21.3.10

.


Βρε βρε καλώς τη μοναξιά… δε σε αποθύμησα καθόλου ξέρεις αλλά ήμουν σίγουρη πως θα τρύπωνες πριν τελειώσουν τα δελτία ειδήσεων στην τηλεόραση. Είναι οι στιγμές που βρίσκεις χώρο και μπαίνεις απρόσκλητη και κάθεσαι μια, δυο μέρες. Το πολύ. Ευτυχώς από τη μία γιατί δεν έχω και μεγάλη διάθεση για την παρέα σου εδώ κι ένα χρόνο. Αν και η αλήθεια είναι πως θα προτιμούσα να μη σε συναντήσω καθόλου…
Έχω καιρό να σου πω για εκείνες τις στιγμές τις πολύχρωμες. Εκείνες που κάνουν θόρυβο κόκκινο, κίτρινο και μπλε. Που όταν αναμιγνύονται οι θόρυβοι μεταξύ τους βγαίνουν διάφοροι συνδυασμοί. Όταν είναι ευχάριστοι ,μπορείς να βρεις ουράνια τόξα, αλλά ο δικός σου θόρυβος είναι γκρι. Και το γκρι δε μου αρέσει καθόλου, όχι μόνο λόγω μονοτονίας αλλά επειδή είναι ένα χρώμα χωρίς προσωπικότητα. Ούτε άσπρο, ούτε μαύρο. Γκρι. Όχι εκείνο το συννεφένιο. Εκείνο το γκρι που μου λες συχνά να βρεθώ κάθε φορά που λες πως είμαι των άκρων.
Τα μάτια σου δε βλέπουν, τ’ αυτιά σου δεν ακούν. Είναι οι στιγμές που κλειδώνουν τα συναισθήματά σου κι εγώ καλούμαι να σε ξεκλειδώσω. Άλλες φορές τα καταφέρνω. Σήμερα δεν έχω διάθεση. Είχα. Δεν έχω πια. Είμαι κουρασμένη ως τα δάχτυλα των ποδιών μου αλλά όχι ως τα δάχτυλα των χεριών μου. Αλλιώς δε θα είχα διάθεση να βρεθώ εδώ σήμερα.
Η Άνοιξη μου φτιάχνει τη διάθεση αν και ο Χειμώνας ήρθε για λίγο, σαν μοναξιά. Η Άνοιξη είναι η εποχή των βροχών. Όχι εκείνων των λυπημένων που δακρύζουν, εκείνων των δυναμικών. Που αστράφτουν και βροντούν. Τα λουλούδια του μπαλκονιού μου έβγαλαν καινούρια μπουμπούκια και προχτές πήρα βολβούς από αρωματικά άνθη νάρκισσου. Θα πλένω τα μπαλκόνια και τα κάγκελα, και θα καθαρίσω τα τζάμια από τις σταγόνες της περασμένης βροχής. Πριν κατέβω Αθήνα θέλω να γεμίσει το σπίτι από Άνοιξη έτσι ώστε όταν επιστρέψω να τη βρω να κάθεται στον καναπέ μου. Να τσεκάρω όλα όσα θα βάλω στη βαλίτσα μου και φύγαμε...

21/03/10 21.37
Φώτο: http://devllaa.deviantart.com/art/after-you-left-V-103920695

23.2.10

(@#)_!#+!@#


Έχω έναν τεράστιο πόνο στη διάθεσή μου όμοιο μ’ εκείνον του ακρωτηριασμού. Χτες το βράδυ έκλαιγα μέχρι να ξυπνήσω και το μαξιλάρι μου θέλει πλύσιμο με αφαλατικό, γιατί αν κατά λάθος ακουμπήσω την άκρη της γλώσσας μου μπορεί και να λυσσάξω. Δε θυμάμαι αν έβγαλα κουβέντα από την ώρα που σηκώθηκα, θυμάμαι πως η πρώτη γουλιά καφέ μαλάκωσε τον οισοφάγο μου από τα άπειρα τσιγάρα που κάπνισα χτες προσπαθώντας να κατανοήσω το πριν, το μετά, και κάπου στη μέση το τώρα. Μαλάκωσε όλη την υπερβολή που πέρασε από τις φλέβες των χεριών μου και ξέσπασε στα δάκτυλά μου κι έπειτα στο αυτό και στο εκείνο. Και μια στεναχώρια με γεύση χολής χοροπηδάει κάτω από τη γλώσσα μου.

