10.6.10

Γένεσις



Γένεσις, έκδοση 3η
Στην αρχή ήταν το χάος. Μετά γεννήθηκα εγώ, μονάχος. Σ’ έναν κόσμο ραγισμένο μ' έναν κουρελιασμένο θεό που γύριζε από πόρτα σε πόρτα ζητιανεύοντας την ύπαρξη του. Υστέρα γίναμε ξαφνικά δυο. Φιληθήκαμε κι άρχισε να σκοτώνει ο ένας τον άλλο.
Τάσος Λειβαδίτης

Φωτό:http://sjm1010.deviantart.com/art/quot-adam-seeking-eve-quot-156541838

6.6.10

#)_(ΟΕ:)#)

Με σβηστά τα φώτα θα σου γράψω. Όπως τότε που σε περίμενα να έρθεις από την Αθήνα. Φοβόμουν να βγω στο φως μη και η λάμψη κάνει σκοτεινή τη στιγμή μου.
Άναψα κεριά και κάτι λαμπάκια που πήραμε από το Ναύπλιο μια Μεγάλη Παρασκευή. Πορτοκαλί και κόκκινα σκούρα. Μοιάζει με Φθινόπωρο και Άνοιξη. Τη δεύτερη Άνοιξη και το τρίτο Φθινόπωρο.
Ακούω νερά να πέφτουν στη μπανιέρα. Και βήματα στο ταβάνι του από κάτω μας και στο πάτωμα το δικό μας. Όχι το αντίστροφο, είμαι σίγουρη. Στο μπαλκόνι η μέλισσα που έφτιαχνε κυψέλη μας εγκατέλειψε επειδή δε της άρεσε το μέρος που τοποθετήσαμε το σπίτι της επειδή δε μας βόλευε. Κι εκείνη έφυγε. Αλλά εμείς μείναμε δυο χρόνια μετά να ακολουθούμε την αδιάκοπη ροή της ζωής μας και να μεγαλώνουμε μέσα σε αυτή και να αλλάζουμε μέρα με τη μέρα χρώματα, μια πορτοκαλί, μια κόκκινο, μια καφέ, μια πράσινο. Που και που κίτρινο. Και μερικές φορές βιολετί. Το μαύρο δε το υπολογίζω. Αδυνατίζει, λένε, μα ο Έρωτας είναι τόσο κομψός που δε χρειάζεται χρώματα να τον ‘‘ κόβουν’’. Κι εμείς, οι Εραστές του, κομψότεροι από όλα τα παχιά λόγια που απλά γεμίζουν με λίπος τις αρτηρίες του Έρωτα μέχρι εκείνος να πεθάνει, και πριν γίνουν τα σαράντα του οι Εραστές αρνήθηκαν, συμβιβάστηκαν, πέθαναν χωρίς να βρωμάνε γιατί ακόμα δε το ξέρουν πως έγιναν ζωντανά πτώματα που σαν τους βρικόλακες ζουν με φθόνο για τις ζωές των άλλων και απομυζούν το αίμα τους με μισαλλοδοξία και μιζέρια.
Σιωπή από το μπάνιο. Σε κοιτώ πίσω από τον τοίχο να στέκεσαι μπροστά στον καθρέφτη και να ξυρίζεσαι. Θυμάσαι τότε που γέμισα αφρούς ακόμα και στη μύτη επειδή ζήλευα τη στιγμή που μοιραζόσουν χωρίς εμένα; Έτσι έβαλα κάτω τη στιγμή και τη μοίρασα στα δυο. Κι εσύ γελούσες δυνατά κι εγώ δυνατότερα. Και να τώρα που στέκεσαι απέναντί μου με την πετσέτα γύρω από τη μέση σου να με κοιτάς κι εγώ να στέκομαι απέναντί σου φορώντας τη μπλούζα σου να σε κοιτώ. Τυχαία σε συνάντησα. Και να που τώρα φορώ τις μπλούζες σου…

