχνω" σου είπα, "το ίδιο λέμε" είπες βιαστικά και μου έκοψες τη φόρα της αντίδρασης. Χαμογέλασα αμήχανα. "Πάμε;" είπες "Έχει σκατόκαιρο", απάντησα, "Τι έχει ο καιρός;" ρώτησες, "Βρέχει καρέκλες λέμε και μπουμπουνίζει και αστράφτει" σου απάντησα, "Άρα η Φύση τραγουδάει" συμπλήρωσες και με τράβηξες και βγήκαμε στη βροχή. Ήθελα να τρέξω, να βρω μια ομπρέλα, ένα υπόστεγο, ένα μπουφάν , έστω μια τζαμποσακούλα τώρα που το σκέφτομαι, ένα αδιάβροχο ένα κάτι, κάτι, κάτι τέλος πάντων, γύρισα, σε κοίταξα διασκέδαζες πολύ με την αμηχανία μου, μου έπιασες το χέρι κι ένιωσα να βρέχει μέσα μου, ένιωθα να ξεπλένομαι, "είσαι μαγικός;" σε ρώτησα, "Ναι" μου απάντησες, μου κρατούσες το χέρι λες και με ήξερες αιώνες, σου απέτρεψα αυτή την οικειότητα λες και μου άρεσε να αγγίζομαι, ειδικά εκείνη τη ρευματοφόρα περίοδο. Κατεβήκαμε στη Λεωφόρο Νίκης απο Αγίας Σοφίας και φτάσαμε προς το λιμάνι. Καθίσαμε κάτω στα σκαλιά, είχα ξεχάσει πόσο έβρεχε, είχα ξεχάσει τη λασπουριά, είχα ξεχάσει τα αμάξια που περνούσαν, είχα ξεχάσει σχεδόν τον λόγο που βρισκόμουν εκεί, άρχισα πάλι να κρυώνω, τα σανδάλια μου ήταν μούσκεμα, το σαλβάρι μου είχε κολλήσει πάνω μου, με αγκάλιασες κι άρχισες να μου τρίβεις τα μπράτσα για να μη τρέμω, "Δε κρυώνεις;" σε ρώτησα "όχι, κορίτσι μου" μου απάντησες, ερωτεύτηκα απευθείας τη φωνή σου, "κορίτσι μου" σκέφτηκα, "πως θα ζήσω τώρα χωρίς τη φωνή σου" ξανασκέφτηκα, έριξες ένα πνιχτό γελάκι και με κοίταξες σαν να έκανες μια σωστή μαντεψιά, "Διαβάζεις τις σκέψεις;" ρώτησα, και απάντησες "Μόνο αν με ενδιαφέρει." Η βροχή σταμάτησε. Έβγαλες τη μπλούζα σου, τη στράγγισες και μου σκούπισες τα μαλλιά. Θα χάσω το τρένο για Αθήνα μου είπες βιαστικά. "Τι έγινε τώρα;" ρώτησα, "Πρέπει να φύγω" μου είπες "θα χάσω το τρένο", "Πότε θα έρθεις πάλι;" σε ρώτησα, "όταν θα ρίχνει και πάλι καρέκλες, κορίτσι της βροχής!" είπες και χαμογέλασες, "Που μένεις;" σε ρώτησα, "Εξάρχεια" μου είπες, γούρλωσα τα μάτια, δε περίμενα να μένεις τόσο μακριά μου, δεν ήθελα, πως το λένε. Δίπλωσα την μπλούζα σου, σου την έδωσα, "Κράτα τη, να σκουπίζεις τα μαλλιά σου" είπες, σηκώθηκες όρθιος, με σήκωσες κι εμένα, "Πρέπει να φύγω" είπες, έσκυψα λίγο το κεφάλι μου, "Μη" είπες, σε κοίταξα, "Με λένε Φώτη, όποιον και να ρωτήσεις στην πλατεία θα σου πει που μένω ή που θα με βρεις" είπες. "Με λένε Μαρία" σου απάντησα. "Δε σε λένε Μαρία. Σε λένε Βροχή" είπες, χαμογέλασες, με φίλησες πολύ απαλά και μπήκες βιαστικά στο  λεωφορείο το 2 και σε κοιτούσα καθώς χανόσουν όπως παλιά οι άνθρωποι κοιτούσαν τους άλλους ανθρώπους να χάνονται στα τρένα. Εκείνη τη μέρα ερωτεύτηκα τη βροχή. Απο τότε, για πάντα.

