3.1.08

...



Στην άκρη ενός σκοτεινού μπαρ καθόντουσαν οι δυο γυναίκες. Τα γέλια τους δυνατότερα και από τη μουσική, έκαναν τους θαμώνες του μπαρ να γυρίσουν και να τις κοιτάξουν. Κι εκείνες κοιτάχτηκαν στα μάτια, έβαλαν το χέρι στο στόμα και με κόπο συγκράτησαν τα δυνατά γέλια που λίγο μετά δραπέτευσαν από τα χείλη τους. Όλος εκείνος ο κόσμος που της περιλάμβανε για μερικές στιγμές και τις φιλοξενούσε απλά, μια που ήξεραν πως ο δικός τους κόσμος βρισκόταν πολύ μακριά από αυτόν, συχνά πυκνά έστρεφε την προσοχή του σε αυτές. Προκλητικά χαρούμενες. Προκλητικά όμορφες. Προκλητικά λαμπερές…

Τα γέλια σώπασαν. Δυο μικρές καύτρες τσιγάρου έλαμψαν σαν πυγολαμπίδες μέσα στο σκοτάδι του bar. Από τα ηχεία ακουγόντουσαν όμορφες μουσικές συνοδευμένες από λόγια που άλλοτε προκαλούσαν σκέψεις και άλλοτε ξυπνούσαν αναμνήσεις σκουντώντας τες απαλά στον ώμο. Άφησαν τον καπνό να μπει στο κορμί τους, καθώς συζητούσαν, και να ποτίσει με νικοτίνη τα κύτταρα τους προσφέροντας την απόλαυση που μόνο ένας καπνιστής μπορεί να νιώσει. Ο καπνός έβγαινε από τα χείλη τους ακουμπούσε πάνω στο πρόσωπο και διαχέονταν στον χώρο, στους τοίχους σαν κρυμμένα μυστικά που πια μαθεύτηκαν και δε μπορείς να τα κρύψεις από πουθενά…

Αποφάσισαν να φύγουν. Με χαμόγελο αφοπλιστικό, σχεδόν, έκαναν νόημα στον barman να έρθει να τον πληρώσουν. Οι θαμώνες, λες και θα χάνανε την συνεχεία από ένα έργο που γραφεί ‘‘συνεχίζεται’’ πάνω σε όμορφη στιγμή, γύρισαν και τις κοίταξαν απορημένα. Κι εκείνες κοιτάχτηκαν και πάλι και χαμογέλασαν. Ή μια βοήθησε την άλλη να φορέσουν τα βαριά χειμωνιάτικα παλτό τους και άνοιξαν την κρύα πόρτα ενώ ο παγωμένος αέρας ήρθε και τις άρπαξε από το πρόσωπο. Έκρυψαν το πρόσωπο τους μέσα στο παλτό τους και η μία έπιασε από τη μέση την άλλη, ενώ η δεύτερη κούρνιασε μέσα στην αγκαλιά της πρώτης στην προσπάθεια της να ζεσταθεί.

Βρήκαν στο δρόμο ψάχνοντας ταξί. Δεν ήταν για οδήγηση τώρα. Ήπιαν λίγο παραπάνω. Ψυχή ζώσα δεν υπήρχε γύρω. Λες και όλοι κρύφτηκαν στα σπίτια τους από μια απειλή. Ένα ταξί ανταποκρίθηκε στο κάλεσμα τους. Σταμάτησε και της επιβίβασε.

Σαν να ζεστάθηκαν λίγο. Η μια έβαλε τα παγωμένα κατάλευκα χέρια της μέσα στις χούφτες τις άλλης για να ζεσταθούν.. έφτασαν σπίτι…

Το ζεστό φιλόξενο σπίτι τους με τα πολύχρωμα υφάσματα και τα ξύλινα διακοσμητικά της αγκάλιασε απαλά. Εκείνες έβγαλαν τα κρύα ρούχα τους έβαλαν τα ρούχα του σπιτιού τους και προχώρησαν προς το κρεβάτι τους. Κάθισαν εκεί λίγη ώρα και η μια διάβαζε το βιβλίο, που ξεκίνησαν εκείνη την περίοδο, στην άλλη και σχολιάζανε τις απορίες τους…

