Ένα τσιγάρο, έτσι για τη
νύχτα. Ευτυχώς που δε φοβάμαι να ονειρευτώ. Είναι η άμυνα μου στο
απροσδιόριστο. Είναι όλα τόσο ρευστά και αυτό είναι το υγειές στη ζωή, να
κυλούν όλα και να σε αιφνιδιάζουν. Δε ήθελα κουβέντα σήμερα απο το πρωί. Αψυχολόγητες
τάσεις φυγής και προσφυγής στο δικαστήριο του μυαλού μου. Κρίνομαι αθώα ένοχη
και κάνω κυκλάκια τον καπνό με το στόμα και τη γλώσσα μου ώσπου γεμίζει το
δωμάτιο ομίχλη. Θέλω φιλιά στο στόμα ρουφηχτά. Να μου γαμήσεις το μυαλό και
μετά να μου χαϊδεύεις την πλάτη ως το ξημέρωμα. Να με παραμυθιάζεις με
γλυκόλογα. Θα τα πιστεύω, σου το υπόσχομαι. Κι εγώ εκείνη τη στιγμή θα σε
ερωτευτώ για πάντα. Το πάντα είναι μια αιώνια στιγμή. Για πιο μετά δεν σου
υπόσχομαι κάτι.
10.2.14
9.2.14
Shadows with pearls and colours
Θυμάμαι που όταν παίζαμε με τα
παπούτσια μας η μάνα φώναζε επειδή ήταν τα μοναδικά ζευγάρια κι εμείς οι
ασεβείς. "Δε νιώσατε φτώχεια", έλεγε και ξαναέλεγε, "γιατί εμείς
δε σας αφήσαμε να πεινάσετε" κι εμείς γελούσαμε και παίζαμε με τα
παπούτσια μας. Με το μοναδικό ζευγάρι παπούτσια μας, που ήταν ταυτόχρονα και το
μοναδικό μας παιχνίδι, η μοναδική μας ασφάλεια, η μοναδική μας
σιγουριά· όλη η ζωή μας για δύο χρόνια τα παιδικά παπούτσια μας. Η μάνα
σου αυτοκτόνησε. Κι εσύ μπήκες σε Ορφανοτροφείο. Για πότε απο Γιαννάκης έγινες
Γιάννης, χαμπάρι δε πήρε κανείς στο σχολείο. Εγώ μεγάλωνα με τα χρόνια κι εσύ
με τις μέρες. Μεταλλάχτηκες σε κάτι ατίθασο και τρελό. Δεν ήσουν πια φίλος μου.
Έφυγες πριν την Ε' Δημοτικού.
Ένα βράδυ καθώς περνούσα απο την
Κωλλέτη στη Γιαννιτσών σε είδα να κάνεις πιάτσα. Έπιανα δουλειά στις δέκα
τη νύχτα, λίγο πριν ή λίγο με τα απο σένα. Εσύ στο πεζοδρόμιο. Εγώ στον τρίτο
όροφο. Για τότε λέω. Πριν φυτρώσει το εμπορικό κέντρο και "απολύσει"
τις πιάτσες. Είχες αλλάξει τα πάντα πάνω σου· τα πάντα εκτός απο το
βλέμμα. Δε σε γνώρισα. Ούτε κι εσύ πιστεύω. Με αναγνώρισες περισσότερο, απο το
χαχανιτό μου. Μια μέρα με φώναξες κι εγώ γύρισα αλλά δεν είδα κανένα γνωστό και
συνέχισα. Σε παρατηρούσα σαν κάτι γνώριμο μιας προηγούμενης ζωής κάθε φορά και
κάθε φορά κατέβασα τα μάτια μου στη θέα σου γιατί ένιωθα να καρφώνεσαι στα
μάτια μου, να μου μιλάς με κάποιον τρόπο με αυτά, σαν να με παρακαλούσες
απεγνωσμένα να σε κοιτάξω για να σε θυμηθώ, ήθελες τόσο απεγνωσμένα να σε
κοιτάξω για να σε θυμηθώ. Αλλά εγώ δεν είχα όρεξη για απεγνωσμένες ματιές και
περισσότερο απο απεγνωσμένους ανθρώπους. Βλέπεις κι εγώ έφυγα μικρή απο τη μάνα
μου και έπρεπε να σταθώ μόνη, δυνατή, να συντηρήσω τη ζωή μου, τον εαυτό μου,
το σπίτι μου. Είχα τις δικές μου απογνώσεις να νταντεύω και να νανουρίζω, δε
μπορούσα να κουβαλήσω κι άλλες.
Ένα βράδυ μου είπες καλησπέρα κι εγώ
αναγκαστικά σε παρατήρησα. Σε κοίταξα τόσο βαθιά που για πρώτη φορά εσύ
κατέβασες τα μάτια. Όταν σχόλασα σε βρήκα εκεί. Λίγο κάτω απο τη Μοναστηρίου.
