19.6.09


Δε ξέρω τι πηγαίνει στραβά μερικές φορές και τα πράγματα απο εκέι που έχουν χρώμα κόκκινο και φωτεινό, μετατρέπονται σε ένα σκατί χρώμα και σαπίζουν. Μια κουβέντα, μια διάθεση και όλα γίνονται πυροτέχνημα ερασιτέχνη πυροτεχνουγού, γίνονται όλα σκόνη και σκουπίδια πεταμένα μέσα σε έναν αέρα αρρωστημένο.
Έτσι και σήμερα. σε περίμενα όπως κάθε βράδυ μέχρι τη μία να πουμε καμιά βλακεία, να μείνουμε για λίγο μαζί και τελικά το μόνο που καταφέραμε είναι εσύ να είσαι στον καναπέ πίσω απο την κλειστή πόρτα του γραφείου κι εγώ σε ένα παράλληλο σύμπαν, θαρρώ, στον υπολογιστή να γράφω τον πόνο μου τον άπονο και τον αδιάφορο. Για ΄σενα; Για ΄μένα; Ούτε που ξέρω και δεν είμαι και σε θέση αυτή τη στιγμή να πω και αν με νοιάζει τελικά.
Αυτό που διαπιστώνω πολλές φορές είναι πως στη σχέση αυτή μόλις κάποιος απο τους δύο πιάσει έστω και για πλάκα την άκρη του σχοινιού, ο άλλος δε χάνει ευκαιρία να πιάσει απο την άλλη. Η ώρα πήγε δύο παρά δεκατέσσερα κι εσύ είσαι ακόμα στο σαλόνι κι εγώ είμαι ακόμα στον υπολογιστή.
Ε, λοιπόν που τα λες βαριέμαι του θανατά. Σήμερα για παράδειγμα η ζωή μου κύλισε χυμένη στον καναπέ, που απο τα εικοσιένα μου φιλοξενεί κάθε είδους βαρεμάρας μου, και έμεινα άπρακτη μέχρι που άρχισα να χύνομαι στην τηλεόραση βλέποντας ασταμάτητα Grays Anatomy και διαφημήσεις ακούγοντας απο μέσα το «κλίκ κλίκ» του ποντικιού σου καθώς εργαζόταν ασταμάτητα. Μόνη... όχι, δε σε κατηγορώ ξέρω πως διαλέγεις παρέα απο δουλειά αλλά και η δική μου μοναξιά έφτασε στο ταβάνι του σπιτιού και με το ζόρι τη συγκρατώ να μην ανέβει στη σοφίτα και τα κάνει όλα λαμπόγυαλο εκεί πάνω. Μια σοφίτα που τελικά έχω την αίσθηση πως δε θα φτιαχτεί ποτέ γιατί κάθε που λέμε να απλώσουμε χέρι να τη βάλουμε σε τάξη, εγώ καταλήγω στον υπολογιστή να ξεσπάω τα νεύρα μου πάνω στο πληκρολόγιο μιλώντας στην παιδική αόρατη φίλη μου, δίχως σταματημό και δίχως τελεία ή κόμμα στις προτάσεις μου.
Βαρέθηκα. Μου έκλεισες και την πόρτα... πνίγομαι. Αλλά σάμπως και να φωνάξω θα με ακούσει κανείς; Σκατά. Δε βαριέσαι...συμβαίνουν αυτά θα μου πείς......

Παρασκευή 19/06/09 01.52
Φωτό: http://krapfen.deviantart.com/art/unhappy-girl-96012034

