6.4.12

inclementer

Εθνοσωτήρες  του κώλου, αν πεθάνουν οι παππούδες και οι πατεράδες μας πριν την ώρα της Φύσης, πως θα μεγαλώσουμε χωρίς ρίζες το δέντρο της ζωή μας; Αϊ σιχτίρ πια ανθρωπίσκοι της μιζέριας, υπερόπτες του άφοβου, που αρνείστε να ζητήσετε ταπεινές συγνώμες , χρωστούμενες πριν τη γέννησή μου. Ανίδεοι νεοπλουτισμένοι εξουσιαστές στις πλάτες αυτών που σας συντήρησαν. Τα ζώα προσβάλλονται όταν σας αποκαλούν με το όνομά τους, γιατί τα ζώα ρε ανθρωπόμορφα ανδρείκελα, δε δαγκώνουν το χέρι που μια ζωή τα ταΐζουν…





Καλό ταξίδι
σε όσους γυρίζουν
τις πλάτες τους
στο μέλλον
της ανέχειας, άνευ
ηλικίας και
 ειδικότητας

3.4.12

Ludere


Είχα απαλλαγεί από τις στάχτες. Έτσι νόμιζα τουλάχιστον. Έχει δυο μέρες όμως που ανάβω και πάλι το τζάκι. Το σπίτι μυρίζει περισσότερο Φθινόπωρο παρά Άνοιξη, αλλά απολαμβάνω να ταλαντεύομαι ανάμεσα στην αρχή και το τέλος. Χτες πέρασε από εδώ Γεωργία και μιλούσαμε για το τάδε και το δείνα. Και μετά για το πέρα και το δώθε. Σκεφτόταν τι καφέ θέλει αλλά εγώ διάβασα την σκέψη της και της έκανα αυτό που ήθελε πριν μου το πει και τα μάτια της ξαφνικά μεγάλωσαν.- Η υγεία μου καλυτερεύει. Μετά την υπογλυκαιμία που μου έριξε όλον τον εαυτό μου στο πάτωμα δύο φορές, μια εδώ και μια εκεί, επιτέλους οι δείκτες μου ανέβηκαν. Τα μάτια μου βλέπουν όπως δεν έβλεπαν ούτε στα δεκαπέντε μου όταν άρχισαν τα πρώτα προβλήματα. Το είπε ο οφθαλμίατρος. Αποθεραπεύτηκα μετά τον πόλεμο της μισής μου ζωής. Φταίει μάλλον που βλέπω τον κόσμο αλλιώς. Τα βράδια αλλάζω σχήμα και περπατάω με τα χέρια. Το βαρύκεντρό μου όμως μένει πάντα στην ίδια θέση και τώρα που το κατάλαβα μπορώ και να το αποδείξω σχηματικά. Είναι το σημείο μέσα μου που ότι και να κάνω, ότι και να συμβεί, ότι χρώμα, σχήμα, μορφή και να αλλάξω, θα με κρατάει σε ισορροπία για να μου θυμίζει από πού κατάγομαι. Όλη η ύπαξή μου κρυμμένη σε μια κουκίδα στο σημείο του κέντρου του σχήματός μου. Σχήμα μέσα σε σχήμα.- Γεννήθηκα λίγες ώρες πριν την καινούρια αρχή. Οδυνηρά και απόλυτα. Τώρα που το σκέφτομαι αναρωτιέμαι γιατί η  γέννηση κρύβει τόσο πόνο. Οι πνεύμονες  σκίζονται στην πρώτη ανάσα. Η πρώτη ανάσα πιο οδυνηρή από όλες τις επόμενες. Δε ξέρω για την τελευταία. Θα σου πω μετά από μερικές χιλιάδες χρόνια στο πρώτο σκαλοπάτι του κάστρου. Τότε που δε θα με ξέρεις, δε θα σε ξέρω αλλά δε μπορεί κάπου σε έχω συναντήσει, είμαι σίγουρη, το βλέπω στα χρώματά σου. Θα μου μιλάς με προφορά Βακχική, εγώ  θα σου χαμογελάω και θα με ρωτάς γιατί. Για την επόμενη ζωή μου θα πρέπει να έχω ήδη αποφασίσει από πριν αν θέλω να έχω νωπή μνήμη της τωρινής ή όχι. Και αν γυρίσω σε πρωταρχική  μορφή, θα αιτηθώ να είμαι κύτταρο στον δικό σου οργανισμό και αν με θες θα ζήσουμε μαζί για όσο διαρκεί το πάντα μιας βιολογικής ζωής. Πάντως όταν σε συναντήσω θύμισέ μου να σου πω για εκείνον τον πόνο της τελευταίας μου πνοής...
 