14.5.14

Protect me from what I want


Πήγαινα να πληρώσω τη Δ.Ε.Η. στην Παπαναστασίου και πέρασα μπροστά απο το σπίτι που έζησα την πρώτη μου ζωή. Το σπίτι μου. Το δικό μου σπίτι. Εκείνο που άνηκε μόνο σε μένα, το είχα διεκδικήσει εκείνο το σπίτι, ήταν σπίτι ΜΟΥ. Όχι Μας. Μου. Ό,τι πιο εγωιστικά αγάπησα ποτέ. Εκείνο το σαλόνι, τη μικρή κουζίνα και το μπάνιο που με το ζόρι γύριζες απο τη λεκάνη στο νεροχύτη. Εκεί ερωτεύτηκα ξανά. Εκεί σε ξεπέρασα για πάντα. Ούτε που με νοιάζει πια να θυμηθώ τη μορφή σου. Όχι γιατί με πρόδωσες, ή με πλήγωσες ή δε ξέρω κι εγώ τί,  αυτά τα κάνουμε όλοι οι άνθρωποι ηθελημένα ή ερήμην μας και αλί σε όποιον δεν πλήγωσε ποτέ, δεν αγαπήθηκε τότε και, τί κρίμα να μην αγαπιούνται οι άνθρωποι. Είναι που σε άφησα στο μεσαίο ντουλάπι της κουζίνας και σε κλείδωσα να μη βγεις πριν κλείσω την πόρτα εκείνου του σπιτιού και με σταματήσεις αρχίζοντας να εξιστορείς αναμνήσεις. Έπρεπε να φύγω. Ήθελα να φύγω. Ήθελα στα τριάντα μου να κάνω την επανάστασή μου και να τα τινάξω όλα στον αέρα και να ξεκινήσω απο την αρχή. Αυτά σκεφτόμουν σταματημένη στο φανάρι Παπαναστασίου και Βούλγαρη, και το φανάρι άναψε πράσινο κι εσύ κόρναρες σε κοίταξα απο τον καθρέφτη αλλά δε σε είδα, σε χαρακτήρισα απο μέσα μου, δεν αντέχω τους βιαστικούς ανθρώπους, δεν αντέχω ούτε εμένα όταν βιάζομαι, η βιασύνη είναι άγχος και το άγχος καρκίνος. Μου ξανακόρναρες κι εγώ ανέβασα την ένταση στο ραδιόφωνο, είχε ένα ανεβαστικότατο τραγούδι, ξεκίνησα να τραγουδάω δυνατά και να κουνιέμαι χωρίς να το καταλαβαίνω στο ρυθμό όπως κάνουν στις αμερικάνικες ταινίες, χαμογελούσα, αυτοϊκανοποιούσα την ανάγκη μου για χαμόγελα "εσύ κορίτσι μου μόνο, κανείς δε μπορεί να σε κάνει να νιώσεις καλύτερα αυτή τη στιγμή όσο εσύ" μονολογούσα στο κεφάλι μου, η κόρνα σου υπήρχε δεν υπήρχε, εσύ υπήρχες δεν υπήρχες, ποιος νοιαζόταν;, στο επόμενο φανάρι στάθηκες δίπλα μου, άνοιξες το παράθυρό σου και μου είπες "Ξέρω ένα μέρος που θα παίζει μόνο αυτό το τραγούδι αν είναι να χαμογελάς, να τραγουδάς και να χορεύεις όπως τώρα", γύρισα σε κοίταξα και πάγωσα για μια στιγμή, μου χαμογέλασες και ο πάγος έλιωσε με μιας "Έχω να πληρώσω τη Δ.Ε.Η" σου απάντησα λες και είχα να σε δω απο χτες το βράδυ που πέσαμε για ύπνο χωρίς να πηδηχτούμε, μου χαμογέλασες ξανά και μου πήδηξες το μυαλό με τη μία, "Ποια Δ.Ε.