Φωτό: http://toiabates.deviantart.com/gallery/#/d11ngjg
Κυριακή 06/06/10 22.32

15.5.10

Βρέχει έξω-Ακούς; Οι σταγόνες κυλούν ακανόνιστα πάνω στα τζάμια και η πορεία τους διαγράφει τη ζωή της κάθε σταγόνας. Την κοιτάς, λες πως πάει εκεί και ξαφνικά τη βλέπεις να κυλά αλλιώς και να χάνεται σε καινούρια διαδρομή. Μέχρι η διαδρομή της να μπει στη διαδρομή μιας άλλης σταγόνας και να γίνουν ένα. Να συνταξιδεύουν, δύο σταγόνες σαν μία, μέχρι και πάλι να αλλάξουν πορεία. Οι σταγόνες μοιάζουν με τους ανθρώπους. Κάθε άνθρωπος και μία από αυτές.
Λεπτές λωρίδες νερού πέφτουν πάνω στα κεραμίδια της σοφίτας μας κι ακούγεται ένας γνώριμος χορός που αν τον ακούσεις πάει κάπως έτσι: να, να να να να να να, να να να να να να, να να να να να νααααα να…. Είναι εκείνες οι ίδιες σταγόνες που υπάρχουν και στα τζάμια μου με διαφορετική μοίρα.
Υπάρχουν και άλλες. Εκείνες που κρέμονται από τα σχοινιά της μπουγάδας και ακροβατούν ανάμεσα στο σίγουρο και στο αιφνίδιο. Ανάμεσα στο άτολμο και το επικίνδυνο. Και ο αέρας αλλάζει πορεία και οι σταγόνες δημιουργούν μια βροχή που χορεύει.
Κι εσύ καθόσουν δίπλα μου και μ’ έβλεπες σιωπηλός να γράφω και ταίριαζες τον ήχο τον πλήκτρων με το ρυθμό της βροχής. Μου φίλησες με βροχή το στόμα κι έπειτα έφυγες μερικά εκατοστά ζωής πιο πέρα. Μα πάντα είσαι εδώ. Ακόμα και τώρα που ξέρω πως είσαι πίσω από την πόρτα και κρυφοκοιτάς, και από τον ήχο μου μαντεύεις τι γράφω. Άνοιξε το παράθυρο του μπάνιου να ακούσεις αν θες.
Αλλάζει χρώμα η εικόνα έξω από το παράθυρό μου. Το πράσινο έγινε πιο σκούρο και τα καφέ τα σπίτια απέναντι, σοκολατί. Θέλω ν’ απλώσω το χέρι μου και να κόψω ένα κομμάτι από τα θεμέλια και να το φάω. Κι έπειτα λίγο παράθυρο. Από εκείνα τα υπέροχα, τα ανοιχτά, τα γεμάτα θέα παράθυρα.
Βρέχει έξω-Ακούς; Και η βροχή παρασέρνει σε βρώμικους υπονόμους όλα τα άχρηστα των δρόμων. Σβήνει τελευταία τσιγάρα ανθρώπων –σκιές που ψάχνουν περίπτερο μέσα στο χαμό της ύπαρξής τους στο κέντρο της πόλης. Μουσκεύει όνειρα και τα κάνει βαριά σαν μολύβι μέχρι που παρατιούνται και αυτά σε μια γωνιά περιμένοντας την επόμενη βροχή να τα παρασύρει. Βρέχει μπουγάδες και καθαρίζει συνειδήσεις ζωών ενοχικών. Ακούς; Όταν βρέχει οι ομιλίες γίνονται λυγμοί και τραγούδια. Και τα όνειρα πολύχρωμα, απαλλαγμένα από τη σκόνη του ακατόρθωτου. Η Φύση σωπαίνει. Μέχρι το επόμενο ξέσπασμα. Κι εσύ μ’ αγαπάς που αγαπώ ,που ερωτεύομαι , που χάνομαι, που σβήνω και γεννιέμαι μέσα στη σταγόνα της παλάμης σου…

Φώτο: http://kleanthis.deviantart.com/art/chroma-103429270
Σάββατο 15/05/10 11.47