Νομίζω πως η πιο εποικοδομητική περίοδος της ζωής μου ήταν η περίοδος του ‘‘τι είναι αυτό’’ ,
-Μαμά τι είναι αυτό;
-Ποτάμι.
-Τι είναι ποτάμι;
-Ποτάμι είναι ένας δρόμος που τον έφτιαξε η Φύση και περνάει, από εκεί όχι αυτοκίνητα αλλά, νερό.
-Και ποιό ποτάμι είναι αυτό;
-Ο Αξιός.
κι έπειτα η περίοδος του ‘‘γιατί’’
-Και γιατί μαμά το λένε Αξιό;
-Εσένα γιατί σε λένε Μπέμπα;
-Ααααααα……..

Κάθε φορά που έλεγα ’‘Αααααα…..’’ κατανοούσα.

Όταν πήγα σχολείο από πομπός ερωτήσεων έγινα δέκτης. Και τώρα έπρεπε να δίνω εγώ απαντήσεις και μάλιστα σωστές. Σωστές για ποιόν; Δε ρώτησα ποτέ μου. Και ο δάσκαλος ρωτούσε κι εγώ απαντούσα. Αλλά ο δάσκαλός μου δεν ήταν σαν τους άλλους δασκάλους και αυτό τον έκανε πιο προσιτό σε ‘μένα αλλά και πιο δύσκολο ταυτόχρονα. Οι ερωτήσεις του δεν αφορούσαν μόνο την Ιστορία και τα Τεχνικά αλλά και κάτι άλλο που μερικές φορές το έψαχνα στο βιβλίο κάτω από το γραφείο μου και ο κ. Δημήτρης με μάλωνε. Έψαχνα στο βιβλίο των μαθηματικών μια απάντηση για τον Έρωτα που δε βρήκα ποτέ. Κι εντάξει. Αποφοίτησα χωρίς να θυμάμαι πια ποια είναι η πρωτεύουσα της Ευρυτανίας, αλλά σίγουρα θυμάμαι και ξέρω τι φοβάται περισσότερο ο άνθρωπος στη ζωή του. Όχι να πεθάνει. Όχι. Σίγουρα του είναι πιο εύκολο να πεθάνει από το να ζήσει. Να ζήσει αυτό που θέλει, να απολαύσει το τώρα του, ν’ αγαπήσει και ν’ αγαπηθεί και στα τσακίδια ο κόσμος. Αλλά όλοι οι άλλοι είναι πιο σημαντικοί από τα όνειρά του. Γιατί αν τα όνειρά του είναι κοινωνικώς μη αποδεκτά στο διάολο και τα όνειρα, ο κόσμος να μην έχει να λέει. Και αν αποφασίσεις να στείλεις στο διάολο τον κόσμο για να μην έχουν να λένε τα όνειρα, ποια είναι η τιμωρία;

Μεγαλώνοντας σταμάτησα να ρωτάω. Και αυτό γιατί μαζί με ‘μένα μεγάλωναν και τα Γιατί. Και όσο συνεχίζω να μεγαλώνω, τόσο πιο πολύ μεγαλώνουν τα γαμημένα και άντε να βρεις απαντήσεις σε ερωτήματα ‘‘Γιατί με πονάς; Γιατί δε μ’ αφήνεις να κάνω αυτό που θέλω;’’ Και άντε τώρα να βρεις απαντήσεις που δε γράφτηκαν ποτέ σε κανένα βιβλίο. Και αφού τα βιβλία λένε πάντα το σωστό, μια από τις πιο σταθερές αξίες του σχολείου, άντε τώρα να βρεις εσύ όχι μόνο τη σωστή απάντηση αλλά και το βιβλίο που την έχει. Κι αν τη βρεις ποτέ, πες τη και σε μένα…

Τρίτη 23/02/10 09.18
Φώτο: http://frecklefaced29.deviantart.com/art/Wickermoss-Back-Tray-25090445