Η. ρε μαλάκα, στο επόμενο φανάρι ακολούθησέ με" με πρόσταξες κι εγώ σε ακολούθησα χωρίς δεύτερη κουβέντα, είχα πάνω μου τα εκατό ευρώ της Δ.Ε.Η. θα μπορούσα να φουλάρω και να φτάσω μαζί σου ως την άκρη της Γης με αυτά τα εκατό μου ευρώ, φτάσαμε στον Άγιο Παύλο σε ένα σημείο που ποτέ μου δεν ήξερα, πάρκαρα δίπλα σου, ένιωθα αμήχανη μετά απο τόσα χρόνια, δε κουνήθηκα απο το κάθισμά μου, ξαφνικά άρχισε να παίζει το τραγούδι, εγώ έκλεισα τα μάτια και ένιωθα πλήρης εκείνη της στιγμή, ίσως τη μοναδική στιγμή πληρότητας μαζί σου, κατέβηκες, μου άνοιξες την πόρτα, με τράβηξες και με τη μία με σήκωσες και με κόλλησες πάνω σου, άρχισες να χοροπηδάς και να τραγουδάς, άρχισα κι εγώ να τραγουδάω δυνατά μαζί σου, χοροπηδούσα γύρω απο τον εαυτό μου και γύρω απο σένα, και όταν το τραγούδι τελείωσε πέσαμε με την πλάτη στο χώμα και το βλέμμα στον ουρανό λαχανιασμένοι. "Είσαι το ίδιο μαλάκας με τότε, δεν άλλαξες καθόλου" σου είπα και γύρισα το κεφάλι μου και σου χαμογέλασα, "Άλλαξα" μου απάντησες, "Που ρε βλάκα; Στ' αυτιά;" σε ρώτησα, "Παντρεύτηκα" μου απάντησες, σκοτείνιασα μέσα μου απεριόριστα, πέρασαν άπειρες σκέψεις απο το μυαλό μου σε μια στιγμή που ξεκινούσαν απο "... - να... - πως...; - αφού....", σαν να με διάβασες, βίασες με μιας ότι σκεφτόμουν αβίαστα, "Γιατί με έφερες εδώ; Εγώ τη Δ.Ε.Η. πήγαινα να πληρώσω" ρώτησα σαν να μονολογούσα, "Δεν έφυγες ποτέ απο μέσα μου" μου απάντησες, "Σε είχα κλειδώσει στο ντουλάπι της κουζίνας και σε άφησα για πάντα πίσω μου" σου είπα, "Γι αυτό προχώρησα μόνος μου χωρίς εσένα, επειδή ήξερα πως δε θα γύριζες ποτέ σου πίσω κι ας ήξερες πως σε περίμενα" είπες, "και όσο με περίμενες είπες να παντρευτείς" σε διέκοψα, "είσαι εγωίστρια" συνέχισες, σηκώθηκα όρθια σε κοίταξα στα μάτια, ήξερα πως είχες δίκιο, είχες πολύ δίκιο, μα τί σκατά έκανα εγώ μαζί σου εκεί πάνω, στην κορυφή του κόσμου ξύνοντας τις πληγές μου; "Μου έλειψες και ήθελα να σε δω, να περάσω λίγο χρόνο μαζί σου, σε συνάντησα τυχαία"-μα δεν υπάρχει τύχη μωρό μου- "ήξερα πως αν σου τηλεφωνούσα δε θα απαντούσες, με είχες αφήσει για πάντα κλεισμένο στο ντουλάπι της κουζίνας του σπιτιού που άφησες μαζί με τα πάντα σου". Σε κοίταξα στα μάτια με απάθεια. Σε ένιωθα απολογητικό. "Πες μου κάτι" μου είπες. "Είσαι το ίδιο μαλάκας με τότε, δεν άλλαξες καθόλου" σου απάντησα. Σηκώθηκα να φύγω. "Που πας;" με ρώτησες. "Ίσα που προλαβαίνω να πληρώσω τη Δ.Ε.Η."