"Γνωριζόμαστε" σου είπα. "Δε ξέρω" μου είπες. "Δε
ρώτησα" σου είπα. "Γνωριζόμαστε". Ήταν νύχτα ακόμα. Στο
σχόλασμα. Λίγα λεπτά μετά τις έξι το πρωί. Έκανε κρύο. Το μαγαζί με τις
μπουγάτσες Κωλλέτη με Γιαννιτσών ήταν κλειστό. Πήγαμε ως το Βαρδάρη με τα πόδια
σε ένα στενό εκεί απέναντι απο τα Δικαστήρια. Μπήκαμε στο μαγαζί παραγγείλαμε
μπουγάτσα με τυρί και κακάο και τα λέγαμε. Εσύ με τα φανταχτερά σου χρώματα στα
μάτια και τα μάγουλα κι εγώ με φόρμες και αθλητικά, με βρωμερά λαδωμένα μαλλιά
πιασμένα πρόχειρα με έλα λαστιχάκι μπεζ, απο εκείνα που τυλίγουμε τον Ελληνικό
καφέ να μη πάρει υγρασία. Θυμηθήκαμε τότε που παίζαμε με τα παπούτσια μας και η
μάνα φώναζε επειδή ήταν τα μοναδικά ζευγάρια κι εμείς οι ασεβείς. Μιλούσαμε
μέχρι μετά το ξημέρωμα. Περισσότερο εσύ. Μου μίλησες για τη ζωή σου με
αμόρφωτες λέξεις αλλά μορφωμένα συναισθήματα. Η δυστυχία σου και ο θυμός σου
είχε γνώση, σοφία. Σου είπα πως το θέμα δεν είναι να μοιάζεις σε αυτό που θες.
Το θέμα είναι να είσαι. Όταν απλά μοιάζεις, είσαι "σαν". Σαν
πεταλούδα, σαν γυναίκα, σαν άνθρωπος αλλά τίποτα απ' όλα αυτά. Αν δεν είσαι και
απλά μοιάζεις, φαίνεσαι σαν φθηνή απομίμηση. Και όταν λέω "είσαι" δε
μιλαω για το προφανές αλλά για το τι είσαι μέσα σου. Και αν είσαι μέσα σου,
τότε δεν έχεις καμιά ανάγκη να "μοιάζεις". Είσαι ευτυχισμένος. Κι εσύ
δεν ήσουν. Κοντά στις εννέα του πρωί μου είπες πως πρέπει να φύγουμε. Έβγαλα
λεφτά να πληρώσω. "Κερνάω εγώ" μου είπες και μου έπιασες τα χέρια. Σε
ένιωθα ζεστό να με πιάνεις κι ένιωσα σχεδόν να ερωτεύομαι τη ζεστασιά σου.
Μετά απο εκείνο το κακάο και τη
μπουγάτσα, δε σε ξαναείδα ποτέ.
Οποιαδήποτε
ομοιότητα με
πρόσωπα ή
καταστάσεις είναι
συμπτωματική.
28.1.14
feeling lonely...
Κουράστηκα ρε φίλε... το μυαλό
και το κορμί μου καταρρέουν σαν τα καλοκαιρινά μου όνειρα. Μπάζω απο παντού
κρύο και νερό, γίνομαι παγωμένη αναπνοή. Έχω μια θλίψη ριζωμένη λίγο πάνω απο
το στέρνο μου. Στα όνειρά μου είμαι ηφαίστειο που εκρήγνυται. Μου αρέσει που
βρέχει αναπάντεχα. Μου θυμίζει τα αναπάντεχα λάθη μου. Μη μου θυμώνεις που
γκρινιάζω. Είναι η έγνοια μου που μεγαλώνει μέσα μου σαν σπόρος όταν σε αγαπάω
σιωπηλά τις νύχτες. Σ' αγαπώ σημαίνει είμαι σύμμαχος σου και σε θέλω για δικό
μου. Βαρέθηκα τους χωρισμένους ανθρώπους και τις χώριες ζωές. Θέλω ένωση.
Μπαρούτι και φωτιά. Έτσι γεννιούνται τα πυροτεχνήματα.
Μεσοφλέβαρα
θα ταξιδέψουμε...
24.1.14
11.1.14
My little princess...
Φίλη μου δεν έχω σταματήσει να
σε σκέφτομαι... Βλέπω τη φιγούρα σου να κουλουριάζεται, να πάλλεται κι έπειτα να
στέκει ακίνητη. Φοβάμαι τα πατώματα χωρίς θεμέλια και τα φτασίδια δίχως τέχνη.
Κάποιοι άνθρωποι, Φίλη μου, είναι έρωτες με παρελθόν και μέλλον αλλά δίχως παρόν,
αλλά να θυμάσαι πως ο μόνος πραγματικός χρόνος είναι ο Ενεστώτας. Ο πόνος, ο
πόνος Φίλη μου, στον Ενεστώτα είναι απτός, δεν είναι Αόριστος και δε ξέρεις αν
ο Μέλλοντας θα τον βρει εκεί. Όσο πονούν τα άκρα του κορμιού και του μυαλού σου
είσαι ζωντανή..