29.1.10

#)$_!@)#_!@#


Ήρθες επιτέλους. Σε περίμενα. Ξέρεις μου έλειψε το κρύο σου άγγιγμα, εκείνο που πονάει το δέρμα καθώς φυσάει. Και ο αέρας σου ο παγωμένος μου έλειψε. Και η παγωνιά σου η κάτασπρη στα παγκάκια. Ήρθες επιτέλους. Καλώς τον. Κάθομαι και σε κοιτάζω έξω από το τζάμι και θαυμάζω την υπέροχη ομίχλη σου. Έπειτα γυρίζω προς το τζάκι και χάνομαι στη φωτιά και ακούω κάτι που μοιάζει με ήχο παπουτσιού κλακέτας να χτυπάει πάνω στο μάρμαρο. Είναι οι νιφάδες που χορεύουν. Και δε λιώνουν. Ξέρεις γιατί; Γιατί είναι οι ερωμένες του Μάγου του Χιονιού. Και η φωτιά είναι η φίλη της Βασίλισσας της φλόγας. Και η Βασίλισσα της Φλόγας πριν χρόνια είχε δεθεί από τα μαγικά του Μάγου του Χιονιού. Και από τότε, εκείνη υποσχέθηκε πως θ’ αφήνει τις νιφάδες να χορεύουν πάνω στο τζάκι μου χωρίς να λιώνουν. Νομίζεις πως σου λέω ψέματα; Αν μείνεις καιρό, θα έχεις το χρόνο να ρωτήσεις τα όνειρά μου…
Έβρεχε χτες σχεδόν ασταμάτητα. Και σήμερα το πρωί που πήρα το αμάξι να πάω στην κλινική πάλι έβρεχε. Μα όταν έφυγα από εκεί, σαν να είδα έναν αλήτη ήλιο να προσπαθεί να σουλατσάρει στο δρόμο μου. Θύμωσα πάλι. Τόσο που θα φυσήξω όλα τα σύννεφα να κρύψουν το φως του. Δε πέρασε ακόμα ο καιρός για να εμφανιστεί. Είναι Χειμώνας. Υπέροχος και βαρύς Χειμώνας.
Εσύ λατρεμένε μου; Ακόμα κρύβεσαι πίσω από τα σχέδια σου; Δεν έφυγες ακόμα να βρεθείς δίπλα μου να κλείσεις τα μάτια σου ν’ ακούσεις τις νιφάδες να χορεύουν; Θα με πάς αύριο στο δάσος; Θα με πάς να δω τα χιόνια στο βουνό; Θα περάσουμε να φάμε και σουβλάκια στο καταφύγιο; Πολλές ερωτήσεις… για έλα από ‘δω να μου τα πεις! Κι εγώ θα πω του χιονιού να μην αλλάξει παπούτσια μέχρι να γυρίσεις…