9.4.14

Consciousness


Πέρασα απο την γειτονιά τις προάλλες. Μετά απο σχεδόν δέκα χρόνια. Το δημοτικό μου σχολείο είναι πια σταθμός του μετρό, "ποιου μετρό ρε μαλάκες" αναρωτήθηκα, η πόλη μου εδώ και μια δεκαετία σχεδόν είναι ένα τεράστιο γιαπί. Γκρεμίζουμε σχολεία για να φτιάξουμε σταθμό του μετρό, ρίχνουμε και μια ταμπέλα πολιτισμού και ανάπτυξης, γεμίζει το κεφάλι μου ερωτηματικά, ποιός πολιτισμός και ποιά ανάπτυξη βασίζεται στο γκρέμισμα των σχολείων και των παιδικών αναμνήσεων; Το οτι δε θέλω να θυμάμαι είναι ένα άλλο θέμα. Είμαι επιλεκτικά αφοσιωμένη στις αναμνήσεις μου, για παράδειγμα την κυρία Βενετία δε θέλω καν να τη θυμάμαι, παιδί οκτώ χρονών ήμουν όταν μπήκα για πρώτη φορά στην τάξη της ως καινούρια μαθήτρια κι εκείνη με αποκάλεσε "φρούτο", εμένα και τη Λίνα, τις δυο καινούριες, μωρή καριόλα, αλλάξαμε σχολείο για κάποιον λόγο, φύγαμε απο κάτι που θέλαμε να ξεφύγουμε πάση θυσία και τα καταφέραμε, χώρισαν οι γονείς μας και αλλάξαμε πόλη, πήγαμε σε μεγαλύτερη για να αποφύγουμε τον ρατσισμό της μικρής, έχασα τον Λεωνίδα, τον πρώτο μου έρωτα κι εσύ μας έβαλες στο τελευταίο θρανίο και μας βάφτισες "φρούτα". Σαπίλα, σαπίλα παντού, μυρίζει ο αέρας χαλασμένο φρούτο, όχι κυραΒενετία, το φρούτο που σάπισε δεν είμαι εγώ. Ό,τι πάνω μου σαπίζει το κόβω και με τον καιρό φυτρώνει ξανά. Υγιή και δυνατό. Αυτά σκεφτόμουν και έπεσα αφηρημένη πάνω σου ήσουν αδύνατη, σχεδόν χτικιάρα, τα μάτια σου απο τη μαστούρα ήταν απλανή και το βλέμμα σου ακαθόριστο. Με προσπέρασες κι έφυγες χωρίς κουβέντα, σε παρατηρούσα καθώς περπατούσες κι έβαλα νόημα στη μέρα μου και σε ακολούθησα για να έχω προορισμό, δεν ήξερα που πας, ίσως να μην ήξερες κι εσύ, αλλά κάπου θα οδηγούμασταν οι δυο μας, δε μπορεί, βγήκαμε στην Παπάφη και στην Κιλκισίου έστριψες στο φωτογραφείο, κοντοστάθηκες και κοντοστάθηκα κι εγώ, έβγαλες κάτι ψιλά απο την τσέπη σου, τα μετρούσες και δεν αντιλαμβανόσουν πως το σώμα σου κουλουριαζόταν και πως τα γόντατά σου λύγιζαν, κόντεψες να πέσεις με το κεφάλι στο πεζοδρόμιο, σε πλησίασα και σε άρπαξα απο τη μέση και σε στήριξα πάνω μου, σε ρώτησα αν είσαι εντάξει, γύρισες και με κοίταξες