8.5.10

())*)(*&(!$@

Στον ύπνο σου έβλεπες υπέροχα κοχύλια. Ίσως φταίει που χτες ανεβάσαμε στο πατάρι τον Χειμώνα. Δεν ήθελα να ξυπνήσω το καλοκαίρι σου αλλά ακούμπησα βίαια την πλάτη σου και ξύπνησες.
Σιχαίνομαι τους ανθρώπους που σιχαίνονται την ύπαρξή τους. Εγώ αγαπώ την πλάτη μου όσο και τη δική σου. Γι αυτό δεν αισθάνομαι τύψεις όταν καμιά φορά σου τη γυρίζω όταν κοιμάμαι. Κολλάω την πλάτη μου πάνω στη δική σου και κάνω έρωτα μαζί σου ακόμα και σε άλλο επίπεδο ύπαρξης. Νιώθω πληρότητα η οποία ξεχειλίζει από το στόμα μου κάθε φορά που φιλάω το δικό σου και μπαίνει από μέσα μου μέσα σου. Και από μέσα σου ξανά μέσα μου. Και αυτή η ανταλλαγή είναι που με κάνει ακόμα να ερωτεύομαι τη γλώσσα σου κάθε μέρα.
Έξω στο μπαλκόνι είναι κρεμασμένο το πορτοκαλί χρώμα. Κι εγώ δίπλα του με μανταλάκια πράσινα και κίτρινα. Τα κελαηδιστά πουλιά κάνουν βόλτες από πάνω μου κι εγώ υποκλέπτω την φωνή τους και νανουρίζω τα υπέροχα κοχύλια που έβλεπες στον ύπνο σου. Κοιμήσου. Είναι νωρίς ακόμα…

Σάββατο 08/05/10 09.24
Φώτο: http://kleanthis.deviantart.com/art/trees-116919211

19.4.10

Η θλίψη έχει χρώμα. Χρυσαφί. Αντανακλώνται μέσα της όλες δυστυχίες του κόσμου μέχρι που η θλίψη αποκτά και μορφή. Τη δική μου, τη δική σου τη δική όλου του κόσμου. Απλώνω χέρια να παρηγορήσω τη στεναχώρια σου, μα στην ουσία ζητώ τα δικά σου χέρια να πιαστώ. Μπερδεύομαι, πέφτω πάνω σε αντανακλάσεις κι έπειτα ψάχνω σα χαμένη την πραγματικότητα των χεριών σου.
Έχει και ήχο. Σαν τριγμό. Μοιάζει με ήχο βιολιού που τσιρίζει σε κάποια σκηνή τρόμου. Κλείνω τα’ αυτιά μου. Και νιώθω ευγνώμων που την αισθάνομαι γιατί μπορώ ακόμα να αισθάνομαι.
Έχει μυρωδιά. Μοιάζει με σκουριά. Εκείνη η μυρωδιά σιδήρου που μερικές φορές μου γυρίζει το στομάχι και κάνω εμετό όπου βρω. Μια φορά θυμάμαι ένα συρτάρι…
Έχει γεύση. Πικρού αμύγδαλου. Που μερικές φορές τρελαίνει τον ουρανίσκο μου και η γλώσσα μου το γυρίζει από εδώ κι έπειτα από εκεί και πριν το καταπιώ παίζω μαζί του μέχρι να πάρω και την τελευταία σταγόνα από το λάδι του. Που κάποιες άλλες το σιχαίνομαι σαν το μουρουνέλαιο που δεν έχω πιει ποτέ αλλά έχω ακούσει τόσα για την αηδία του που το σιχάθηκα πριν φτάσει στη γλώσσα μου.
Έχει αίσθηση. Μοιάζει με μπάλες υδραργύρου που κυλούν μέσα στην παλάμη και η προσπάθεια να πιαστούν ανάμεσα σε δύο δάχτυλα είναι άκαρπη. Η θλίψη έχει αίσθηση. Μα δε πιάνεται…
Πέρα από τις πέντε όμως αισθήσεις έχει και μια άλλη. Εκείνη που δε μπορώ να σου πω ποτέ μου. Δε περιγράφεται με τις λέξεις που γνωρίζω. Μοιάζει λίγο με βροχή, δε μοιάζει; Η θλίψη είναι γνώση από μόνη της, δε μοιάζει με συναισθήματα που δε ξέρω καν την προέλευση και την προσωπικότητά τους.
Η θλίψη έχει δάχτυλα. Και όταν ακουμπά το στήθος μου πληγώνομαι. Τα δάχτυλα της θλίψης με ματώνουν με έναν τρόπο που δε θα σου πω ποτέ μου...