29/01/10 15.50
Φώτο: http://kleanthis.deviantart.com/art/In-The-Street-106491109

8.1.10

)_@#!($)_!@


…κι άλλαξε και ο χρόνος, κι εγώ συνηθίζω το τριάντα ένα όπως συνηθίζω τους είκοσι αρρωστημένους βαθμούς θερμοκρασίας μέσα στο καταχείμωνο. Εισπνέω ήλιο και αρρωσταίνω. Θέλω ένα Γενάρη, όπως εκείνον στο χωρίο πριν είκοσι χρόνια που πονούσε το δέρμα μου από το κρύο, που καιγόντουσαν οι βρόγχοι μου από την υγρασία, που ο αέρας μου πάγωνε το αίμα όμοια με το φόβο κι εγώ φορούσα γάντια, σκούφο και κασκόλ για να πάω ως τον φούρνο της απέναντι γωνίας ενώ τώρα, τα χειμωνιάτικά μου τα κατασπαράζουν κάτι μόρια σκόνης στο πατάρι του σπιτιού που είναι κλεισμένα από πρόπερσι.
Θα σε πω Χειμώνα. Βαρύ, παγωμένο, συννεφιασμένο, βροχερό, μουντό, μέσα στην ομίχλη, χειμώνα. Έτσι. Γιατί είσαι ο μόνος που γυρίζεις το κεφάλι σου να με κοιτάξεις στη μέση της ταινίας μόνο και μόνο για να μου χαμογελάσεις. Γιατί δε διαμαρτύρεσαι που όταν κοιμόμαστε σε στριμώχνω. Που όταν μου γυρίζεις την πλάτη στο κρεβάτι έρχομαι από πίσω σου, βάζω το χέρι μου μέσα από το βρακί σου κι εσύ ξεσηκώνεσαι μέχρι το ταβάνι. Θα σε ονομάσω Χειμώνα.
Θα σε πω Χειμώνα. Παγωμένο. Σαν το χιόνι που ξέμεινε στο περβάζι μου μια βδομάδα και μόνο με σφυρί μπορώ να το σπάσω. Γιατί όταν τα μάτια σου παγώνουν, οι κόρες των σου κλειδώνουν σε συγκεκριμένο σημείο και μένουν εκεί άκαμπτες. Δεν αναγνωρίζουν τη φωνή μου, ούτε την παλάμη μου, ούτε την εικόνα μου.
Μου τη σπάει οτιδήποτε άκαμπτο. Είναι εκείνο το απόλυτο μπετόν που μπαίνει ανάμεσα στους καναπέδες των σαλονιών των σπιτιών των ανθρώπων, ανάμεσα σε γυρισμένες πλάτες και σε άκαμπτες καληνύχτες τυπικές δίχως νόημα και ουσία ύπαρξης. Είναι από εκείνες τις υποκριτικές καληνύχτες που ηρεμούν το θηρίο του εγωισμού –εγώ πάντως σε καληνύχτισα, να μη λες- κι έπειτα εκείνος, ο δεύτερος, έρχεται και χαιρέκακα μπλέκεται στα πόδια σου, στα μαλλιά σου, στα σπλάχνα σου και δε σε αφήνει να κοιμηθείς. Και η ώρα είναι δύο το πρωί και τρεις και τέσσερις και ο εαυτός ζητά απαντήσεις που δεν υπάρχουν αλλά έχουν το ρόλο του παραμυθιού πριν τον ύπνο του παιδιού κι εσύ, κι εγώ τις θέλω σαν μαλακό ναρκωτικό, σαν μέθη για να κοιμηθούμε. Απαντήσεις που δεν υπάρχουν. Κι εγωισμός. Πούστης και μαλάκας εγωισμός.
…και άλλαξε και η μέρα και ο καιρός είπε συννεφιές και ασθενείς βροχές κατά το απόγευμα. Και περιμένω σαν διψασμένη από Χειμώνα με το στόμα ανοιχτό και το πρόσωπο ανοιγμένο τις σταγόνες μιας βροχής μελαγχολικής ή ακόμα καλύτερα και θυμωμένης. Η θυμωμένη βροχή είναι εκείνη που πέρασε από όλους τους ανθρώπους, εκείνους τους θυμωμένους, τους μούσκεψε ως το μεδούλι και τους ξέπλυνε από το θυμό τους. Μαζεύει, μαζεύει, συσσωρεύει θυμό μέσα στις σταγόνες τις κι έπειτα πάει και ξερνάει όπου βρει. Όλα τα θυμώματα του κόσμου. Είναι εντυπωσιακή αλλά ουαί και αλλοίμονο αν βρεθείς κάτω από κανένα κεραυνό της. Καλύτερα ως θεατής από το παράθυρό σου. Είναι που είναι μέσα στα νεύρα, δε νομίζω να σηκώνει και μαγκιές…
Οι άκαμπτοι άνθρωποι μοιάζουν με Χειμώνα. Οι ερωτικοί το ίδιο. Ο καθένας για τους λόγους του. Κι εσύ είσαι ο Χειμώνας μου γιατί είσαι ο μόνος που ήρθες φέτος από όλα εκείνα που περίμενα στη ζωή μου. Διάλεξε γιατί…


Παρασκευή 08/01/09 10.50
Φώτο: http://ssuunnddeeww.deviantart.com/art/winter-halcyons-49734883