18.6.09


Για κοίτα να δεις... η βροχή ίσα που ακούμπησε το μπαλκόνι μου! Μια σταγόνα ξάπλωσε πάνω στα πράσινα κάγκελα κι άρχισε να μου λέει τα μυστιικά της. Ιστορίες αλλόκοτες που ούτε καν ξέρω αν θα τις θυμάμαι όταν στεγνώσει και γίνει λεκές στο κάγκελο.
Μου λέει, πως πριν λίγες μέρες ήταν ουράνιο τόξο. Πριν μήνες νιφάδα χιονιού. Και πριν χρόνια μικροσκοπικό χαλάζι. Μου μίλησε για τους έρωτές της, για τα ταξίδια της μέχρι και τον ερχομό της στο μπαλκόνι μου. Δυο κουβέντες μου ψιθύρισε κι έφυγε.
Πονάει η κοιλιά μου κι εγώ έχω γεμίσει το κορμί μου με παυσίπονα απο χτες. Τα πόδια μου τα νιώθω κομένα απο τους μηρούς και νιώθω πως αν σηκωθώ να κάνω ένα βήμα θα πέσω. Χτες βράδυ το κορμί λούστηκε απο βροχή στο Καραμπουρνάκι μπροστά στη θάλασσα και οι αστραπές έπεφταν δίπλα στα πόδια μου. Άναψα ένα τσιγάρο κι έμεινα κάτω απο μια τέντα, δήθεν μου τάχα μου πως με προστάτευε. Όχι. Δε ξεγελούσα τη βροχή. Ούτε εκείνη εμένα. Και οι δυο μαζί ξεγελούσαμε τους άλλους που φώναζαν να μπω μέσα κι εγώ απαντούσα πως είμαι κάτω απο τη τέντα και δε βρέχομαι. Ψέμα που αποκαλύφθηκε όταν μπήκα μέσα τελικά στάζοντας πάθος βροχής.
Μέχρι να επιστέψω σπίτι, την πήραν τα σύννεφα σε άλλη γειτονιά. Κι εσύ πήρες αγκαλιά εμένα κι έβαλες το χέρι σου στην πονεμένη μου κοιλιά. Με πήρε ο ύπνος. Μέχρι σήμερα το πρωί που το χέρι σου χάιδεψε την πλάτη μου...

Πέμπτη 18/06/09 12.17
Φωτό: http://acidaliaadrasteia.deviantart.com/art/Dancing-In-The-Rain-86934772
http://cunyadenki.deviantart.com/art/rain-44201581

16.6.09

Και τελικά ο νους σταμάτησε. Όχι πως δε μπορεί να σκεφτεί άλλο πια, μα, να, είναι που η θέση στο κρεβάτι απο τη μεριά σου είναι ζεστή κι εγώ νιώθω πλήρης. Μου αρέσει να κοιμάμαι στο μαξιλάρι σου όταν σηκώνεσαι το πρωί και να βουλιάζω στη λακούβα που έχει στο σχήμα του κορμιού σου. Μπαίνω μέσα της και γίνομαι εσύ με έναν τρόπο περίεργο και ανορθόδοξο. Μυρίζω όπως εσύ, κοιμάμαι όπως εσυ, και όταν το ξυπνητήρι γίνει Σάββατο πρωί τότε επιστρέφω στο σώμα μου. Όχι, δεν είναι πως με απαρνήθηκα, όχι. Είναι πως μου αρέσει αυτό το παιγνίδι εγώ να γίνομαι εσύ κι έπειτα να γίνομαι ξανά εγώ.
Προχτες έκλεισα τις στιγμές στο κουτί με τις κλωστές και τις βελόνες που μου είχε χαρίσει η Λένα πριν δυο ή τρία καλοκαίρια και τις έβαλα δίπλα στα χρωματιστά κουβάρια να δω τι χρώμα στιγμές θα κεντίσω για να ταιριάζουν. Μου αρέσει το μπλε με το κίτρινο που σου είχα αγοράσει για φορεσιά πριν τέσσερις μήνες αλλά μάλλον εσένα δε σου αρέσει πια και άφησες το δωμάτιό σου σκονισμένο και το μπλε σε λίγο θα γίνει γαλάζιο. Εντάξει δε, λέω, πέρασα κι εγώ απο μια περίοδο που φορούσα συνέχεια το ίδιο φόρεμα, όχι επειδή μου άρεσε αλλά επειδή βαριόμουν να ψάξω για κάτι καινούριο, αλλά κάποια στιγμή η ανάγκη γύρισε την πλάτη της στην απραξία και σηκώθηκα απο τον καναπέ δίχως πόδια και είπα δυο κουβέντες. Όχι τυπικές, αλλά όχι και τίποτα σημαντικό, μη φανταστείς.
Σου μιλώ σα να είσαι απέναντί μου μπροστά απο τον λαχανί τοίχο του γραφείου. Αλλά εσύ θα με ακούσεις μάλλον όταν σου πω πως σου μίλησα λίγο το απόγευμα, ναι, τότε που έπλεκες συνταγές ευτυχίας απένταντι απο τα μάτια μου αλλά δε με έβλεπες. Ούτε με άκουγες. Θα γυρίσεις το βλέμμα σου αλλού, θα το σηκώσεις προς τα μάτια μου, θα μου χαμογελάσεις και θα μου δώσεις ένα φιλί με όλα τα Σ’αγαπώ του κόσμου. Αλλά και πάλι δε θα έχεις κάτι να μου πεις.
Σε λίγο θα φύγω θα πάρω το αμάξι και θα πάω ακόμα πιο βόρεια και όπου βγάλει ο δρόμος. Θέλω να τελειώσεις το σπίτι με τις πάπιες και να έρθεις μαζί μου. Άραγε γίνεται να μη μιλά το μυαλό και το κορμί να βγάζει γράμματα καλλιγραφικά απο κάθε πόρο σχηματίζοντας λέξεις; Άραγε γίνεται να με κοιτάς στα μάτια και να μιλάς δίχως φωνή; Άραγε γίνεται να γράφεις για μια μεγάλη αγάπη για πάντα; Άραγε γίνεται να υπάρχει έμπνευση δίχως πόνο;
Τώρα που οι Δράκοι βράχνιασαν, τώρα που οι Νεράϊδες γέρασαν και οι Πρίγκηπες των παραμυθιών προτιμούν τα γρήγορα αμάξια απο τα άλογα, έλα και απόψε δίπλα μου να σου φτιάξω ένα παραμύθι...
Τρίτη 16/06/09 10.32
Φωτό: http://otherjoseph.deviantart.com/art/drivingaway-66904341

