29.1.16

Phallus

Είναι και αυτά τα ανδρείκελα που βουτάνε μέσα στο ζελέ της ωραιοπάθειας για μη δημιουργηθούν χάσματα στη ψεύτικη ρωγμώδη μάσκα τους και φανερωθεί όλη η σκατίλα. Μα η σκατίλα δεν φανερώνεται μόνο από τις ρωγμές. Βρωμάει. Πάντα βρωμάει. Ακόμα και αν κάνεις πως δε μυρίζεις. Σε χλευάζω, σε κράζω και γελάω μαζί σου ανθρωπίσκε. Μου προσφαίρεις μοναδικές στιγμές ευφορίας όταν σκέφτομαι τη γελοία σου ύπαρξη. Πόση μιζέρια να χωρέσει πια μέσα σε μια ζωή; Απ’ όπου και να σε πιάσω βρωμάς φορμόλη. Πιο πεθαμένος από τον λαιμό και κάτω δεν υπήρξες ποτέ όσο από από το λαιμό και πάνω.


photo by Nasos Karabelas

27.1.16

Disarmonia


19.1.16

Panic

Και ο κόσμος μακραίνει
Και ο κόσμος απλώνει
Καταλαμβάνει χώρο από τον χώρο μου
Και στενεύουν τα όριά μου
Με πιάνει ασφυξία και κλωτσάω
Κυνηγάω τους ανθρώπους με τη σκούπα και το φαράσι
Και μου φεύγουν και διασκορπίζονται στο πάτωμα
Με πιάνει υστερία, παντού άνθρωποι στο πάτωμά μου
Παντού άνθρωποι
Δε χωράτε ρε εδώ μέσα
Μόνο ένας ακόμα το πολύ
Ξουτ γαμημένοι, ξουτ ξουτ
Παίρνω την ηλεκτρική και στουμπώνει ένας στο σωλήνα
Μπουκώνει η ηλεκτρική,
Μπουκώνω κι εγώ
Με πιάνει πανικός
Αστυφύλαξ, ποιον πρέπει να λαδώσω για να μπω απομόνωση;

photo by Nasos Karabelas

16.1.16

Mirrage


Υπακοή σε κανόνες φυσικής αλλοτρίωσης.
Γιατί έτσι ορίζει η φύση της κατάστασης.
Σκλάβοι.
Σκλάβοι παντού.
Όλα επιφανειακά. Δήθεν.
Μα εκεί, εκεί στο βάθος
Στα άδυτα μυστικά του Εγώ
Τίποτα απ’ όλα όσα αντιλαμβανόμαστε δεν υπάρχει
Και ταυτόχρονα υπάρχουν Όλα.
Όλα όσα αρνηθήκαμε από φόβο μη θεωρηθούμε κάτι διαφορετικό
Από αυτό που αυτοπροσδιορίσαμε και αυτό προγραμματισαμε να είμαστε.
Και όταν φτάσεις εκεί, ω, τι Θλίψη να βλέπεις το Εγώ να σε χλευάζει.
Γιατί δεν υπάρχει κανόνας. Ούτε ορισμός.
Εκεί, παγιδευμένος ως το τέλος να σπαρταράς
Νομίζοντας πως είσαι προγραμματισμένος για ένα πράγμα μόνο.
Είμαστε ό,τι επιλέγουμε συνειδητά.
Και το επεξεργαζόμαστε μέχρι να γίνει δέρμα μας.
Όλα τα άλλα είναι ένα ωραιοποιημένο Τίποτα
Για να δένουμε τα μάτια μας
Να μη βλέπουμε την κατάντια.
Πολλοί από μας, θα πεθάνουμε μόνοι από χρόνια.
Η μεγαλύτερη γελοιότητα  
Είναι το να πιστεύεις για τον εαυτό σου 
Πως εισαι κάτι ξεχωριστό και όχι κάτι μοναδικό 
Και κάπως έτσι χάνεται η υπόσταση.
Χλευάζω με μικροπρέπεια. 
Συγνώμη για την αναίδειά μου. 