24.12.09



Το πνεύμα των Χριστουγέννων ήρθε πριν από ένα μήνα εκεί που κοιμόμουν και μου έριξε μια στο μάγουλο και με άγγιξε για τα καλά. Ξύπνησα εκνευρισμένη και το κυνηγούσα κι εκείνο μπήκε μέσα μου από το δεξί μου ρουθούνι, βγήκε από το στόμα μου και μπήκε ξανά από το αριστερό μου αυτί. Εγώ έκλεισα τα μάτια κι εκείνο εγκλωβίστηκε στις άκρες των δακτύλων μου κι από τότε το κουβαλάω μέσα μου. Με βοήθησε να φτιάξω τοα πρώτα μου μελομακάρονα και μου κρατούσα τη σήτα για να κοσκινίσω την άχνη στους κουραμπιέδες. Χτες, γέμισε αλεύρι το σαλόνι , όσο εγώ άνοιγα φύλλο για τις πίττες κι έπειτα γέμισε με ζυμάρι το πρόσωπό μου.
Σήμερα γέμισε το σαλόνι μου κάλαντα. Ξύπνια από τις οκτώ το πρωί να ετοιμάσω τα τελευταία πριν την εκδρομή προς το Νότο όπου θα πάω μαζί με τον Άντρα που γεμίζει το σπίτι μου Έρωτα πιο μελωμένο από εκείνα τα μελομακάρονα που στολίζουν το τραπέζι μου. Θα δω γνώριμα πρόσωπα, θ’ ακούσω χαρούμενες φωνές και θα γνωρίσω κι έναν άνθρωπο καινούριο, ολοκαίνουριο και μικροσκοπικό, με μάτια μεγάλα και απορημένα. Έναν άνθρωπο αγνό και πανέμορφο που συχνά έχει λόξυγκα και με κάνει να γελάω. Θα του αγγίξω το χέρι με τον δείκτη του αριστερού μου χεριού κι εκείνος θα μου κλείσει το δάχτυλο μες την παλάμη του. Θα του δώσω την αγάπη της καρδιάς μου κι έτσι θα γνωριζόμαστε για πάντα….
Φεύγω. Ρίχνω μια ματιά τελευταία έξω από το παράθυρό μου και η ατμόσφαιρα μυρίζει ξύλο από το τζάκι που καίει στις ψυχές των ανθρώπων. Ίσα που βλέπω τα λαμπιόνια του απέναντι σπιτιού πίσω από ένα υπέροχο πέπλο ομίχλης. Θα πάρω το πνεύμα των Χριστουγέννων μαζί μου και θα το αφήσω ελεύθερο λίγο πριν ξημερώσει η αυριανή μέρα. Είχε να έρθει από τότε που ήμουν παιδί και ήρθε και τώρα επτά μέρες πριν γίνω τριάντα ένα χρονών. ‘‘Ελπίζω να μη κάνουμε πάλι καμιά εικοσαετία να τα πούμε!’’ θα του πω και θα το αποχαιρετίσω. Χωρίς θλίψη. Χωρίς νοσταλγία. Πρέπει να συμμαζέψω τη γωνιά του να φιλοξενήσω τον Αη Βασίλη και λίγο πριν αλλάξει η χρονιά, λίγο πριν την επέτειο της γέννησής μου, να του πω να μη με μαλώσει όπως πέρυσι γιατί φέτος τα έδωσα όλα για να μου φέρει το δώρο που του ζήτησα μέσα στο δυο χιλιάδες δέκα…

Χρόνια Πολλά πνεύμα των Χριστουγέννων!
Χρόνια πολλά Αϊ Βασίλη!
Χρόνια πολλά καινούριε άνθρωπε!
Χρόνια πολλά αγαπημένοι μου όλοι!
Χρόνια πολλά κόσμε….