3.6.09

Θα σφουγγαρίσω το πάτωμα κι έπειτα θα βγω να κάνω ένα τσιγάρο στο μπαλκόνι. Η αϋπνία έψαχνε για μαλάκες και χτες το βράδυ συναντηθήκαμε ξανά στο μονό κρεβάτι της κλινικής. Με τα μάτια καρφωμένα στο ηλεκτρονικό ρολόι του ασύρματου τηλεφώνου να φέγγει κατευθείαν μέσα στις κόρες των ματιών μου, μετρούσα προβατάκια-δυο χιλιάδες δεκαπέντε, δυο χιλιάδες δεκαέξι, δυο χιλιάδες δέκαεπτά...- κι έπειτα βαρέθηκα κι άρχισα να προσπαθώ να βρω πόσα πόδια προβάτων πέρασαν σήμερα τη μάντρα του ύπνου μου κι αναρωτήθηκα πόσα ακόμα θα έπρεπε να περάσουν απο την άλλη μεριά μέχρι ο ύπνος μου να ξυπνήσει, να σηκωθεί απο τον καναπέ και να έρθει στο κρεβάτι μου. Ο ήλιος βγήκε νωρίτερα απο την ώρα του και ο πονοκέφαλος χτυπά ξυπνητήρια παλαιού τύπου στο κεφλαι μου και το γεμίζει τρύπες.
Έβγαλα τα αθλητικά μου και γλύστρησα αθόρυβα ως την κρεβατοκάμαρα. Κι έπειτα στο μπάνιο. Το τόστ ψήνεται ανάμεσα σε μια σιωπή που με κάνει να αναρωτιέμαι. Ένα πνιγηρό γέλιο απο το γραφείο κοροϊδεύει τις απορίες μου κι έρχομαι προς το μέρος σου γελώντας. Και με τον ήχο του γέλιου ο πονοκέφαλος την κοπάνησε ηττημένος απο τα μάγια.
Περιμένω να μου περάσει η όρεξη για μοναξιά και να βγω να πάρω το αμάξι να πάω στη Ντίνα. Ο ουρανός είναι πάλι κατάμαυρος αν και το πρωί στις επτά είχε άλλα σχέδια ο καιρός. Καλά που πήρες το αμάξι. Κάτι ήξερες και δε πήρες τη μηχανή και μου το έλεγες απο τις οχτώ παρά είκοσι το πρωί. Να ρίξει, λέει, μια βροχή.. να βρω στο μπαλκόνι και να θαυμάζω τις στάλες που πέφτουν. Κοίταξε τι ωραία που πέφτουν..
Κάθομαι και παρατηρώ τις μπουρμουλίθρες του ενυδρείου να ανεβαίνουν ως τα πάνω και να πιτσιλάνε τον τοίχο. Ο Μπόμπος-αστεία αστεία έμεινε αυτό το όνομα που ητανε δήθεν μου τάχα μου προσωρινό, αλλά ουδέν μονιμότερον- είναι ακόμα κλεισμένος στο πιθάρι του γιατί τώρα πια είναι δικό του. Μου θυμίζει τον Διογένη. Σου το έχω πει ξανά. Νομίζω πως βαρέθηκα. Φεύγω.

