6.6.13

Passers


4.6.13

Wonderland


Δεν έχω γράψει κάτι πέρα απο ερωτόλογα για σένα. Τρυφερά και απαλά. Κλείνω τα μάτια και βλέπω εικόνες, εικόνες φωτεινές, χρωματιστές και ομιλούντες. Μου λείπει να τριγυρίζεις μέσα στα πόδια μου σαν ζουζούνι πολύχρωμο που κάνει θόρυβο, μου λείπει να κουρνιάζεις στο πλάι μου, μου λείπει να κουλουριάζεσαι γύρω μου σαν αγνή ενέργεια... 




...σε τοποθετώ
 εδώ
κι εδώ
κι
εδώ... 


20.5.13

Persecution



Οι σκέψεις μου είναι μαύρα πουλιά που κατασπαράζουν τις αναμνήσεις και τον λογικό μου νου.
Παλεύω μαζί τους και γεμίζω μαύρα πούπουλα πάνω μου κολλημένα σαν αρρώστια. 
Πέρα απο τα όρια της ζωής μας, δεν υπάρχει κόσμος, δεν υπάρχει χώρος, μήτε χρόνος.
Απλωμένο το Τίποτα και το Πουθενά πάνω απο το καυσαέριο των αναστεναγμών μας. Πλέγματα σε αναθεματισμένες στιγμές υπερφορτωμένες με ηλεκτρικό φορτίο αυτοκαταστροφής.
Μίλα μου, μέλωσέ μου τα λόγια σου, κάνε απ' τις πληγές μου να τρέχει νέκταρ αντί για αίμα μπας τη βγάλω καθαρή και σήμερα.
Παντού απλωμένο το άρωμα της απόγνωσης της απουσίας.
Σκέψεις τόσο θλιμμένες, ξαπλώνουν στο κεφαλόσκαλο απελπισμένες.
Σήμερα που γύρισα τις είδα να κοιμούνται πάνω σε σακβουαγιάζ γεμάτα σκόνη παρελθόντος.
Ζητάω ζωή. Μια χαραμάδα φως. Με λένε Λύπη. Οι διωγμοί με φέρνουν πιο κοντά στο όνομά μου.


18.5.13

Dots



Και τώρα οι δυο μας. Εγώ κι εσύ. Δε θέλω να μιλήσω για σένα. Δε μου αρέσει να μιλώ για άλλους. Μοιάζει σαν κρίνω ζωές. Δε θέλω να μιλάω ούτε για μένα. Μοιάζει εγωιστικό. Θα ήθελα να μιλήσω για την Αγάπη δίχως όρια, μα είμαι μια μικρή θνητή κουκίδα. Και μαζί με τις υπόλοιπες κουκίδες της ανθρωπότητας, προσπαθούμε να λύσουμε απλά τις διαφωνίες μας πάνω σε ζητήματα με νόημα και ουσία. Το αν κάποιος είναι μεγαλύτερη κουκίδα απο κάποιον άλλο, δε τον απαλλάσσει απο το βάρος της ύπαρξής του. Κουκίδες. Μικρές, στοιχισμένες, με χρώμα ή όχι, κουκίδες. Τοποθετημένες σε σειρά τυχαίας συμπτωματικής κατάστασης. Προδομένοι και προδότες πλάι πλάι. Γύρεψε το σάλιο σου τώρα να ξοδέψεις μερικές σκέψεις σπαζοκεφαλιάζοντας...


