6.7.11

Εδώ

Είμαι λίγες στιγμές πριν τα εκτατό μου χρόνια. Το πρόσωπό μου έχει βαθιές ρυτίδες αδυμονικής κατάθλιψης και μπορώ να αποθηκεύσω αέρα για να εξατμίζει την περίοδο υγρασίας του προσώπου μου που περνάω εδώ και εβδομήντα επτά χρόνια. Μετράω αντίστροφα. Μόνο έτσι μπορεί το λογικό μου να καταλάβει γιατί τα οστεοπωροτικά μου κόκκαλα σπάνε πάνω στις σκάλες. Έχω γεμίσει πληγές, νόμιζα πως τα κουνούπια μου ρουφούν το αίμα αλλά δεν είναι αυτά. Είναι στιγμές απεγνωσμένης α-μοναξιάς που δεν έχω, ακόμα και αν βρεθώ εκτός πλανήτη. Στιγμές Βαμπίρ με κατατρώνε και τα βράδια- τελικά μόνο σε αυτόν τον καναπέ με πιάνει βήχας˙ στο κρεβάτι του Μάριου που κοιμήθηκα την Κυριακή δεν έβηξα. Ο μαλάκας με ξύπνησε μόνο πρωί πρώι και το είχα πει στον μπαμπά πως είμαι φωτοφοβική και ξυπνάω μόλις χαράξει κι όντως έτσι έγινε και πήγα και ξύπνησα τον Χάρη το ξημέρωμα να κοιμηθώ στο κρεβάτι του.
Η ζωή μου αναταράσσεται, τρέμει από τον πυρήνα της προς τα έξω, ο σεισμός ξεκίνησε ίσα να είναι αισθητός και κάθε επόμενος γίνεται αισθητός και μου προκαλεί εμετό από το κούνημα. Παρατηρώ τον εαυτό μου να γκρεμίζεται από τα πόδια προς το κεφάλι σαν να βουτήχτηκα σε υγρό άζωτο και με μάτια γουρλωμένα κοίταξα τον παράμεσο να απελευθερώνεται από τον αντίχειρα μιας αόρατης στιγμής και με έναν μεταλλικό ήχο ο παράμεσος να προσγειώνεται στον αστράγαλό μου. Και όλα όσα με κόπο διεκδίκησα για ζωή, έγιναν κομμάτια εαυτού διάσπαρτα και αν χάσω ένα, χάνω ολόκληρο το Είναι μου. Βουτάω τα μάτια μου μέσα στο κρανίο μου και κοιτάζω τον εγκέφαλό μου, σκεπτόμενη πως όλη η ζωή μου, οι αναμνήσεις μου, τα βίτσια μου, οι επιθυμίες μου, τα όνειρά μου, οι σκέψεις μου, οι εικόνες μου, τα ακούσματά μου, οι αναμνήσεις του κορμιού, βρίσκονται μέσα σε αυτή την μαλακή ουσία από ιστούς και νερό.
Θέλω να πάρω έναν σάκο και τα δύο μου μάτια στα χέρια και να φύγω για όσο καιρό χρειάζομαι, απο τα εκατό μου να επιστρέψω στα τριάντα δύο μου μισό. Νιώθω εγκλωβισμένη που δε μπορώ να βρεθώ πουθενά μόνη μου, ακόμα και μέσα σε ένα τεράστιο σύμπαν, αισθάνομαι να μεγαλώνω δύο φορές πιο γρήγορα και κουράζομαι πιο εύκολα γιατί δεν έχω μέρος να μείνω μόνη μου. Έχω έναν γίγαντα στο κεφάλι μου μέσα που προσπαθεί να αποδράσει σπάζοντας τα οστά του κρανίου μου κάθε βράδυ λίγο πριν ονειρευτώ και πονάω αφόρητα και ματώνει η μύτη μου. Κι εγώ με κοιτάω και καταθλίβομαι, όσο περνάει ο καιρός περισσότερο. Νιώθω να βουλιάζω σε κάτι. Σαν να είναι ο αέρας μου ζελέ νιώθω. Πως αναπνέεται το ζελέ; Θέλω ένα  όπλο να τον πυροβολήσω, να τον σκίσω στα δύο χωρίς να τον ανατινάξω, και να μείνω εκεί στη χαραμάδα να αναπνέω με καλαμάκι κοντό και λεπτό, λευκό παρακαλώ. Θέλω τη ζωή μου, είμαι τόσο θυμωμένη κάθε φορά που κοιτάζω στον καθρέφτη τα μάτια μου που παίζουν και το στόμα μου που στραβώνει, λες και παθαίνω μικρά εγκεφαλικά, στην προσπάθειά μου να συγκρατήσω τις βρύσες κλειστές κι έπειτα η πίεση αυξάνεται, οι βάνες σπάνε και πλημμυρίζω ολόκληρη σαν να αιμορραγώ εσωτερικά αλλά όχι αίμα, νερό.
Κλείνω. Πάω να μαζέψω τα υγρά από το πάτωμα…
 