Τετάρτη 03/06/09 11.01
Φωτό: http://abbina.deviantart.com/art/Writing-on-White-113085689

29.5.09

Κρύβω μέσα μου ένα αιώνιο παιδί. Τραγουδάει τα πρωινά και μέχρι να μεσιμεριάσει έχει ξεσπάσει στο στομάχι μου. Ό,τι και αν το ρωτήσεις θα σου πει κόκκινο. Περιμένει τριακόσιες εξήντα πέντε μέρες για να μου πει πως τώρα που μεγάλωσε κι άλλο έχει περισσότερες απαιτήσεις. Κι εγώ περιμένω άλλες τόσες για να του την ‘‘πω’’. Συνήθως μιλάμε μόνο εκείνη τη μέρα. Τις υπόλοιπες μου κρατάει μούτρα κι εγώ κάνω πως δε καταλαβαίνω πως τελικά είμαστε δυο.
Έχει δυο βράδυα συνεχόμενα που κάνω διακοπές στο μπροστά μπαλκόνι. Ανάβω ένα κερί για τα κουνούπια και μια δάδα που η φλόγα της φτάνει ως τον ουρανό και τον καίει. Προχτες έβαλα φουξ μαργαρίτες στα νύχια μου που δεν υπάρχουν. Και χτες έπιασα τον αφαλό μου και αναγούλιασα.
Περιμένω επισκέψεις το Σαββατοκύριακο που ακόμα και αν έκαναν την εκδρομή μου να πάρει τα πράγματα της και να πάει περίπατο, αυτές τις επισκέψεις τις περιμένω πάντα στο παράθυρο μπροστά. Θα βρέχει, λέει. Κι εγώ με ‘σένα θα βάζω τις κουρτίνες στα παράθυρα και θα φτιάξω τη σοφίτα.
Σήμερα το πρωί κοιμάμαι απο χτες το απόγευμα. Άνοιξα τα μάτια μου και κατάλαβα πως τελικά η βροχή είναι ο πιο συνεπής καλεσμένος μου. Έσταξε στα τζάμια μου να με ξυπνήσει κι εγώ έτρεξα τρέχοντας στο παράθυρο να της ανοίξω κι αισθάνομαι ντροπή που την άφησα να περιμένει απο έξω όσο εγώ κοιμόμουνα. Την είδα να πέφτει μαλακή πάνω στα μαρμάρινα περβάζια και τα πράσινα κάγκελα. Ξεπλένει τα πλακάκια στο μπαλκόνι μου, πότίζει τα λουλούδια μου, κάνει τη ζωή μου πιο εύκολη απο πριν και τη διάθεσή μου υγρή. Ανεβαίνω στι σοφίτα και ακούγεται το περπάτημά της πάνω στη σκεπή και προσπαθώ να θυμηθώ αν έτυχε ποτέ και πότε να ακούσω ξανά τα βήματά της πάνω σε κεραμύδια αλλά η ώρα πέρασε κι εγώ ακόμα δε βρήκα ανάμνηση που να ζωντανεύει πεθαμένες αναμνήσεις. Όχι, δε φταις ούτε κι εσύ ֹτι να κάνεις μέσα σε μια ζωή δεκαετίας που ζούσε πολλές πόλεις μακριά;

Φεύγω...
Φωτό: http://www.deviantart.com/print/2624289/?itemids=&itemtypeids=
Παρασκευή 29/05/09 09.52

20.5.09


Έχω στερέψει εντελώς. Χτίζω μια γέφυρα απο το ιερό της ψυχής μου μέχρι το αχούρι του μυαλού μου και κόβω στείρες βόλτες. Το λευκό της ψυχής μπαίνει στην ίδια πλύση με το μαύρο της σκοτεινής πλευράς μου και ξαφνικά μετατρέπονται όλα σε ένα τρισάθλιο γρι. Ψάχνω να βρω γιατί κλαίω μα δε μπορώ να καταλάβω ούτε κι εγώ η ίδια απο που προέρχομαι. Βουβαίνομαι και περιμένω να σταματήσω να κλαίω.

