14.5.12

Monstra


" Όποιος δε φοβάται το πρόσωπο του τέρατος πάει να πει ότι του μοιάζει. Και η πιθανή προέκταση του αξιώματος είναι να συνηθίσουμε τη φρίκη. Να μας τρομάζει η ομορφιά. Ο Φρανκεστάιν έγινε πόστερ και στολίζει το δωμάτιο ενός όμορφου αγοριού. Από την ώρα που ο Φρανκεστάιν γίνεται στόλισμα νεανικού δωματίου, ο κόσμος προχωράει μαθηματικά στην εκμηδένισή του. Γιατί δεν είναι που σταμάτησε να φοβάται, αλλά γιατί συνήθισε να φοβάται."

Μάνος Χατζιδάκις
Κυριακή 30 Ιουλίου 1978
Καληνύχτα Κεμάλ..
Αυτός ο κόσμος
δε θα αλλάξει
ποτέ...
Καληνύχτα...

10.5.12

Dico me sic

Εσύ είπες να βρέξει
 σήμερα που έβαλα τα 
καλοκαίρια  
στα πόδια μου...


...και αύριο θα
φορέσω 
κι άλλα...

7.5.12

Incipientibus


Απαρχή ζωής λέγεται. Σταμάτα-ξεκίνα. Πρώτη-Νεκρή. Μποτιλιαρισμένη σε φανάρι του περιφερειακού λίγο πριν την έξοδο Ευόσμου μεσημέρι Παρασκευής. Πρώτη-νεκρή. Τρέχω μπρος πίσω να προλάβω το φανάρι μη μου ξεφύγεις και σε χάσω. Πρώτη-νεκρή. Θα μείνω με το πρόσωπο χωμένο στη Γη. Γυρισμένη μπρούμυτα με την κοιλιά μου στο έδαφος. Από τον αφαλό μου θα απελευθερώνω όλη μου την ύπαρξη να βυθίζεται στη Γη μέχρι τα σωθικά της να αποθηκεύσουν τη μνήμη μου. Ανάλωση και κατανάλωση δικαιωμάτων. Οι ρόλοι τακτοποιημένοι και συγκεκριμένοι. Ο καθένας με έναν από αυτούς ανάλογα με την πτυχή που έχει να παρουσιάσει ανά περίπτωση. Πρώτη-νεκρή. Είμαι άνθρωπος. Δυο χέρια, δυο πόδια, δυο μάτια, δυο αυτιά, δυο φρύδια, δυο ζευγάρια βλεφαρίδες, δυο ρουθούνια. Μύτη μία. Όλα στη θέση τους. Και αν καμιά φορά κουτσαίνω είναι επειδή συμβαίνει να νιώθω πως γεννήθηκα με ένα πόδι και δε μπορώ να σε στηρίξω. Και όταν δεν σε φτάνω, είναι που έχω μόνο ένα χέρι και πρέπει να ισορροπώ. Απαρχή ζωής. Σταμάτα-ξεκίνα. Πρώτη νεκρή, πρώτη-νεκρή, πρώτη-νεκρή- νεκρή, νεκρή, νεκρή, νεκρή, νεκρή, νεκ…………




Έχω στην κατοχή
μου δυο
μικρά πορτοκαλί
κοχύλια.