Που στον διάολο άφησα την 
πληροφορία "ζήσε!" στο σώμα μου 
και την ξέχασα; 
Πρέπει να τη βρω πριν από 
κανέναν άλλο 
και μου την κλέψει….

It's my life
It's now or never
I ain't gonna live forever
I just wanna live while I'm alive
It's my life
My heart is like an open highway
Like Frankie said, "I did it my way"
I just wanna live while I'm alive
'Cause it's my life

5.7.11

Κοντό παντελονάκι

Όχι. Δε φοβάμαι. Ούτε το τώρα, ούτε το πριν ούτε το αύριο. Κουρασμένη νιώθω. Από τα το ‘να και το άλλο. Τα λόγια με εξαντλούν. Κουράστηκα τις λέξεις. Θέλω έναν αναλφάβητο λόγο να επικοινωνώ χωρίς να πρέπει να εκφέρω άποψη, λέξεις, ανταλλαγή συμφώνων και φωνήεντων στο όνομα της επικοινωνίας του καλού και του βολικού. Μπαμπά το ξέρεις πως έγινα τριάντα δύο μισό και ακόμα δεν έχω γράψει τίποτα για σένα; Η μαμά έχει το μονοπώλιο, μπορούσε να με πουλάει και να με αγοράζει πάντα σε τιμή ευκαιρίας κι έτσι δεν έβγαινε ποτέ της χαμένη. Το πρόβλημα ξεκίνησε όταν αποφάσισα πως δεν ήθελα πια να πουλιέμαι και να αγοράζομαι. Αλλά άντε όλα αυτά τα χρόνια τα βουλωμένα αυτιά της μάνας να τα βγάλεις, να τα πας στον ωτορινολαρυγγολόγο για να της τα ανοίξει για να μπορεί να ακούει τους φθόγγους και τους δίφθογγους. Φθόγγοι και δίφθογγοι στραπατσαρισμένοι στον τοίχο, τον απέναντι, τον πορτοκαλί, γιατί όταν λες στη μάνα αυτά που δε θέλει να ακούσει απλά δεν τα ακούει και παίζει τένις με τους τόνους και τις συλλαβές γκρεμίζοντας τες στον τοίχο. Κι έτσι δεν υπάρχουν. Τόσο απλά! Εσύ μπαμπά είσαι άλλο. Και από μένα και από τη μάνα. Είσαι ένας ακροατής, απόλυτος μεν αλλά ακροατής, έτοιμος να διαφωνήσεις με τα πάντα, αλλά πάντα  ακούς και αν σου τεθούν επιχειρήματα μπορείς να κάνεις πίσω και χέστηκες αν έπεισες ή δεν έπεισες. Δεν σε απασχολεί. Δε βλέπεις τους διαλόγους σαν αγώνα που όποιος πείσει τον άλλο στέφεται νικητής διαλόγου για το τρέχον έτος.
-Δεν έχει νόημα να προσπαθήσω σε πείσω στα πενήντα τέσσερα, δεν έχει νόημα να προσπαθήσεις να με πείσεις στα τριάντα δύο μισό. Δε μου αρέσει, δε με εκφράζει ο αυτός κόσμος.
-Σε κανέναν δεν αρέσει.
-Και τι κάνεις γι αυτό μπαμπά αφού δε σου αρέσει;
-Εσύ;
-Να αλλάξω τον κόσμο δε μπορώ. Και δε θέλω. Και δεν είναι δίκαιο. Μπορώ όμως να αλλάξω κομμάτι του. Διαφοροποιούμαι.