με το ίδιο βλέμμα σαν να κοιτούσες πίσω απο μένα, "κι εσένα τί σε νοιάζει;" με ρώτησες κι εγώ σου απάντησα "με νοιάζει και με παρανοιάζει" και τότε εστίασες και με κοίταξες στα μάτια με απορία, σου χαμογέλασα, "έχεις μισό ευρώ;" με ρώτησες, "έχω" σου απάντησα, μου άπλωσες το χέρι και σου άπλωσα κι εγώ το χέρι, αιφνιδιάστηκες, σκοτείνιασες, μπορεί και να νόμιζες πως σε κορόιδευα ή σε ειρωνευόμουν, "δεν έχω λεφτά" μου είπες, "ούτε κι εγώ είμαι η πιο πλούσια της γειτονιάς αλλά έναν καφέ κι ένα τοστ έχω για να κεράσω" σου απάντησα και σου έπιασα το χέρι και πήγαμε στον Ηρακλειώτη και καθίσαμε αμίλητες. Ξεκίνησα να σου μιλάω για τη ζωή μου, για τα μπουγέλα που παίζαμε κάθε τελευταία μέρα του σχολείου σε αυτό το πάρκο, έξι χρόνια μπουγέλο απο την πρώτη γυμνασίου μέχρι την τρίτη λυκείου, σήκωσα το αριστερό μπατζάκι μου και σου έδειξα την ουλή στο γόντατό μου, "Ο Αντώνης με έριξε σε αυτή τη λίμνη κι έπεσα με το γόνατο πάνω σε μια πέτρα και πληγώθηκα αλλά δε το κατάλαβα κι έτρεχα σαν κατσίκι και γύρισα στο σπίτι καταματωμένη και η μάνα κόντεψε να τρελαθεί" σου είπα, σου βγήκε ένα αυθόρμητο χαμόγελο κι ένας πνιχτός ήχος, σου χαμογέλασα κι εγώ κι έπειτα δίψασες κι εγώ παρήγγειλα γρανίτες. "Γιατί είσαι τόσο εντάξει με μια άγνωστη" ρώτησες, "γιατί κάνω επανάσταση" σου απάντησα, "είσαι παράξενη" μου είπες και θυμήθηκα τότε στο παγκάκι του Λευκού Πύργου που είχα δώσει την ίδια απάντηση σε 'κείνον που μου χάρισε τα μολύβια μου, "Ξέρω τί εννοείς" σου απάντησα και μετά σωπάσαμε. Ξεκίνησε να βρέχει και κοίταξες για λίγο γύρω σου, "Ανθίζουν όλα" μου είπες και τότε παρατήρησα τα χρώματα για πρώτη φορά εκείνη τη μέρα, "Είναι Άνοιξη σου είπα" κι εσύ κοίταξες τα παπούτσια σου, "φαντάσου τί κάνει η Άνοιξη όταν μπαίνει μέσα μας" συνέχισα κι εσύ μου είπες βιαστικά "πάμε;" Πλήρωσα, σηκωθήκαμε, περπατήσαμε λίγο προς το σπίτι, "χόρτασες τη μέρα σου;" σε ρώτησα, μου απάντησες "Δε θα τη ξεχάσω ποτέ" και σου είπα "Θα ήταν αρκετό να μη ξεχάσεις εύκολα." Σε χαιρέτησα κι έφυγα. "Ε! Πως σε λένε;" φώναξες όταν είχα αρχίσει να απομακρύνομαι. "Ανοιξιάτικη βροχή" σου απάντησα. Χαμογέλασες πλατιά. Το ίδιο κι εγώ.