29.4.12

've custodierunt quiete

Ήχοι μονότονοι με προσδιορισμό αορίστου. Πιάσε κόκκινο μη χαθούμε πάλι. Μπορείς να μιλάς, να μιλάς, να μιλάς δίχως να ακούω λέξη. Πιάσε με κι έπειτα θα νιώσεις υγρασία ανάμεσα στα πόδια σου. Αλήθεια. Θα χαθώ σαν σταγόνα που χύθηκε ανάμεσα στα πόδια σου. Άτεκνες σκέψεις που σταματούν σε τελεία. Δεν αναπαράγονται. Μουγκές λέξεις στη νοηματική να προφέρουν επιχειρήματα εξουσιοδοτημένα. Αγγίγματα συρματοπλέγματος με πληγές αιμορραγικές.Θησείο-Πλάκα- Καραμπουρνάκι. Απομεινάρια μιας διαδρομής ατελέσφορης. Κοιτάζω ασκαρδαμυκτί το σώμα σου και πιάνομαι από λογής-λογής γράμματα που κρέμονται από το πουθενά στο πουθενά. Αποστολή δεν εξετελέσθη. Απόρριψη προγράμματος. Λυγμός. Που είσαι; Λυγμός. Κι έπειτα; Θα ξεκινήσει πάλι να βρέχει; Υπόσχομαι.





Αποσιώπηση
άδοξης
άμορφης
πράξης.

22.4.12

comitatu vestigia



Καμιά φορά στέκομαι όρθια πλάι στις γραμμές του τρένου και  χαζεύω αυτούς που έρχονται και αυτούς που φεύγουν.  Στέκομαι όρθια πάνω στα πόδια μου και οι πατούσες μου διαμαρτύρονται καθώς λιώνουν μαζί με τις σόλες από τα σανδάλια μου. Σταμάτησε να βρέχει. Τα μάτια μου πονάνε από τον πρωινό ήλιο αλλά δε θα το βάλω κάτω, θα τυφλωθώ πριν με τυφλώσει εκείνος. Κι έπειτα ίσως καταφέρω να σε γνωρίσω χωρίς μάτια- νομίζω πως έτσι θα σε αγαπήσω από την αρχή. Περιμένω μερικές ηλιόλουστες μέρες για να καταφέρω να διώξω τον χειμώνα από το τζάκι μου μήπως και ζωντανέψουν ξανά από την αρχή τα λουλούδια μου. Χάνομαι - χάνομαι σου λέω δεν ακούς; - μέσα σε χρώματα πανσέδων και κρίνων. Περιμένω μερικές σταγόνες ζωής να πέσουν πάνω στη βουκαμβίλια μου μήπως μου βγάλει και φέτος μερικά κόκκινα άνθη αλλά δε ξέρω αν θα με ερωτευτεί όπως και πέρσι. Περνάνε μερικά χιλιόμετρα πιο κάτω και πιο πάνω και τσαφ-τσουφ-τουυυυυυυυυ- φτάνω πέρα από τα όρια μου. Στο σπίτι επικρατεί μια ησυχία απαλή σαν πρωινό ξύπνημα κυήματος. Κάτι έχει αυτή η πόλη. Σκοτώνει όσους την αγάπησαν με πάθος. Κι εσένα που σε αγάπησα ολότελα, φοβάμαι μη σε καταπιεί η πόλη μου. Μεγάλοι, σπουδαίοι, ερασιτέχνες, όλοι χάνονται στο αδηφάγο της ξελόγιασμα. Κι εγώ η πιο ερασιτέχνης ερωμένη μπορώ μόνο τα μάτια σου να αγγίξω χωρίς να πληγώσω το υπόλοιπο σώμα σου. Το ρολόι του σταθμού στο δοκάρι του τοίχου έχει ακόμα χειμερινή ώρα κι εγώ περιμένω να έρθει καλοκαίρι. Ψέματα. Μια ψευδαίσθηση πόνου είναι η φετινή Άνοιξη γιατί ο χειμώνας που πέρασε μου άφησε κάτι εγκαύματα στην πλάτη από το κρύο. Λιώνω, λιώνω σου λέω, κάθε φορά που οδηγώ προς το σπίτι χωρίς λόγο επιστροφής. Μια παύση τσιγάρου θα κάνω μήπως και καταφέρω να ρουφήξω λίγο παραπάνω αέρα και τελικά δε πνιγώ μέσα στο σώμα που κατοικώ και ήδη ενηλικιώθηκε. Το σώμα μου ενηλικιώθηκε. Εγώ να δούμε πότε…