Δε μεγάλωσα μαζί σου. Βρεθήκαμε κοντά στα εικοσιπέντε. Νομίζω πως από τότε σε αποκαλώ μπαμπά και όχι Σάββα. Και το πήρα απόφαση όταν σε είδα να πιάνεις λυπημένος το τιμόνι του αμαξιού σου, να βάζεις το κεφάλι σου πάνω του γυρισμένο προς την μεριά του παραθύρου σου για να μη με βλέπεις λέγοντάς μου ‘‘ Συγνώμη’’. Και ήταν μια συγνώμη που παρόμοιά της δεν μου είχαν ζητήσει ποτέ στη ζωή μου μέχρι και σήμερα. Και μάλιστα ήταν μια συγνώμη που δε χρειαζόταν να ειπωθεί. Την έβλεπα μέσα στα μάτια σου που καθρεφτιζόντουσαν στο τζάμι του αμαξιού σου.
-Χαίρομαι που είσαι κόρη μου.
-Σ’ ευχαριστώ που είσαι αυτός που είσαι...
Σε παρακολουθούσα καθώς έδειχνες τον Χάρη να βάζει το κλειδί της μεγάλης πόρτας στο μπρελόκ. Με πόση υπομονή καθόσουν και του έδειχνες την γωνία που ήτανε ακμή και γι αυτό ο Χάρης δε μπορούσε να το καταφέρει γιατί καταλάβαινε λάθος πράγματα-κατάλαβες; Εσύ φταις μπαμπά μας, παραδέξου το! Μπορώ και απολαμβάνω τον χαρακτήρα σου αλλά όχι τα στραβά και τα ανάποδά σου και το αντίθετο. Συναντηθήκαμε ταξιδιώτες στο ίδιο μεταφορικό μέσον που μοιάζαμε πολύ φυσιογνωμικά κι έτσι μας έκανε εντύπωση η ομοιότητα και πιάσαμε κουβέντα. Έπιασα τα μάτια μου κοιτάζοντας με στο τζάμι. Έπειτα το σχήμα του προσώπου μου. Μετά τις γωνίες τον χειλιών μου- σχημάτισα το σχήμα τους. Μετά έπιασα το άνω χείλος μου. Έλειπε το μουστάκι σου. Γελάσαμε πολύ, θυμάσαι πόσο;
Συγνώμη που σου φώναξα χτες. Συγνώμη που σε έφερα σε δύσκολη θέση κάποιες φορές και δεν ήξερες τι να μου απαντήσεις, ή δεν είχες απαντήσεις να μου δώσεις. κανονικά θα έπρεπε να είμαι υπερήφανη γιατί ο Χάρης μου είπε πως το να αποστομώνεις τον μπαμπά είναι κάτι που δεν εχει δει κανέναν να το κάνει. Αλλά δε με ενδιαφέρει, προτιμώ να σου ζητήσω συγνώμη που μ' ενδιαφέρει.  Όλα όσα σου είπα τα πιστεύω. Ναι, πιστεύω πως δεν υπάρχουν λύσεις πασπαρτού. Δεν υπάρχουν απόψεις που υποστηρίζονται από όλους.  Ευχαριστώ που μου είπες τη γνώμη σου˙ ευχαριστώ που δε μου την επιβάλλεις. Ευχαριστώ που μ’ αγαπάς τόσο και με τέτοιον τρόπο που δε μου προτείνεις να γίνω ψυχικά σακάτης με αντάλλαγμα την αγάπη σου.
Μέσα βράζω μοσχάρι, καταφέρνοντας τελικά αυτή τη φορά να βρω της σωστή σακούλα στην κατάψυξη. Εκείνο το γιουβέτσι μου είχε μείνει στο λαιμό και το κριθαράκι που σκάλωσε μου έφερνε συνεχώς τη γεύση του στο στόμα μου. Είμαι έτοιμη να ετοιμάσω τον φούρνο. Θα φας μπαμπά; Όχι… σήμερα είμαι περίπου εκατό χιλιόμετρα μακριά σου…