5.4.14

Inconvenience


Επανάσταση μωρό μου είναι να σε φιλάω όταν σηκώνεις το χέρι σου να με χτυπήσεις και μετά να σου γυρνάω την πλάτη μου και να σε αφήνω να πεθάνεις μόνος. Χωρίς αγάπη, είσαι ήδη νεκρός. Να ξέρεις. Επίσης να ξέρεις πως δε φοβάμαι. Κι ας φοβάμαι μερικές φορές, δε πειράζει μου περνάει. Ανά περιόδους έχω κοντά πόδια, αλλά έχω πάντα ψηλή καρδιά. Μωρό μου.



30.3.14

Weep...




Δεν είχαμε κάνει έρωτα ποτέ μας κι ας ήμασταν μαζί ήδη δύο χρόνια. Τα κορμιά μας είχαν το ανέγγιχτο της αγνότητας. Ξέραμε μόνο να αγαπιόμαστε, να φιλιόμαστε να ερωτευόμαστε και να μην έχουμε ποτέ τίποτα να χωρίσουμε. Ένα βράδυ εκεί που βλέπαμε ταινία και μου πείραζες τη μύτη και γελούσαμε, με κοίταξες και σε κοίταξα διαφορετικά. Κι έτσι έγινε για πρώτη μας φορά. Απλά, αυθόρμητα, ουσιαστικά. Μπήκε ο ένας στο κορμί του άλλου και νομίζω ή έκλαιγα απο ευτυχία ή σου χαμογελούσα απο ευτυχία όταν έπεσες απο πάνω μου ιδρωμένος κι ευτυχισμένος. Πιο ερωτευμένος απο ποτέ. Και μου άρεσε. Και σε ήθελα πάλι και με ήθελες κι εσύ. Το νόημα της ζωής μου ήταν ανάμεσα στα πόδια μου. Το νόημα της ζωής μου ήταν η ένωση. Μαζί σου. Ήταν η πρώτη φορά που απο κορίτσι σου έγινα γυναίκα σου κι εσύ απο αγόρι μου άντρας μου και σε έκανα δικό μου, ήσουν ο πρώτος άνθρωπος που έκανα δικό μου και τότε ξεκίνησα να πληγώνομαι. Πέρασαν καμιά δεκαριά χρόνια απο τότε μέχρι να καταλάβω πως κανένας δεν ανήκει σε κανένα, ως τότε δεν ήξερα, έτσι μου μάθανε, έτσι έκανα, οι ενήλικες τα ήξεραν όλα βλέπεις κι εμείς τα κουτορνίθια, ποιοι, εμείς τα κουτορνίθια, εμείς που τραγουδούσαμε την αγάπη στους δρόμους πιασμένοι χέρι χέρι, και οι ενήλικες μας λέγανε πως λάθος αγαπάμε όταν αγαπιόμαστε ελεύθεροι χωρίς ιδιότητα, "όοοοοχι" επιμένανε οι ενήλικες πρέπει να έχουμε και ιδιότητα και ρόλο γιατί τα πράγματά μας είναι δικά μας και μας ανήκουν, "μα, μαμά, ο Έρωτας δεν είναι πράγμα" έλεγα χωρίς να καταλαβαίνω τότε πως γίνεται ο άνθρωπος να είναι πράγμα αφού ο άνθρωπος νιώθει, αγαπάει, ερωτεύεται, καβλώνει, "έχεις δει ρε μάνα ψυγείο να καβλώνει;" τη ρωτούσα, "όχου, δε καταλαβαίνεις" μου απαντούσε κι εγώ μετρούσα στα δάχτυλά μου πόσα απο τα αντικείμενα που ξέρω έμοιαζαν