Το κλάμα μου μετατρέπεται σε χειμαρώδη βροχή που κατάπνιξε χτες βράδυ όλες μου τις λύπες. Τα μπαλκόνια γέμισαν με νερό και τα δάχτυλα των ποδιών μου κρύωσαν. Έστριψα ένα τσιγάρο να απολαύσω τις αστραπές που έκαναν τη νύχτα μέρα και σκεφτόμουν πως έχω να δω τέτοιο πράγμα απο τότε που ήμουν έφηβη και την έβγαζα στο χωριό. Ανάμεσα στις πολυκατοικίες δε φτάνει το φως. Αστραπές και βροντές. Φως μεσα στην κατασκοτεινιά. Κι εγώ στο μπαλκόνι. Κι εσύ στο γραφείο. Κι εγώ στην καρέκλα. Κι εσύ να με κοιτάς και να χαμογελάς. Ξέρεις πως είμαι. Είμαι υπέροχα κι ας μη μου φαίνεται διόλου μέσα στη σιωπή του λόγου μου.

Κουράστηκα σήμερα. Κουράστηκα να παίζω μόνη με τις κούκλες μου κι εμένα να μη με παίζει κανείς. Όχι, δε φταίνε οι άλλοι, αλλά και με τον εαυτό μου κουράζομαι πολλές φορές που θέλει αυτά κι έπειτα τα αναθεωρεί και τα πετάει στα σκουπίδια τσαλακώνοντας τα θέλω μέσα στις παλάμες. Ακόμα και την γκρίνια μου βαρέθηκα. Εσύ αλήθεια, πως με αντέχεις ακόμα;

Εσύ είσαι άλλο. Είσαι ο καλύτερος φίλος μου. Κάθεσαι στον καναπέ απέναντί μου και μου ανοίγεις συζήτηση περι ανέμων και υδάτων γιατί ξέρεις πόσο πολύ έχω ανάγκη απο επικοινωνία. Είσαι ο εραστής μου που τα βράδια πέρνει το στήθος μου στην παλάμη του καθώς με αγκαλιάζει για να κοιμηθεί. Κι εγώ μικρή σαν ξωτικό απλά κουρνιάζω μέσα σου κάθε που οι κεραυνοί πέφτουν δίπλα στο σπίτι μας με φωνή...

Φωτό: http://iza87.deviantart.com/art/Storm-91803187
Τρίτη 19/05/09 13.32

18.5.09

Η ώρα πήγε τόσο που βαριέμαι. Ακόμα και να κρατήσω την υπόσχεσή μου για σιδέρωμα. Χίλιοι τόνοι απο αυτά τα άψυχα που έχουν όμως φωνή και τα ακούω μέσα στο κεφάλι μου προσπαθούν να δραπετευσουν μέσα απο τη ντουλάπα και να πάνε στα συρτάρια τους τακτοποιημένα, μα βαριέμαι.
Ήρθε η Ρούλα σήμερα κι εγώ θα πάω για καφέ μαζί της ατο Πανόραμα μαζί με τη Ντίνα. Μπορεί, λέει, να έρθει και ο σπόρος και μια που είπα σπόρος να σου πω πως ο Σοφοκλής, αν και ο πιο μικρός απο όλους, έγινε ο πιο μάγκας εκει μέσα. Τον βλέπω καθώς κόβει βόλτες ανάμεσα στις μπουρμπουλίθρες οξυγόνου να κάνει τούμπες. Ο Μπόμπος βγήκε απο το πυθάρι του λίγο και για μια στιγμή τις προάλλες μου θύμισε τον Διογένη.
Μετά τη χθεσινοβράδυνή μπόρα το μυαλό μου πλυμμύρισε κι εγώ προσπαθώ να μαζέψω τα πάντα με σφουγγαρόπανο. Οι φακές βράζουν και χύνονται όλες πάνω στην κεραμική κι εγώ παρατάω τη τεμπελιά μου στο μπράτσο της διπλανής πολυθρόνας και σηκώνομαι σαν ελατήριο. Επιστέφω πίσω και βρίσκω τη τεμπελιά μου μούσκεμα απο τα λιμνάζοντα νερά μιας βόλτας βροχερής που κράτησε απο χτες το βράδυ που έφυγα μέχρι σήμερα το πρωί που γύρισα. Έφυγα... γύρισα...
Μια μπλούζα σου μακό το έσκασε απο το ανοιχτό φύλο της ντουλάπας και τρέχει στο σαλόνι. Την πιάνω με κόπο και της λέω πως κέρδισε. Ξεκινώ σιδέρωμα...

Δευτέρα 18/05/09 13.30
Φωτό: http://mademoiselle-phoenix.deviantart.com/art/To-Wish-Impossible-Things-89037158