 Σας παρακαλώ
μη μου μιλάτε πια…
Θέλω να μείνω
στη σιωπή…

30.6.11

Στιχομυθία


Σε είδα να πεθαίνεις ξαπλωμένος στην άκρη του δρόμου λίγο μετά τα μεσάνυχτα. Δεν ήμουν σίγουρη αρχικά αν πέθαινες ή κοιμόσουν. Σταμάτησα. ‘‘ Είσαι καλά;’’ Σε ρώτησα. Δεν απάντησες.  Τα μάτια σου ικέτευαν να σε σκοτώσω μα δεν μπορούσα, δε ξέρω πώς να το κάνω αυτό. Ούρλιαζες, χτυπούσες τα δόντια σου, το κορμί σου έτρεμε σπασμωδικά έβγαζες τα σωθικά σου, έκλαιγες από πόνο και φόβο. Δεν ήξερα πώς να σε βοηθήσω. Έκλαιγα γύρω στις δωδεκάμισι μετά τα μεσάνυχτα. Ήμουν λυπημένη και πανικόβλητη. Δεν ήξερα πώς να σε βοηθήσω. Έβαλα τα χέρια μου πάνω στην κοιλιά σου. Άρχισες να σπαρταράς. Άρχισα να κλαίω με φωνή. ‘‘Αφήσου’’…  σε ικέτευα να πεθάνεις…. Λίγο μετά που πέθανες έβαλα μπρος κι έφυγα παρέα με ένα μεγάλο ερωτηματικό στη θέση που καταλαμβάνουν οι κόρες των ματιών μου… 

 
Μερικές φορές
αναρωτιέμαι αν χρειάζεται
προσπάθεια για να δείξουμε 
την αγριότητα μας
ή αν απλά συμβαίνει…


29.6.11

Σκουλαρίκια κρεμαστά.

Ο μικρός έφυγε τη Δευτέρα και από χτες προσπαθώ να συνηθίσω το καθαρό μου  μπαλκόνι. Μεγαλώνουν τα μάτια του  σε σπιρτάδα λίγο πιο γρήγορα από το ύψος του. Χτες το βράδυ μάλωνε με τον Γιώργο για το ποιος θα πιει την τελευταία γουλιά γάλα και όσοι ξύπνησαν τα χαράματα βάζανε στοιχήματα για το ποιος θα καταφέρει να το πιει. Τελικά το σκορ έμεινε άγνωστο… πιθανολογείται πως ο νικητής ήταν ο Γιώργος. Σήμερα το πρωί στο πρωινό μαλώνανε πάλι. Πάλι για ένα ποτήρι γάλα. Ο μικρός σκαρφάλωσε σε ένα σκαμνί αλλά δε τα κατάφερε να του ρίξει το γάλα στο πάτωμα να το κάνει δικό του. Έβαλε αλλα μέσα. Λίγο μεγαλύτερα από το βάρος και το ύψος του. Τελικά μικρός- Γιώργος σημειώσαμε ένα. ‘‘Ο Γιώργος έχει κάποιον να τσακώνεται για το φαγητό και ο μικρός κάποιον για να επιτίθεται και να νιώθει ότι κερδίζει’’ Εντάξει. Το παραδέχομαι. Μου λείπει και ζηλεύω που περνάει καλύτερα εκεί. Είμαι μια εγωίστρια ζηλιάρα αλλά χαίρομαι αφόρητα που ζει καλά.
Έξω φυσάει κρύο αέρα και εδώ και δυο μέρες σκεπάζομαι με κουβέρτα. Χτες πήγα να ανάψω τα καλοριφέρ κι εσύ πήγες να φέρεις ξύλα από το μπαλκόνι. Φοράω κάλτσες και κρύβω τα καινούρια μου φουξ νύχια. Ακούω την Χρύσα στο κεφάλι μου να λέει ‘‘Είναι καλοκαιρινό χρώμα’’ αλλά μου το είπε Σεπτέμβρη μήνα γιατί τώρα δεν είναι τέλη Ιουνίου αλλά μέσα Σεπτέμβρη. Η Άνοιξη και το Φθινόπωρο είναι οι αγαπημένες μου εποχές. Αλλά έχω κρυώσει τόσο πολύ φέτος που ήθελα να ζεσταθώ στο μεσημέρι του καλοκαιριού… το ξέρεις πως μόνο δύο, άντε τρεις φορές,  αν βάλω μέσα κι εκείνη με τον Αχιλλέα και την Άννα, την έβγαλα στο μπαλκόνι; Θέλω λιακάδα, μπαλκονάδα και τάβλι….
Πέρασε ο καιρός η ζωή μεταλλάσσεται, εξελίσσεται μία προς τα πίσω μία προς τα μπρος, εγω γίνομαι Λιβελούλα που κάθε μέρα γεννιέμαι και πεθαίνω κι εκείνη στο πόδι μου μαζεύει όλα τα κουνούπια της γειτονιάς και κάνουν πάρτι στα πόδια μου και το πρωί ξυπνάω γδέρνοντας το δέρμα μου. Έχω γεμίσει πληγές στα μπράτσα και στις γάμπες και αύριο που θα πάω για να ετοιμάσω το φιλόξενο μέρος του εσωτερικού κορμιού μου θα ντρέπομαι που έχω καυκαλάκια από πληγές παντού.  Μοιάζω με πουα Λιβελούλα αλλά είμαι καινούριο είδος κι έτσι μην απορείς που δε με έχεις συναντήσει ποτέ. Μη προσπαθήσεις να με πιάσεις για να με μελετήσεις καλύτερα, είμαι ελεύθερη και δε ζω σε δοκιμαστικούς σωλήνες κι έτσι θα πεθάνω πριν προλάβεις να με φωτογραφίσεις ζωντανή.
Στο σαλόνι έχω κάνει μεσάνυχτα όπως τον Χειμώνα. Έχω αφήσει από έξω τον ήλιο και ίσα που   μπαίνει από τις τελευταίες γρίλιες των κατεβασμένων μου ρολών. Έξω κλαίει ένας σκύλος, πείτε  του μαλάκα πως οι ζωές συμβαίνουν για να τις σεβόμαστε, θέλω να τον πυροβολήσω τον τύπο κάθε φορά που κλαίει το σκυλί του. Με τρομάζουν οι άνθρωποι που δε σέβονται τη ζωή. Μπορούν να γίνουν οι πιο κακοί άνθρωποι  και οκέι, δικαίωμα τους (;) αλλά εμένα με φοβίζουν. Μέσα στο σαλόνι εξακολουθούν τα μεσάνυχτα και σήμερα που είπα να κάνω κοκκινιστό μοσχάρι με μακαρόνια, ή με ρύζι, ή γιουβέτσι, υποτίμησα πολλά γιατί αντί για μοσχάρι έβγαλα γουρούνι από την κατάψυξη και τώρα δε ξέρω τι να το κάνω που ξεπάγωσε. Και αν έχεις καμιά ιδέα είμαι ανοιχτή σε όλα…