Αποκομμένες από έναν κόσμο που δε μπορεί να τις αφομοιώσει, λόγω έλλειψης κατανόησης ή αντίληψης της αγάπης, δημιούργησαν έναν δικό τους. Κοίταξαν το ρολόι στο κομοδίνο. Η ώρα πέρασε. Φιλήθηκαν απαλά και πέσανε αγκαλιά για ύπνο. Μια γέφυρα που ενώνει τις ζωές τους θα ενώσει και τα όνειρα τους εκείνη τη νύχτα…





03/02/08 13.
27

φωτό:http://sollena.deviantart.com/art/what-girls-are-talking-about-19139550

2.1.08

Η πεταλούδα...

Πολύχρωμη και όμορφη πήγε και κάθισε στην άκρη από το κάγκελο του σχολείου. Έμεινε ώρα πολύ εκεί. Ανοιγόκλεισε τα φτερά της μια δυο φορές και μετά, με τα φτερά κλειστά έμεινε εκεί ακίνητη και μόνη. Ένας άνεμος φύσηξε απρόσμενα λες και υπήρχε κάποιος λόγος που το έκανε. Χάιδεψε απαλά το πρόσωπο του μικρού αγοριού που την κοιτούσε επίμονα και τη θαύμαζε καθώς εκείνη ξεκουραζόταν. Ο άνεμος έφερε για λίγο τα μαλλιά του μπροστά στο πρόσωπο του, και το αγόρι με το χέρι του τα πήγε απαλά προς τα πίσω. Ο αέρας πηρέ την πεταλούδα, τη σήκωσε απαλά, και την ακούμπησε μπροστά στα πόδια του μικρού αγοριού. Δε σάλευε πια… η πανέμορφη πεταλούδα είχε πεθάνει…


02/01/08 12.44
φωτό: http://stuupid.deviantart.com/art/dolls-35419996

29.12.07

"Έσπασε η αγαπημένη μου κούκλα..."





Το μικρό ξωτικό βγήκε από την κρυψώνα του και άρχισε να χοροπηδάει γύρω της περιμένοντας ένα της χαμόγελο για να ανάψει το παιγνίδι για τα καλά.. Αλλά εκείνη σήμερα δεν είναι γελαστή. Δεν έχει καμιά όρεξη να παίξει μαζί του. Είναι θλιμμένη..
‘‘Τι έχεις;’’ Ρώτησε το μικρό ξωτικό. ‘‘Έσπασε η αγαπημένη μου κούκλα’’ απάντησε εκείνη.
‘‘Το πορσελάνινο πρόσωπό της έγινε κομμάτια…’’

Το ξωτικό κατέβασε το κεφάλι του. Προσπάθησε να την παρηγορήσει, αλλά μάταια. Δεν ήταν στεναχωρημένη…θλιμμένη ήταν. Με την κούκλα της ανάμεσα στα χέρια και με το κεφάλι σκυμμένο από πάνω με βλέμμα που δηλώνει άρνηση να πιστέψει…

Το ξωτικό έφυγε… μόνο και στεναχωρημένο… την αγαπούσε… πονούσε να τη βλέπει θλιμμένη…πήγε και κάθισε στη μοναχική γωνιά του πάρκου πάνω στην κούνια ακόμα πιο θλιμμένο από εκείνη...

29/12/07 11.46
φωτό: http://stuupid.deviantart.com/art/dolls-35419996

20.12.07

Ψάξε λίγο....


Ψάξε λίγο… ανάμεσα σε δίσεκτα λόγια που πόνεσαν κάποτε. Ανάμεσα στα μικρά συρτάρια που μέσα τους στριμώχτηκαν στιγμές αλλοτινές, εικόνες γεμάτες χρώματα ή και ασπρόμαυρες, φωνές χαρούμενες, κλάματα βουβά…

Ψάξε λίγο… κάπου εκεί ανάμεσα στα ντουλάπια που με προσοχή τακτοποιούσαμε όλα εκείνα που επρόκειτο να βγάζαμε προς τα έξω. Στιγμές φανταχτερές με μικρά κρύσταλλα που λαμπιρίζουν στολισμένα πάνω τους…