Φίλη μου, όσο οι άνθρωποι
κυοφορούν τις αναμνήσεις μας έχουν την υποχρέωση να τις νταντεύουν και να τις
κρατούν με δόντια για να μη μισέψουν. Οι έρωτες, ή μάλλον οι Έρωτες βρίσκονται
μέσα στα σκοτάδια του μυαλού μας γιατί ο Έρωτας είναι Φως. Είμαι ερωτευμένη
μαζί σου γιατί είμαι ερωτευμένη με τους Φίλους μου, καυγαδίζω και λιώνω στην
απουσία, τρέμω σαν κλαδί μη δε ξαναγυρίσουν.
Φίλη μου, κλάψε, πόνα, θρήνησε,
βούλιαξε και πένθησε το τέλος όσο προσωρινό ή αμετάκλητο είναι, βάλε τα μαύρα
σου, γίνε σκιά, τυλίξου μέσα μου· θα σε κρατήσω με ασφάλεια κλεισμένη
να σε νανουρίζω μέχρι να βάλεις πάλι τα καλά σου. Θέλω εκείνη τη φούστα να σε
δω να φοράς με τα τούλια και να κάνεις σβούρες γύρω γύρω σου ξαναγεννημένη,
επουλωμένη, με λιγότερες ρυτίδες θλίψης και ανοχής. Είσαι όμορφη όσο θυμάσαι να
είσαι ο εαυτός σου. Φίλη μου μη χάνεις τον εαυτό σου και, όποτε συμβαίνει, βάζε
σημάδια να τον βρεις ξανά.
Φίλη μου, τα αδιέξοδα είναι
παλιόπαιδα που πετούν πέτρες στα τζάμια και σπάνε τις ζωές μας. Τρέχεις να τα προλάβεις
και πέφτεις με φόρα πάνω σε τοίχους άψυχους δίχως συνθήματα που θα σε κάνουν να
σταθείς για λίγο να σκεφτείς. Οι τοίχοι Φίλη μου είναι να παρακάμπτονται, για
να χτυπάμε το κεφάλι μας και για να γράφονται πάνω τους ιστορίες αιώνιου έρωτα
και αναπάντεχου πάθους, όχι για να σπάμε τα μούτρα μας. Πήδα Φίλη μου, πήδα
ψηλά, πιάσε σύννεφα, πιάσε ουρανό κι ας χρειαστεί πρώτα να πιάσεις πάτο.
Φίλη μου πιάσε το χέρι μου, θα
είμαι εδώ, θα είμαι εκεί, θα είμαι παντού...
Φίλη μου κάνε υπομονή, λύγισε
αν θες δε φοβάμαι, είμαι δυνατή εγώ για σένα και σου χρωστάω δύναμη απο την
προηγούμενη φορά που με αγάπησες όταν έτρεχαν τα αίματά μου απο παντού.
Φίλη μου έτσι είναι οι Έρωτες,
πουλιά αποδημητικά, πάνε σε θερμότερα κλίματα όταν ο αέρας γίνεται παγωμένος
και πνιγηρός. Και πάντα επιστρέφουν. Ίσως όχι με την ίδια μορφή και ίδια φτερά
αλλά πάντα επιστρέφουν. Σαν εγκληματίες, σαν δολοφόνοι, σαν Ερινύες.
Φίλη μου οι Έρωτες είναι η
ίδια η ζωή, το φως της και η γλύκα της. Έχε τα μάτια σου ανοιχτά σε αυτούς, έρχονται
να σε ξεδιψάσουν απο την δίψα της στασιμότητας και να σε κάνουν δροσερή και γελαστή.
Φίλη μου να ξέρεις πως Σ'
αγαπάω. Έτσι απλά.
Καληνύχτα...
22.12.13
Broom
Είδα τον Αχιλλέα χτες στον ύπνο
μου. Είδα, λέει, πως με περίμενε πίσω απο μια σκάλα κι εμφανίστηκε μπροστά μου
χαμογελαστός και ιδιαίτερος με τα χέρια στις τσέπες και κασκόλ. Χάρηκα τόσο πολύ που νομίζω πως είχα αρχίσει να
ξυπνάω. Μου είπε κάτι που αφορούσε σε κάτι αιφνίδιο. Περπατούσαμε στην θάλασσα της Περαίας. Ήταν γλυκός, όμορφος, λυπημένος, ανασφαλής για τα καινούρια ξεκινήματα. Δε
πειράζει Αχιλλέα. Οι άνθρωποι μερικές φορές να παύουν να υπάρχουν. Οι μόνες στιγμές που μοιραστήκαμε ήταν δυο βραδιές σε βρώμικο ξενοδοχείο.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)