Ξέρει κανείς να
μου πει υπέυθυνα
πότε θα γίνει 
καλοκαίρι
για να μαζέψω
τα χαλιά απο 
τη σοφίτα;

25.6.11

Pedigree


Οι ζωές συναντιούνται για να γίνονται καλύτερες. Ακόμα και αν πελαγώνουν αρχικά από τον ερχομό της μιας στην άλλη πάντα στο τέλος γίνονται καλύτερες. Απόδειξη δεν έχω να σου κόψω για να το πιστέψεις αλλά αν αφήσεις τα μάτια σου κλεισμένα και το μυαλό σου ανοιχτό θα το δεις.  Καλό βράδυ μικρέ. Κοιμήσου αγκαλιά με την κιλότα μου για να μη ξεχάσεις την μυρωδιά μου ποτέ… θα μου λείψεις… αλλά ξέρω πως θα έχεις την ζωή που σου ταιριάζει…


Ποιος είπε πως η συνήθεια 
ντε και καλά είναι άσχημη; 
Δυο νύχτες μόνο… κι όμως σε 
συνήθισα τόσο πολύ,
που θα κάνω λίγο καιρό 
να ξεπεράσω το
φευγιό σου…καληνύχτα
μικρέ αδέσποτε
ταξιδιώτη...