Φώτο: http://j3ff3rson.deviantart.com/art/When-My-Sadness-Born-109772312
Δευτέρα 19/04/10 17.12

14.4.10

ΓΗΔΘ



ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ΤΗΣ ΒΡΟΧΗΣ.mp3

Θα μένω πάντα μόδα μια άλλης εποχής
να περιμένω το κορίτσι της βροχής
Το όνομά σου θα χαράζω μ’ ένα σουγιά
και θα `χω φίλους τα πολύχρωμα πουλιά.

Μέσα στης πόλης τη βιτρίνα ποτέ μου δε θα μπω
θα μείνω πίσω από το τζάμι το θαμπό
και θα σε περιμένω να φανείς μες στη βροχή
γιατί εγώ γεννήθηκα σε λάθος εποχή.

Θα μείνω πάντα μόδα μιας άλλης εποχής
να περιμένω το κορίτσι της βροχής.

04. ΒΡΑΔΙΑΣΕ ΤΑ ΞΑΝΑΛΕΜΕ.mp3

Αποφεύγω να σε δω, να σου μιλήσω
όπως οι γάτες αποφεύγουν το νερό
Στις ερωτήσεις σου δεν θέλω ν' απαντήσω
έχει στραβώσει το τιμόνι που κρατώ

Τα ξαναλέμε, τα ξαναλέμε
τι άλλο ήθελες να πω αναρωτιέμαι
Τα ξαναλέμε, τα ξαναλέμε
και με ανήλικες ελπίδες θα ξεχνιέμαι

Τα ξαναλέμε, τα ξαναλέμε
τι άλλο ήθελες να πω αναρωτιέμαι
Τα ξαναλέμε, τα ξαναλέμε
και με ανήλικες ελπίδες θα ξεχνιέμαι

Αποφεύγω να σε δω γιατί θυμάμαι
τη νύχτα εκείνη που μας πήρε ο καπνός
Στα πεζοδρόμια της καρδιάς μου ξενυχτάμε
με μια σιωπή που είναι φτιαγμένη από χρυσό

Τα ξαναλέμε, τα ξαναλέμε
τι άλλο ήθελες να πω αναρωτιέμαι
Τα ξαναλέμε, τα ξαναλέμε
και με ανήλικες ελπίδες θα ξεχνιέμαι

Τα ξαναλέμε, τα ξαναλέμε
τι άλλο ήθελες να πω αναρωτιέμαι
Τα ξαναλέμε, τα ξαναλέμε
και με ανήλικες ελπίδες θα ξεχνιέμαι

02. ΔΕΝ ΤΟ ΘΕΛΩ ΜΑ ΤΟ ΒΛΕΠΩ.mp3

Σε θυμάμαι που κερνούσες
ούζο και συνθήματα
Και στο όνειρο κεντούσες
χρυσαφένια νήματα.

Έτρεχες στην ανηφόρα
κόντρα στα διλήμματα
μα σου κόψανε τη φόρα
κι έπεσες στα λύματα.

Κάνεις δήθεν πως σε καίει
λίγο κοντοστέκεσαι
Τ` όνειρό μας καταρρέει
μα εσύ δεν αντιστέκεσαι.

Δεν το θέλω μα το βλέπω
τ` ακριβό καπέλο σου
Θα κρυφτώ σ` ένα τραγούδι
για να δω το τέλος σου.

Έλεγες όταν παλεύεις πάντα δικαιώνεσαι
Όλα αυτά τα παζαρεύεις και εξαργυρώνεσαι
σε κακόφημα σοκάκια μ` αστικές συνήθειες
κι όσοι ‘μείναν στα χαντάκια στρατιές ηλίθιες.

Αντίο εμπνευστή μου...
Να περνάς όμορφα...

Φωτο: http://pentelka.deviantart.com/art/half-girl-half-rain-34338997

10.4.10

Φωνές




Fwnes.mp3

Ιδανικές φωνές κι αγαπημένες
εκείνων που πέθαναν, ή εκείνων που είναι
για μας χαμένοι σαν τους πεθαμένους.

Κάποτε μες στα όνειρά μας ομιλούνε•
κάποτε μες στην σκέψη τες ακούει το μυαλό.

Και με τον ήχο των για μια στιγμή επιστρέφουν
ήχοι από την πρώτη ποίηση της ζωής μας -
σα μουσική, την νύχτα, μακρινή, που σβήνει.

Κωνσταντίνος Π. Καβάφης

Φωτό:http://nighty.deviantart.com/art/My-Inner-Voices-33406100
Σάββατο 10/04/10 21.16