με 'σένα και άκρη δεν έβγαζα αλλά κάτι θα ήξεραν οι μεγαλύτεροι. Κι εγώ σε αγαπούσα, σε αγαπούσα και όσο σε αγαπούσα τόσο ζήλευα και όσο ζήλευα τόσο πονούσα, αρρώσταινα μέσα μου. Ειδικά τη Μαργαρίτα. Εκείνη τη τσούλα που πάντα μου άρεσε να χαρακτηρίζω και να κατηγοριοποιώ κι ας έμοιαζα κατωτέρου, κι ας ήμουνα κατωτέρου εκείνη τη στιγμή, δε με ένοιαζε, εγώ ήμουν κατωτέρου άλλα εκείνη ήταν τσούλα και σου τριβόταν στα διαλείμματα κι εγώ μάτωνα, έχανα αίμα απο παντού, ακόμα και απο τα ματοτσίνορά μου έτρεχε αίμα γιατί μερικές φορές κοκκίνιζαν όλα. Ένα μεσημέρι στο σχόλασμα κατέβηκες μαζί της τις σκάλες κι εγώ σε άρπαξα απο το χέρι και σε τράβηξα και έκλαιγα και σου έλεγα "Σε μισώ που με πονάς, σε μισώ, σε μισώ, σε μισώ" κι εσύ πόνεσες που σε μισούσα αλλά ήξερες πως δε θα μπορούσα να μη σε μισώ, αθέτησες την υπόσχεση που δώσαμε πως απο τη στιγμή που κάναμε έρωτα θα ανήκουμε ο ένας του άλλου, ξαφνικά δεν ήθελες να ανήκεις κάπου, ξαφνικά δεν ήθελα ούτε κι εγώ, πονάει το να ανήκεις σε κάποιον "αλλά γιατί δε πονάει το ίδιο το ψυγείο" αναρωτήθηκα, "ίσως επειδή δε καβλώνει" αποφάνθηκα, σκεφτόμουν μήπως η τσούλα σε καβλώνει καλύτερα και περισσότερο απο μένα, ειδικά απο μένα που η μόνη γνώση στο να σε καβλώνω ήταν το ένστικτό μου και όχι η γνώση και η εμπειρία μου και, κόντεψα να χάσω τα λογικά μου εκείνη τη στιγμή και τότε κατάλαβα για πρώτη φορά το γιατί εσύ με πλήγωσες ενώ το ψυγείο μου όχι, είναι η κάβλα που πληγώνει, αυτό μας ξεχωρίζει απο τα άψυχα τελικά, η κάβλα. Γι αυτό θεωρείται το να μπεις σε άλλο κορμί απάτη. Επειδή καβλώνεις και απολαμβάνεις χωρίς εμένα. Εκείνο το βράδυ νομίζω μεγάλωσα. Έτσι νομίζω. Γαμήθηκε ότι αγαπήσαμε με πάθος. "Το γαμήσι και ο έρωτας δεν είναι το ίδιο;" με ρώτησες." Όχι μανάρι μου. Δεν είναι το ίδιο. Η διαδικασία είναι η ίδια." σου απάντησα και αναρωτήθηκα τί κάθομαι και λέω σε κάποιον που δε ξέρει τη διαφορά του έρωτα απο το γαμήσι απο μόνος του και τί να εξηγήσω. Σε κοίταξα στα μάτια. Οι μπάτσοι περνούσαν απο δίπλα μας όπως τότε που παντρευτήκαμε. Τίποτα δεν ήταν το ίδιο πέρα απο τους καπνούς και το χρώμα. Ούτε εσύ. Ούτε καν εγώ. Γύρισα την πλάτη μου κι έφυγα. Δε σε ξαναέψαξα ποτέ.