21.6.11

Πίνακας

Μη με καλείς και μη με προκαλείς, δε πρόκειται να σου απαντήσω, δεν έχω φωνή γι αυτό. Δε μπορώ να βγω να παίξω γιατί η μαμά με τιμώρησε που χτύπησα το κοριτσάκι από τη παραδίπλα γειτονιά γιατί μου είπε πως ο Λεωνίδας δε θα με παντρευτεί και θα με αφήσει. Δε μπορώ να μιλήσω και δε μπορώ να παίξω. Ούτε μαζί σου.
Είμαι σκαρφαλωμένη στα ακροδάχτυλά σου και προσπαθώ να μη πέσω. Τραβάω όλο μου το σώμα με τα δικά μου και ιδρώνω κι έπειτα ξυπνάω λαχανιασμένη. Τα μάτια μου δε λένε να κλείσουν και παρόλα αυτά ονειρεύονται και αν με ρωτούσες πριν οκτακόσια πενήντα τρία χρόνια πως γίνεται να μη κοιμάσαι και να βλέπεις όνειρα δε θα είχα απάντηση να σου δώσω. Σήμερα ξέρω. Αρκεί να κλείσω τα μάτια μου.
Τα βράδια κλείνεσαι στον εαυτό σου και πεθαίνεις. Περιμένεις να περάσει η ζωή σου για να σηκωθείς. Και αν η δική μου γίνεται λιγότερη είναι δικό μου το πρόβλημα. Δε μπορώ, δε περιμένω, δεν επιμένω, ζήσε κι έπειτα έλα να πεθάνουμε μαζί. Δεν είμαι κουρασμένη. Μόνο οι κόρες των ματιών μου ανοιγοκλείνουν αυτόνομα και άσχετα με το φως και αλλάζει η όρασή μου. Βλέπω χρώμα σε ένα περιβάλλον που δε μπορώ να περιγράψω πέρα από την πέτρινη γέφυρα κι ένα παγκάκι στα απέναντι από τα απέναντι της γνώση μου. Κάθομαι και σε νιώθω χωρίς να σε βλέπω κι έπειτα παύω να βλέπω κι εμένα την ίδια. Περίεργη αίσθηση. Είμαι πολύ ακαταλαβίστικη για σένα και λίγο ακαταλαβίστική για τον ίδιο μου τον εαυτό. Εντάξει, δε φταις εσύ, και βασικά δε φταίει κανείς,-γιατί πάντα πρέπει να φταίει κάποιος; Νομίζω πια πως η έννοια του ‘‘φταίω’’ ξεθωριάζει από το μυαλό μου και τότε είναι που στις παρεξηγήσεις θεωρώ πως δεν υπάρξει φταίχτης απλά διαφορετική αντίληψη και διαφορετικές προσωπικότητες. Όχι καλύτερες. Ούτε χειρότερες. Διαφορετικές. Και ο καθένας από τη μεριά της δικής του.
Φέτος το καλοκαίρι μου ήρθε περιέργως. Ο μελωδός στο μπαλκόνι παίζει ασταμάτητα μουσική, γεγονός που σημαίνει πως τα δάχτυλα του αέρα δεν μουδιάζουν ποτέ όταν πρόκειται να δηλώσουν ύπαρξη. Έχει συννεφιά έξω. Και μια απαλή δροσιά που κάνει τους τριάντα πέντε βαθμούς εικοσιπέντε και -τι ωραία!- μοιάζει έξω με τον πλανήτη που θέλω να κατοικήσω. Τα πόδια μου πονάνε, όλη νύχτα ανεβοκατέβαινα την σκάλα της σοφίτας, είχε βροχή κι εγώ είχα φωτιά. Η πλάτη μου πονάει σαν να έτρωγα ξύλο όλη νύχτα τα νεύρα μου με το σήμα του κινητού που καμιά φορά γελάω που νευριάζω με κάτι ανύπαρκτο, είναι ακίνητο και το σήμα κινείται σε άσχετο χρόνο με το κινητό και το κινητό υπάρχει αλλά το σήμα όχι. Και δε με νοιάζει να μιλάω, άλλωστε το κινητό δε το έχουμε για να μιλάμε, το έχουμε για να ακούμε την ανάσα του άλλου. Στο σταθερό ο ΟΤΕ γαμάει κάθε δίμηνο αλλά η μαμά δε διαμαρτύρεται ακόμα, κι εγώ κάνω την πάπια κι έτσι όταν αρχίσει να μου τη λέει τότε θα σταματήσω να κάνω την πάπια και θα