3.5.13

Von Anfang



Πόσα Αντίο μου απομένουν να ξοδέψω; Θα χαλάσω το ένα απο αυτά για να με ξεφορτωθώ. Τόσοι μήνες στα σκοτάδια και γεννήθηκα πολύχρωμη. Τώρα που έφυγε η ντεθίλα απο πάνω μου και απο μέσα μου, θα έρθω να σου συστηθώ απο την αρχή. Με λένε Μαρία. Θα σ' αγαπάω απο την αρχή. Θα δεις τα μάτια μου και θα αναγνωρίσεις την άυλη μου ύπαρξη. Θα μ' αγαπάς κι εσύ απο την αρχή. Κι έτσι κάθε Άνοιξη θα συστηνόμαστε ξανά. Θα ερωτευόμαστε με πάθος μέχρι κάθε επόμενη Άνοιξη που θα ξαναερωτευτούμε. Ντρέπομαι να σου πω πως σ' ερωτεύτηκα απο την αρχή. Θα με πάρεις στο ψιλό και θα συνοφρυωθώ πάλι θα χτυπήσω το πόδι στο πάτωμα, θα σταυρώσω τα χέρια μου κάτω απο το στήθος μου και θα σου γυρίσω τον κώλο μου ενώ θα κουνιέμαι πάνω κάτω σαν σεισμός τεκτονικός. Θα γελάς και θα με πειράζεις στον ώμο κι εγώ θα κάνω νάζια, θα κουνιέμαι κι άλλο πάνω κάτω κι εσύ θα εστιάσεις στους γοφούς μου· τελικά το ξέρω πως κοιτάς τον κώλο μου όταν κουνιέμαι έτσι. Μάης μπήκε, χαμπάρι δε πήρα πότε απαλλάχτηκα απο τα χειμωνιάτικα, ήμουν απορροφημένη στο να σου κουνιέμαι. Μα περισσότερο απολαμβάνεις όταν γίνομαι η ίδια σεισμός κι εγώ απολαμβάνω όταν έρχεσαι απο πίσω μου και βάζεις τα χέρια σου γύρω μου, τις χούφτες σου στα στήθη μου και το μάγουλό σου πάνω στην πλάτη μου. Και φωλιάζεις ακίνητα ανάμεσα στις ωμοπλάτες μου. Δεν είμαι σαν τις άλλες που έζησες εγώ. Εγώ είμαι ξελογιάστρα και κουνίστρω, έτσι μ' έλεγε η γιαγιά όταν ζούσε. Θυμάμαι τόσο το "η σωστή γυναίκα, πρέπει να είναι νοικοκυρά στην κουζίνα της, κυρία στο σαλόνι της και πουτάνα στο κρεβάτι της" που νομίζω πως θα το πω κι εγώ στη δική μου κόρη για να μη χαθεί ο ήχος της γιαγιάς στο υποσυνείδητό μου. Εγώ, δε φοβάμαι να ξοδεύω τα αντίο μου. Εμένα, δε με νοιάζει να στραπατσάρω τις εικόνες μου γκρεμίζοντας τες σε κενά. Έχω τα τσιγάρα της απελπισίας κρυμμένα στο πρώτο συρτάρι. Δε ξέρω τί θα έκανα χωρίς αυτά. Θα ένιωθα να στάζω απελπισμένα και να ξοδεύομαι. Ευτυχώς υπάρχουν και ξεφυσάω απελπισίες μπλεγμένες με πίσσα και νικοτίνη. Νυστάζω τα μάτια μου. Κοιμήθηκα δίχως να θυμάμαι το που και το πως και ξύπνησα λίγο πριν τις οκτώ στα κρυφά. Μου αρέσει να βάζω τα δάχτυλά μου στον αφαλό μου και μετά απο εκεί μέσα στα σπλάχνα μου. Και ανάλογα με τη διάθεσή μου να ξεριζώνομαι ή να θεραπεύομαι. Σήμερα θέλω αγκαλίτσες και φιλάκια πριν το πρωινό ξύπνημα. Έτσι για να γίνω χαζορομαντική και γλυκανάλατη σαν όλες εκείνες που κρίνω παρομοίως. Καμιά φορά μου αρέσει να γίνομαι κάτι απο αυτό που απεχθάνομαι μόνο και μόνο για να επιβεβαιώνω την επιλογή μου να μην είμαι. Σε περίπτωση λάθους οι αλλαγές δεν γίνονται αποδεκτές... 


πόσο αλλόκοτο
μου φαίνεται
τόσο
χρώμα...