23.3.14

Πέντε, Τρία εικοσιένα


Τρέχαμε μιλιούνια μες στην Τσιμισκή με τα χέρια πλεγμένα απο τα μπράτσα και φωνάζαμε συνθήματα αγάπης και θυμού και απο τα στενά χυνόταν ο κόσμος πάνω μας και έδενε τα μπράτσα του στα δικά μας. Απο ψηλά δε μοιάζαμε με ανθρώπους, μοιάζαμε περισσότερο με ιδέα πιασμένη αγκαζέ. Ήμουν ευτυχισμένη γιατί στις πορείες ήμουν πάντα η εγώ που δεν υπήρχε τις καθημερινές στο σχολείο γιατί η άλλη εγώ είχε όνομα και ιδιότητα και την έβαζα μπροστά γιατί η εγώ εγώ ήταν φωνακλού και έβραζε το στήθος της απο θυμό. Πόσο σε αγαπούσα τότε, αντί για τα ξενέρωτα στέκια με έβγαζες σε πορείες και αυτό ήταν το μυστικό μας απο όλους τους άλλους στο σχολείο. Χτυπούσες το κουδούνι, άνοιγε η μάνα, "Καλησπέρα κυρία Έλλη ήρθα να πάρω τη Μαρία" μας έβαζε μπουκαλάκια νερό στο σακίδιο, κασκόλ και μια ευχή. Φοβόταν η μάνα. Της έλεγα να μη φοβάται, πως τα χρόνια άλλαξαν απο την εποχή της και δεν είναι τόσο επικίνδυνα όσο τότε αλλά δεν ήξερα την τύφλα μου στην πραγματικότητα, γιατί τα χρόνια δεν άλλαξαν ποτέ κάποια πράγματα ενώ ταυτόχρονα τα πράγματα άλλαξαν πολύ και ήταν πιο σκληρά απο τότε. Θυμόταν το 1992 στης 14 Φλεβάρη τότε που με πήρε η μάνα απο το χέρι και κατεβήκαμε στην πορεία στην Αριστοτέλους με το ένα εκατομμύριο κόσμο που φώναζαν οργισμένοι αλλά μύτη δεν άνοιξε. Ακόμα και σήμερα έχει να τη θυμάται ακόμα εκείνη την πορεία. "Θυμάσαι Μαρία, μικρούτσικο ήσουν" μου έλεγε, "Τί μικρούτσικο ρε μαμά γυμνάσιο πήγαινα" της έλεγα εγώ, "μικρούτσικο ήσουν" επέμενε, και στα τριάντα πέντε μου ακόμα "μικρούτσικο" με φωνάζει. Εκείνο το απόγευμα που ήρθες να με πάρεις είχε μαγειρέψει μπάμιες με κοτόπουλο στο φούρνο "καθίστε να φάτε πριν φύγετε" μας είπε κι εσύ απο ευγένεια ήσουν έτοιμος να φας της μπάμιες της μαμάς, σε γλίτωσα στο τσακ πριν σου στρώσει τραπέζι, "Μανούλα μου έχουμε ραντεβού με τα παιδιά" της είπα κι εκείνη απάντησε "Να μην αργήσετε τότε, θα σας κρατήσω τις μπάμιες για μετά", εσύ με κοίταξες απελπισμένος, σου έκανα νόημα πως αφού αγάπη μου δεν ήθελες μπάμιες, μπάμιες δε θα έτρωγες ποτέ, ούτε εγώ θα σου μαγείρευα όταν θα παντρευόμασταν και απ' όσο θυμάμαι ήταν η πρώτη υπόσχεση που σου είχα δώσει στα ψέματα αφού δεν είχα σκοπό να σε παντρευτώ ποτέ, ούτε εσένα ούτε κάποιον άλλο, αλλά αν παντρευόμουν ποτέ εσένα θα ήθελα. Κατεβήκαμε την Καυταντζόγλου, βγήκαμε Λ. Στρατού και λίγο μετά την Δ.Ε.Θ. ενωθήκαμε με τους άλλους και κατηφορίζαμε προς την Αριστοτέλους, και φωνάζαμε συνθήματα που άλλοι γράφανε σε τοίχους, με ανέβαζες στους ώμους σου να φωνάζω δυνατά, κατέβαζα το κεφάλι μου και σου χαμογελούσα ήμουν τόσο ερωτευμένη όταν σε κοιτούσα, μου έπιανες το ένα χέρι σφιχτά και το άλλο σου το χέρι ήταν μια γροθιά, "Εμείς θα αλλάξουμε τον κόσμο μωρό μου" μου έλεγες κι εγώ σε θαύμαζα, σε θαύμαζα, σε θαύμαζα, "Εμείς θα αλλάξουμε τον κόσμο" σου απάντησα, κάποιος απο δίπλα μας άκουσε και φώναξε δυνατά "Εμείς θα αλλάξουμε τον κόσμο!" και η υπόσχεσή μας έγινε σύνθημα. Κάπου στην Αγίας Σοφίας τα πράγματα έγιναν μαύρα και κόκκινα. Με άρπαξες και αρχίσαμε να τρέχουμε, "Απο δω!" μου είπες και μπήκαμε στην Κομνηνών και κοντέψαμε να εγκλωβιστούμε γιατί έπρεπε να βγούμε επάνω προς Εγνατία και βγήκαμε στη Νίκης κι απο εκεί περάσαμε απέναντι και χαθήκαμε με τους άσχετους και τους περαστικούς. Με φίλησες. Με φίλησες πολύ εκείνο το βράδυ. Οι μπάτσοι περνούσαν κι εσύ με φιλούσες μέσα στους καπνούς και τότε σου είπα "δε θέλω να σε παντρευτώ ποτέ αλλά θέλω να μείνω μαζί σου για πάντα", μου είπες " Θα είμαι ο Άντρας σου και θα είσαι η Γυναίκα μου", "απο αυτή τη στιγμή κι όλας θα είσαι ο Άντρας μου" σου είπα, "Ελπίζω να μη μου μαγειρέψεις μπάμιες" μου είπες και γέλασες δυνατά και γέλασα κι εγώ, παντρευτήκαμε οι δυο μας εκείνο το βράδυ και γύρισα σπίτι παντρεμένη. Δε πέρασε ο χρόνος και χωρίσαμε. Ένα βράδυ πάλι. Σε μια πορεία.