photo by Nasos Karabelas

19.12.15

Formalin



Το βουητό των ανθρώπων στις στάσεις των αστικών λεωφορείων μου θυμίζει σμήνος
Φοβάμαι μη μου επιτεθεί και επιτίθεμαι πρώτη εγώ.
Έχω σκοπό να σκοτώσω ότι συντηρείται με φορμόλη
Τις νύχτες τραβάω καλώδια από τις πρίζες και ακούω παρατεταμένους ήχους τέλους
Περπατάω στα νύχια των νυχιών μου
Χορεύω τον τελευταίο χορό
Πριν το χώμα μου λερώσει τα μάτια
Μου ρίχνω φτασίδια με το φτυάρι που μια μέρα θα σκάψω τον λάκκο μου
Για να ξεγελάσω την ασχήμια μου
Να εξαπατήσω τον καθρέφτη
Οι μόνες μου πραγματικές στιγμές
Είναι εκείνες που κοιμάμαι πάνω στις κούφιες μου ανάσες
Και φοβάμαι τον ήχο ενός αδέσποτου ξυπνητηριού
Μη πληγώσει τις αισθήσεις μου ανεπανόρθωτα και χάσω την αίσθηση του χρόνου 
Που σταματάει κι επανέρχεται στους ρυθμούς των παθών και των πόθων μου.
Όπου και αν με αγγίξεις πονάω
Μάλλον έχω σπάσει



photo by Nasos Karabelas

17.12.15

Εμμονικόν

Άνθρωποι στοιβαγμένοι στο κονσερβοκούτι του πλανήτη
Σπρώχνουν ο ένας τον άλλον για να καλύψουν την ανάγκη για χώρο
Όλοι είμαστε μόνοι νομίζοντας πως δεν είμαστε
Μα είμαστε.
Γεννήματα θρέμματα ενός κόσμου δίχως ίχνος αισθητικής, ερωτισμού και πάθους
Καταδικασμένοι να ξυπνάμε μέσα σε αυτόν, πάνω σε αυτόν
Να τσαλαπατάμε τα δεινά της ομορφιάς
Ανήμποροι να αξιολογήσουμε την σπουδαιότητα της συνουσίας
Την πρακτικότητα της οφθαλμαπάτης
Κοιτάμε για το ξεχωριστό διαφορετικό μας.
Και το πισωγύρισμα στην απαρχή της Ύπαρξης
Μοιάζει με όνειρο ενός παιδιού κάπου στο άπιαστο μέλλον
Που δε περιμένει τον Άη Βασίλη γιατί δε θα υπάρχει πια
Τη νύχτα των Χριστουγέννων του τρεις χιλιάδες πεντακόσια εξήντα οκτώ
Ζούμε σε έναν μεσαίωνα
Ενός αιώνα μόνο με άκρα.
Οι άνθρωποι παντού είναι άνθρωποι.
Έμφυτο ελάττωμα. 



13.6.15

Les Marionettes


Νομίζω ξημέρωσε
Έχω ρίγη από τα γαμωδέκατα
Πονάει εκεί που μου είπε η μάνα πως είναι οι φτερούγες μου
Ποιες φτερούγες ρε μάνα, πλάκα με κάνεις
Το ανθρωποσώμα μου δεν πετάει αφού.
Το μυαλό μου όμως έχει δική του αυτονομία
Κοίτα, κοίτα τώρα βρίσκομαι στον κάμπο απέναντι
Τώρα κάνω βουτιά από ψηλά γυμνή στους καταρράχτες ουρλιάζοντας
Και φτάνω στον πάτο και βγαίνω με μια αναπνοή κατακόρυφη
Αγνή, άσπιλη και αμόλυντη
Δε θυμάμαι το όνομα και καμιά μου ιδιότητα
Θυμάμαι μόνο πως έριξα λίγο φλασκούνι παραπάνω στο αφέψημά μου και πίκρισε
Πονάω, πονάω γαμώ το κέρατό μου
Μαμά που είσαι να μου βάλεις κομπρέσες με νερό και ξύδι να μου πέσει ο πυρετός
Που είσαι ρε μαμά, είδαν τα μάτια μου σήμερα και ένιωσα ανασφαλής
Τα μάτια μου, καταλαβαίνεις;
Μαμά δεν με ακούς, με έχω κρύψει και από σένα
Είσαι η παράπλευρη απώλεια της ζωής μου
Δε μπορώ να διασχίσω το δρόμο και να έρθω
Δε μπορώ να ακουμπιέμαι, πληγιάζει το δέρμα μου
Ούτε να ακούω, τρυπούν τα τύμπανά μου
Ανοίγω την πόρτα και κάνω δειλά ένα βήμα
Σαν εκείνα που κάνεις στο πρώτο θαλασσινό μπάνιο
Που ακουμπάς το δάχτυλο και σε πιάνουν ρίγη
Και αποφασίζεις πως καλά είναι και στην αμμουδιά
Και τραβάω το πόδι μου
Κλείνω την πόρτα
Καλά είναι μόνο στο σπίτι μου
Ή σε ότι θεωρώ οικείο
Κανένας άνθρωπος δε θα με κάνει να νιώσω τόσο οικεία όσο ο εαυτός μου
Και κανένας τόσο άβολα.
Η γύμνια δεν είναι στην περιθηλαία άλω.
Η γύμνια είναι στα βλέμματα.