Φώτο: http://hagge.deviantart.com/art/happy-holidays-72001079
Παραμονή Χριστουγέννων 2009 09.39

16.12.09

22.10


Ζω στη πιο γοτθική περιοχή της πόλη στην άκρης της Γης. Μπαίνω μέσα σ’ ένα σύννεφο και κρύβω τις ανασφάλειές μου, τα πολύτιμά μου, το θυμό, τη χαρά, την οργή μου και τους οργασμούς μου. Εκεί έκρυψα και τα τελευταία δάκρυα των ματιών μου που χύθηκαν πέρσι, πρόπερσι, πριν από διακόσια χρόνια- τόσο παλιά μου φαίνεται και ούτε που το θυμάμαι πια. Νομίζω πως μαζί σου έχω κλάψει όλα μου τα δάκρυα μα πάντα έχω κι άλλα, κι άλλα, κι άλλα, κι άλλα… νομίζω πως μαζί σου έχω θυμώσει όλους τους θυμούς του κόσμου, πως έχω οργιστεί όλες τις οργές του σύμπαντος. Μαζί σου έχω αγαπήσει όλες τις αγάπες των μαμάδων, έχω βιώσει όλους τους οργασμούς όλων των θηλυκών υπάρξεων του πλανήτη σε αυτή τη ζωή και σε όλες τις προηγούμενες… Και όλα αυτά τα έχω βάλει μέσα στο σύννεφο. Κρυμμένα μέσα στην ομίχλη της πιο γοτθικής περιοχής της πόλης στην άκρη της Γης. Κι όταν εκείνο φεύγει, τότε εγώ χνωτίζω όλα τα τζάμια του σπιτιού με την ανάσα μου και σχηματίζω ομίχλη με το νου…

Τετάρτη 16/12/09 21.52
Φώτο: http://unfashionable.deviantart.com/art/Fog-48784125

25.11.09

25868



Φεύγει και αυτός ο χρόνος κι εγώ ξέχασα να πω τριανταένα. Έμαθα και τρεις καινούριες λέξεις να τις βάλω στο κουτί του εννιά ως γνώση για το δέκα, το έντεκα, το σαράντα εννιά. Είπα να ψήσω στη φουφού τις αναμνήσεις του παρελθόντος και μια αιθαλομίχλη κάλυψε τα πάντα και κρύφτηκαν. Έψαξα μα δεν έβλεπα ούτε την πέτρα που τρύπησε το παπούτσι μου και τελικά και την πατούσα μου και πληγώθηκα.
Ευκαιρία τώρα που έχω άδεια να τακτοποιήσω. Εδώ το χτες και στο απέναντι ντουλάπι το σήμερα. Σε τάξη. Σαν τα βαζάκια μαρμελάδας στο μπαούλο της γιαγιάς. Έτσι. Να μη μπερδεύεται το ένα με το άλλο με αποτέλεσμα να γίνουν τα όριά μου ακαθόριστα. Θέλω να ξέρω πού και για πόσο υπάρχει το καθένα.
Μερικές φορές τα λόγια μου διανύουν χιλιόμετρα και μένουν από βενζίνη πριν φτάσουν στ’ αυτιά σου. Δε φταις εσύ. Εγώ φταίω που δεν έβαλα εκείνη με τα πολλά οκτάνια γιατί υποτίμησα τη διαδρομή. Ή που πάτησα πολύ το γκάζι και αναλώθηκαν τα καύσιμά τους στη μισή διαδρομή. Φταίει ίσως και η ευνουχισμένη έμπνευσή μου καθώς της έκανε υστερεκτομή το σήμερα και δε μπορώ να πω κουβέντα…
Κι εσύ, γλυκέ μου, ο μεγαλύτερος κόσμος του κόσμου μου θα βρεθείς σε λίγο πλάι μου να μου πιάσεις τα μαλλιά μου που τα έκοψα εχτές και θα τα ψάχνεις. Δε τα κράτησα να τα βάλω στο κεφάλι σου να με νιώθεις δικιά σου, γιατί το αποφάσισα να είμαι πριν ένα χρόνο και δεκαοκτώ μέρες. Με κομμένα μαλλιά που μια μέρα θα βαρεθώ να ακούω και θα τα μακρύνω ξανά. Φεύγω τώρα. Πάω να πετσοκόψω τις πατάτες. Εκείνες που μου έμειναν στο πάτωμα της κουζίνας από προχθές…

Τετάρτη 25/11/09 14.39
Φώτο: http://kleanthis.deviantart.com/art/instinct-105215100