14.4.13

Entschuldigung



Για να κερδίσω κάτι, χάνω κάτι άλλο. Σαν κατάρα εκ γενετής. Μου λείπει το χρωμόσωμα της ισορροπίας και πάντα πέφτω όταν θέλω να σταθώ ανάμεσα σε αυτό που θέλω και σε αυτό που επιβάλλεται. Δε μπορώ να πω πόσες φορές γκρεμίζομαι στο ένα ή στο άλλο. Έτσι δε μπορώ να καταλήξω στο αν είμαι επιρρεπής ή συνεπής. Μπουμπούνιζε, άστραφτε κι έβρεχε πολύ όταν έπεσα να κοιμηθώ στις οκτώ και τέσσερα το πρωί. Είχα να νανουριστώ με τέτοια μουσική απο πρόπερσι. Δε κοιμόμουν στ' αλήθεια, ο ένας εαυτός μου έμεινε με τα μάτια ανοιχτά να μου περιγράψει τις εικόνες και τους ήχους. Μάλλον γι αυτό αναστέναξα άτσαλα και γέμισαν τα τζάμια υδρατμούς. Οι επιθυμίες μου, μου πάνε κόντρα και ο καιρός λιγοστεύει· στιγμή στιγμή πλησιάζω στο τέρμα και παθαίνω κρίσεις πανικού. Σπαταλάω τα όνειρά μου σε πεζοδρόμια βρώμικα. Πουλάω σκέψεις με το κιλό κι επιβιώνω όπως όπως. Θα πουλήσω πρώτα εκείνη που όταν έρχεται μου γαμάει τον ύπνο και ξενυχτάω κουρελιασμένη. Και τα χαράματα σηκώνομαι να κλείσω τα πατζούρια μέχρι την τελευταία γρίλια και κοιμάμαι. Και η σκέψη μεταμορφώνεται σε εφιάλτη και μου τρώει τα μάτια. Και πετάγομαι όρθια και ιδρωμένη, το δωμάτιο είναι θεοσκότεινο, δε βλέπω τίποτα, ουρλιάζω, βάζω τα χέρια μου πάνω στα μάτια μου να δω αν τα μάτια μου είναι στη θέση τους. Ανάβω το πορτατίφ να ελέγξω τις αισθήσεις μου και μετά το κλείνω και κοιμάμαι πάλι. Αυτό που μέσα μου γεννήθηκε άγριο, μέρα με τη μέρα αγριεύει και μου δημιουργεί μια ρυτίδα ανάμεσα στα φρύδια. Την πιάνω, την τεντώνω, την καλοπιάνω για να φύγει· δε θέλω να γεράσω θυμωμένη. Οι θυμωμένες γυναίκες γίνονται άσχημες γριές. Εμένα μου αρέσουν οι άλλες οι γριές, οι στρουμπουλές, με τα μάτια τα ευγενικά, τα γεμάτα φως μάτια, που το δέρμα τους τσιτώνει πάνω στα ροδαλά τους μάγουλα. Αυτό που απο μέσα μου με τρώει, μόλις άλλαξα δεκαετία κι έγινα τριάντα ξεκίνησε να με κατασπαράζει. Δε φταις εσύ, μην ταυτίζεις τους καιρούς. Τέσσερα χρόνια τώρα ξεμένω απο άκρα και απο σπλάχνα και μοιάζω άσπλαχνη αλλά δεν είμαι, αλήθεια δεν είμαι, τεστάρω τις αντοχές μου κάθε φορά που μπαίνω στο μπουρδέλο και γίνομαι πόρνη για δώδεκα ευρώ τη βραδιά. Τα Σάββατα πληρώνομαι διπλά· παράπονο δεν έχω. Ο νταβατζής μου είναι χουβαρντάς και ανοιχτοχέρης. Και ταΐζει το μυαλό μου σκατά με γεύση φράουλας. Με όλες τις πουτάνες του ο ίδιο κάνει. Κι έτσι, όταν η βάρδια τελειώνει λέμε "...και δόξα τον θεό που έχουμε αυτά που έχουμε" Και στο τέλος μας μένει απλά μια ξεχειλωμένη τρύπα. Που όταν το τίποτα θα απομείνει να ευγνωμονούμε, τότε η τρύπα θα μετακομίσει στο κεφάλι. Εκεί, ανάμεσα στα φρύδια μου. Δίπλα στη ρυτίδα που την πιάνω, την τεντώνω και την καλοπιάνω για να φύγει...

...θα ονειρευτώ
πρίγκηπες σωτήρες...

11.4.13

Deeds


Περνάς απο μπροστά μου, στέκεσαι στο διπλανό κάθισμα, κάθεσαι και ποντάρεις κατινίστικα στην απολογία μου. Κι εγώ νιώθω τον μηρό σου να ακουμπάει πάνω στον δικό μου σαν τοίχος που παθαίνει αδιάφορες ανατριχίλες. Με κοιτάς στα μάτια δήθεν λοξά, αλλά κατάματα λέγεται αυτό αν δε το ξέρεις. Πετάγεσαι τρομαγμένος στον ήχο της αναγγελίας της επόμενης στάσης: "Επόμενη στάση - next stop Θεσσαλονικιά". Ποιος ξέρει τί σκεφτόσουν και σε διέκοψε. Στη μεθεπόμενη στάση κατεβαίνω. Θα περάσω απο τον μανάβη να πάρω μια καρδιά μαρουλιού να την αντικαταστήσω με τη δική σου στη μνήμη μου. Τρυφερή, μαλακή, ζουμερή. Με ένα αίσθημα πικρίλας στο τέλος. Μεγάλωσες νομίζω. Κι εγώ μεγάλωσα, βλέπεις; Και απο σήμερα αποφάσισα να πίνω δάκρυα λιγότερες μέρες τη βδομάδα, έτσι θα φτιάξει η διάθεσή μου, έτσι μέχρι το καλοκαίρι θα είμαι γκομενάρα και θα φοράω το στρίνγκ μαγιό μου απενοχοποιημένα. Προς το παρόν πονάει η μήτρα μου. Είναι η μέρα της απόξεσης του ωαρίου. Σε πέτυχα πάλι να πηγαίνεις κόντρα στους φόβους σου. Πες την αλήθεια, δε φοβήθηκες για μια στιγμή μη σε θυμηθώ και σου μιλήσω; Δεν το ευχήθηκες ταυτόχρονα; Ανώμαλος είσαι τελικά. Και δεν ξέρεις πως να χειριστείς αυτό που θες. Ή δεν ξέρεις πως να μάθεις να θέλεις αυτό που χρόνια χειρίζεσαι. Σε λοξοκοίταξα. Και μετά γύρισα να σε δω  στα ίσια στο πρόσωπό. Πού πήγαν οι βλεφαρίδες σου; Τα χείλη σου πως πίκραιναν έτσι; Και φαντάσου, κάποτε ερωτεύτηκα το είναι σου. Και τώρα απλά τα μάτια σου είναι δυο μαύρες τρύπες. Ούτε καν δηλαδή...





...μη φοβάσαι ρε μαλάκα...
ποτέ δε γυρίζω σε κάτι
που απέρριψα...