αρχίσω να απολογούμαι στα ανθρωπιναστικιάρικα. Νυστάζω, νυστάζω, νυστάζω, μια άλλη μαμά λέει στο παιδί της να φάει κι εκείνο διαμαρτύρεται και θυμήθηκα πως πέρασε καιρός από τότε που έπαψα εγώ να της διαμαρτύρομαι. Σε λατρεύω ρε μάνα αλλά μη με πρήζεις, δε βλέπεις που εγώ σταμάτησα να με πρήζω; Πλάκα-πλάκα τελευταία μιλάμε σπάνια, ξέρω εξαφανίζομαι λίγο περισσότερο από πριν και τώρα πια χαίρομαι να σε ακούω. Τώρα έχουμε περίπου την ίδια σχέση που έχουμε με τον μπαμπά. Βρισκόμαστε σπάνια και απολαμβανόμαστε και τελικά ίσως αυτό είναι το κλειδί της ευτυχίας μας. Βέβαια ξέρω πως στα δύσκολα θα μου κάνεις τη ζωή κόλαση μέχρι να πάρω τις αποφάσεις σου αλλά ξέχασα να σου πω, πλέον δε το κάνω, δε θα το κάνω ούτε και με σένα. Τι κρίμα να λείπεις από εδώ και να μη το ξέρεις εκ των προτέρων…
Ο καιρός είναι υπέροχος κι εγώ πρέπει να πάω να κλειστώ στο υπόγειο. Την Παρασκευή βγαίνω σε άδεια και από βδομάδα κλείνομαι μέσα στα μαξιλάρια του καναπέ κοιτάζοντας το δοκάρι που από την αρχή του έκανα σημάδι με τη σκάλα κι έμεινε εκεί να μου θυμίζει πως μερικά σημάδια φεύγουν μόνο αν περάσεις μερικές εκατοντάδες στρώσεις χρώματος ή ακόμα καλύτερα παύουν να υπάρχουν, αν γυρίσεις τα μάτια σου αλλού και ξεχάσεις πως υπάρχουν. Τα σημάδια ηττημένα πεθαίνουν από την απαξίωση και τότε νικητής επιστρέφεις το βλέμμα σου σε κάτι ανύπαρκτο και ίσως ζητωκραυγάσεις, στιγμιαία ή όχι, για το γεγονός πως ακόμα και οι ουλές χάθηκαν μέσα στην ανυπαρξία τους.
Νυστάζω ρε γαμώ το κέρατό μου και νυστάζω εδώ και βδομάδες. Κοιμάμαι σαν την ωραία κοιμωμένη που λες και ο πρίγκιπας είναι ο μαλάκας της γειτονιάς κι έρχεται και με φιλάει κάθε δεκαεπτά λεπτά και πάντα ξυπνάω βήχοντας. Και ποτέ μου δε χορταίνω τον ύπνο μου… ποτέ μου… μόνο όταν ονειρεύομαι. Αλλά δε ξέρω πόσο κρατάνε τα όνειρα και δε ξέρω αν προλαβαίνω να ξεκουραστώ. Νυστάζω γαμώτο. Και η υπερένταση μου κάνει τα μάτια μου αυγά μάτια, λίγο άψητα που τρεμοπαίζει πάνω τους η κούραση κι ενώ φαίνονται έτοιμα προς βρώση δεν κοιμούνται και αν τα φας μπορεί και να δηλητηριάσεις τις κόρες των ματιών σου κι έπειτα να μη κλείσουν ποτέ…
Νυστάζω… πάω να δω πως θα γίνει να κοιμίσω την μικροκατάθλιψή μου. Έλα… ίσως αν μου τραγουδήσεις κάτι από Winterpills να κλείσουν τα μάτια μου…

 

13.6.11

Σκάλα

Αποφάσισα πως το πουθενά από την μίζα του αμαξιού μου απέχει μια γκαζιά κι έβαλα πρώτη γύρω στις επτά το πρωί και ξεκίνησα για εκεί. Έλεγξα τα απωθημένα μου και τα καταμέτρησα κι έπειτα τίκαρα τις αποσκευές μου. Σάκος με ρούχα; Τσεκ. Πιστολάκι; Τσεκ. Σανδάλια; Τσέκ. Λεφτά; Όχι τσεκ αλλά στο πουθενά θα τρώω πουθενά. Μολύβι; Τσεκ. Δύναμη; Δύναμη; Δύναμη; Δύναμη; Δύναμη; Δύναμη; Δύναμη; Δύναμη; Δύναμη; Δύναμη; Δύναμη; Δύναμη;
Δύναμη;
Δύναμη;
Δύναμη;
Δύναμη;
Δύναμη;
Δύναμη;
Δύναμη;

Εεεε… κοπελιά; Θα τικάρεις;