Ψάξε λίγο… ίσως κάτω από τον καναπέ, που έκρυβε όλα εκείνα που έπρεπε βιαστικά να κρύψουμε. Με το πόδι και χαμογελώντας σκουντούσαμε από κάτω του τη θλίψη της ημέρας, έναν έντονο τσακωμό, και μερικές φορές λέξεις οργισμένες ή πονεμένες που έμοιαζαν με οδυρμό, κάθε φορά που αντηχούσε στους τοίχους η λέξη ‘‘χωρισμός’’…

Ψάξε λίγο… ίσως βρεθείς στο πατάρι ανάμεσα στα κουτιά που φιλοξενούσαν τα όνειρα μας κάθε Χριστούγεννα. Είναι εκείνα που μας κάνανε θα αιθεροβατούμε πάνω σε μικρά συννεφάκια από βαμβάκι ή μετάξι και μας πήγαιναν πότε σε εκείνο το όμορφο μέρος και πότε στο άλλο. Τα όνειρα μας που μαζί τους θα βάζαμε φωτιά και θα καίγαμε όλο τον κόσμο. Τα όνειρα μας που τόσο μοιάζουν με εφηβικά…

Ψάξε λίγο... μπορεί εκεί πίσω από το βρεγμένο τζάμι που η βροχή του χάρισε για παρέα μικρά κρύα δάκρυα νερού που χορεύουν πάνω του ακανόνιστα και πότε πάνε από εδώ, πότε από εκεί, σαν να θέλουν να απατήσουν το βλέμμα σου. Πότε ακολουθούν μια μοιραία πορεία που χάραξε πριν κάποια άλλη σταγόνα, πότε κυλώντας όλες μαζί και γίνονται χείμαρρος που παίρνει κάθε σκόνη από το κρύο τζάμι, μαζί με τις σκέψεις μας που μας έκαναν τα ταξιδεύουμε μαζί σε μοιραία ταξίδια που τελικά δεν έγιναν ποτέ και σκονίστηκαν…

Ψάξε λίγο… κάπου θα βρεις το κορίτσι που με τόσο πάθος αγαπηθήκατε κάποτε…
φωτό: http://amatorka.deviantart.com/art/Look-At-Your-Game-Girl-141413097

20/12/07 09.27

18.12.07

Ό,τι ονειρευτήκαμε...



'Ό,τι ονειρευτήκαμε...
...βρίσκεται πίσω απο τα κλειστά μας βλέφαρα....

Τρίτη 18/12/07 10.23

φωτό:http://lelaihah.deviantart.com/art/Some-happynes-131452277

17.12.07

Φεύγοντας...

-Μίλα μου…
-Τι να σου πω;
-Αυτή η σιωπή σου "τρυπάει" τ’ αυτιά μου…


Εκείνος κατέβασε το κεφάλι. Ήξερε πως η Μαρία έχει δίκιο. Πάει καιρός που εκείνη του ζητάει να συζητήσουν. Εκείνος όμως φυγομαχεί και μάλιστα με άκομψο τρόπο. Και αυτό κάνει τη Μαρία να φλέγεται από θυμό. Σαν να ‘‘γρατζουνάει’’ κάποιες χορδές στο μυαλό της και τις κάνει να πάλλονται ακατάστατα. Πήγε να σηκωθεί απότομα από τον καναπέ. Ένιωσε πως δεν έχει με τίποτα να ασχοληθεί πια μέσα σε εκείνο το δωμάτιο. Έβαλε τις παλάμες της στα γόνατα. Μια σκέψη την έκανε να σηκωθεί δύσκολα. Μια κούραση συσσορεύτηκε και ήρθε να αράξει στους ώμους της. Σηκώθηκε και χωρίς να μιλήσει έφυγε από το δωμάτιο και κατευθύνθηκε προς το γραφείο. Εκεί είναι το μόνο μέρος που οι σκέψεις της παίρνουν φωνή και εκφράζονται μακριά από αδιάκριτα βλέμματα και ανούσιες τυπικές ερωτήσεις…

Άναψε το μεγάλο κερί που βρισκόταν στο πάτωμα και αμέσως φώτισε ο κόσμος της. Έβαλε λίγη απαλή μουσική και άφησε την φαντασία της να καλπάσει στα πιο πράσινα λιβάδια της φαντασίας της. Θα ήθελε να βρισκόταν κάτω από έναν καταρράχτη και να λούζεται. ‘Η σε κάποιο ξύλινο δωμάτιο ενός καταφυγίου μπροστά στο τζάκι πίνοντας κόκκινο ημίγλυκο κρασί διαβάζοντας ή γράφοντας. ‘Η απλά απολαμβάνοντας αλλόκοσμες εικόνες.