Μπορώ και γράφω
τις ίδιες 
λέξεις με άλλη
 σειρά μέχρι
 να αποσιωπήσω
το φόνο που 
διέπραξαν
τα όνειρά μου
 στο ανέγγιχτο
 για αιώνες σώμα μου

11.4.12

incipientibus



Καμιά φορά απλώνω τα χέρια και πιάνω το Σύμπαν, ταξιδεύω σε νότες, γίνομαι μουσική, πλάθω κομμάτια που κάτι σου θυμίζουν ή δε σου θυμίζουν ανάλογα με τις αφορμές που το σώμα σου καλεί να χρησιμοποιήσει για να ξεκάνει τη λήθη. Γιορτάζω τον θρίαμβο μέσα μου, εκείνον του πρώτου φθόγγου της φωνής σου κι αναπαύομαι εν ειρήνη κάτω από το κόκκινο μου πάπλωμα. Μεγάλωσα, αλήθεια σου λέω, μεγάλωσα, πάνω από έναν χρόνο μεγάλωσα κι έπεσα από τ’ αστέρια που κρατούν οι αστροναύτες στα χέρια τους λίγο πριν κλειδωθούν για πάντα στο Άπειρο. Φεύγω, φεύγεις, φεύγει. Φεύγουμε, φεύγετε, φεύγουν. Φυγή. Με κεφαλαίο φί όπως της αρμόζει αυτής της λέξης. Και όταν θα ξαναγυρίσω, ξαναγυρίσεις, ξαναγυρίσει, ξαναγυρίσουμε, ξαναγυρίσετε, ξαναγυρίσουν, ίσως να μην υπάρχει τίποτα πια πέρα από σκόνη, μα τι θα γινόταν άραγε αν ήτανε χρυσόσκονη; Θα μαζεύαμε σαν κλέφτες με τις χούφτες μας τα απομεινάρια της προηγούμενης στάσης μας. Ξεχασμένη από όλους στο παγκάκι της απόμερης ευτυχίας της ζωής μου-τι καλά με αφήσατε όλοι ήσυχη επιτέλους!- περιμένω το επόμενο λεωφορείο που σύμφωνα με τις πληροφορίες μου θα καθυστερήσει μερικές ζωές ακόμα, αλλά ποιος βιάζεται; Με βήματα αργά και σταθερά θα κατοικίσω στη φωνή σου κάποιες Τρίτες ξημερώματα μόνο και μόνο για να θυμάσαι να μη ξεχνάς πως η ζωή που αφήσαμε πίσω μας μοιάζει με σκόνη αλλά μπορεί και να μην είναι…


Το πρωί χτένισα
τις βλεφαρίδες μου
και τώρα δε
λένε να μπλεχτούν
μεταξύ τους μήπως
και καταφέρω τελικά
να κοιμηθώ για να
ψάξω την πραγματική μου
πραγματικότητα μέσα
στα όνειρά μου…




6.4.12

inclementer

Εθνοσωτήρες  του κώλου, αν πεθάνουν οι παππούδες και οι πατεράδες μας πριν την ώρα της Φύσης, πως θα μεγαλώσουμε χωρίς ρίζες το δέντρο της ζωή μας; Αϊ σιχτίρ πια ανθρωπίσκοι της μιζέριας, υπερόπτες του άφοβου, που αρνείστε να ζητήσετε ταπεινές συγνώμες , χρωστούμενες πριν τη γέννησή μου. Ανίδεοι νεοπλουτισμένοι εξουσιαστές στις πλάτες αυτών που σας συντήρησαν. Τα ζώα προσβάλλονται όταν σας αποκαλούν με το όνομά τους, γιατί τα ζώα ρε ανθρωπόμορφα ανδρείκελα, δε δαγκώνουν το χέρι που μια ζωή τα ταΐζουν…





Καλό ταξίδι
σε όσους γυρίζουν
τις πλάτες τους
στο μέλλον
της ανέχειας, άνευ
ηλικίας και
 ειδικότητας