Κάποιοι στίχοι απο το τραγούδι ήρθαν και αναταράξαν λίγο τα νερά της ήσυχης λίμνης που κοιτούσε.

"Nothing to win nothing left to to loose"
Σαν λιβελούλα που πετούσε πάνω από τη λίμνη απολαμβάνοντας τις μοναδικές είκοσι τέσσερις ώρες ζωής που έχει και πετάχτηκε αιφνιδιασμένη από το κύμα που προκάλεσε η πτώση ενός βότσαλου μέσα στη λίμνη, τινάχτηκε και η Μαρία και σκέψεις αυτογνωσίας έκαναν την παρουσία τους αισθητή. Δεν ήρθαν τώρα. Υπήρχαν. Απλά παρέμεναν σιωπηλές, περιμένοντας, θαρρείς, μια συμφωνία από το Σύμπαν πριν αρχίσουν να χτυπούν δυνατά τα πόδια τους στο πάτωμα με ρυθμό για να υπενθυμίσουν ή να δηλώσουν πως βρίσκονται ήδη απέναντι της και ας πάλευε εκείνη να τις κλείσει μέσα στο κουτί της λησμονιάς. Ούτε κι
εκείνη ήταν σίγουρη για το αν τον αγαπούσε πια…

Άρχισε να σκέφτεται. Να σκέφτεται τόσο πολύ που το μυαλό της μούδιασε. Σηκώθηκε όρθια. Κοίταξε το ρολόι της. Ήταν εννιά το βράδυ. Τίναξε απαλά τους ώμους της να διώξει ό,τι περιττό κουβαλούσε μέχρι σήμερα. Ό,τι δεν της άνηκε και το κουβαλούσε επειδή κάποτε αποφάσισε να υποχωρήσει. Βγήκε από το γραφείο. Έριξε μια ματιά γύρω της. Όλα ξένα και ψυχρά. Άοσμα. Άγευστα. Ανέβηκε ως το υπνοδωμάτιο της. Άνοιξε τη βαλίτσα και έβαλε μερικά πράγματα μέσα. Όχι τόσο πρακτικά, όσο αναμνήσεις μιας μικρής ζωής πλάι σε εκείνον. Δε μπορούσε να τον κατηγορήσει που έπαψε να την αγαπάει!

Κατέβηκε τη μεγάλη ξύλινη σκάλα. Έφτασε μπροστά του. Του χάιδεψε απαλά το πρόσωπο, του χαμογέλασε και κίνησε προς την ξύλινη εξώπορτα που οδηγούσε έξω από το μεγάλο σπίτι της που όσο μεγάλο ή μεγαλύτερο και να ήταν δε θα έκανε τη φυλακή της πιο άνετη.

-Μαρία…;
-Μη πεις τίποτα. Όχι τώρα.
-Μη φεύγεις…
-Έχω φύγει εδώ και χρόνια…
-Κάθισε να μιλήσουμε.
-…
-Μίλα μου.
-…
-Αυτή η σιωπή σου, Μαρία, μου "τρυπάει" τ’ αυτιά

Τον φίλησε απαλά κι έκλεισε την πόρτα πίσω της διεκδικώντας το δικαίωμα να βρεθεί κάτω από εκείνον τον καταρράχτη ή σ' εκείνο το καταφύγιο που λίγες στιγμές πριν φιλοξενούσαν τα πιο φανταστικά ταξίδια της…


Δευτέρα 17/12/07 21.46

φωτο:http://cnv.deviantart.com/art/Prison-133706927

15.12.07

Χιονίζει..

Η ευτυχία μπορεί να κρυφτεί μέσα σε μικρές, τόσες δα, νιφάδες χιονιού που πέφτουν από τον ουρανό απαλά χωρίς το βάρος τους σχεδόν ασταμάτητα από χτες βράδυ…

Σάββατο 15/12/07 14.37

φωτό: http://haze717.deviantart.com/art/Snowing-in-March-156605127