Ούτε χτες
έκανα την άσκηση
που μου είπε
η Βιβή να
κάνω…

19.3.12

Νάρκισσος

Άλλαξα το σπίτι μας. Μου. Μας. Στο μέσα δωμάτιο υπάρχει πια η εκπλήρωση των απωθημένων μου. Μερικά βιβλία τοποθετημένα με ευλάβεια το ένα δίπλα στο άλλο κατά ύψος και σημαντικότητα. Φύτεψα λουλούδια. Μεταφύτεψα και την αροκάρια και τη μπουκαμβίλια. Φύτεψα κάτι βολβούς με κίτρινα λουλούδια. Πολυχρωμάτισα τη ζωή μου και τώρα μπορώ να τη ζωγραφίσω. Βρίσκω μέσα μου ότι έχασα. Λίγο μαζί και λίγο χωρίς εσένα. Σπαταλάω κάτι τελευταία ξύλα του χειμώνα εις μνήμην εκείνου που έχασα. Ο κακός μου εαυτός με βάζει από κάτω και με ποδοπατάει. Με κάνει και κλαίω από λύπη και ειλικρινά κάνω κόπο να συνηθίσω την αποδοχή του. Φτωχοί εκείνοι που δε ξέρουν πως τον κουβαλούν. Και το ξέρω τώρα που το ανακάλυψα. Πόσο θα με μισούσες αν σήμερα κουβαλούσα όλα εκείνα που σε κράτησαν κοντά μου μέχρι το τέλος. Και πόσο θα με αγαπούσες παραπάνω αν δεν ήταν Άνοιξη. Θα αμπαλάρω της ζωή μου και θα σου την αφήσω έξω από την πόρτα του σπιτιού σου να τη μεγαλώσεις. Θα σου πω μόνο τα βασικά. Το όνομά μου και το ψευδώνυμό μου. Τα υπόλοιπα μπορείς να τα ανακαλύψεις με λίγο ψάξιμο κάτω από την κόκκινη κορδέλα μου. Μέσα στην ηλικία της ενηλικίωσης μου θα βρεις όλες τις απαντήσεις για τα κρυμμένα μυστικά που δεν υπάρχουν αλλά όλοι έχουν από ένα, οπότε θα έχω κι εγώ. Ένα που δε θα με ρωτήσεις ποτέ μου να σου πω. Είναι μυστικό, τα μυστικά δε λέγονται κι έτσι δε θα επιμένεις κι εγώ θα συνεχίσω να το μεγαλώνω μέσα μου ρίχνοντας σπόρο απραξίας και νερό φαντασίας. Το μυστικό μου θα μεγαλώνει κι εκείνο με μένα. Απέναντι από το σπίτι της εκκλησίας. Κι όταν πεθάνω θα του αφήσω ολόκληρη την κληρονομιά μου. Είναι το μόνο που έμεινε μαζί μου ως το τέλος και το αξίζει. Δε με πούλησε όταν έγινα άσχημη, ούτε όταν έχασα τα κιλά και τις καμπύλες μου, τότε. Έμεινε δίπλα μου και περίμενε υπομονετικά να στρογγυλέψω και πάλι. Ούτε όταν ο άντρας και η γυναίκα μέσα μου παλέψανε μέχρι να αλληλοεξοντωθούν, έφυγε. Ήταν εκεί. Όταν έμεινα χωρίς φύλο να σεργιανάω προς την κατεύθυνση του αέρα. Πιάνω το στόμα μου και πέφτω πάνω στην πληγή μου στο κάτω χείλος. Γλείφομαι και ματώνω. Δαγκώθηκα τις προάλλες και από τότε μου άφησε σημάδι. Θαυμάζω τα χείλη σου και τα φοράω κάθε φορά που τα δικά μου έχουν πληγές από δαγκωματιές. Συνήθως φόβου. Μερικές φορές και θυμού. Ή ανυπομονησίας. Αλλά οι πιο απολαυστικές είναι εκείνες οι φορές του πάθους. Μου αρέσει να διαβάζω το στόμα σου αλλά πάντα με τη δική μου φωνή, εσένα δε σε άκουσα ποτέ να διαβάζεις. Μου αρέσει να κοιτάζω έξω από το παράθυρο να κλέβω καθημερινότητες από καιρό δοσμένες αλλού. Παραχωρημένες είναι η σωστή λέξη. Σου παραχωρώ μερικές ζωές να με μάθεις καλύτερα κι έπειτα όποτε έχεις μου τις δίνεις και πάλι πίσω. Θεέ μου το τζάκι καίει και από το ενυδρείο λείπει ο Νότας, ο Διογένης, η Κατερίνα, ο Ιάκωβος και ο Μπόμπας. Έχω κενό. Κενό ζωής. Και δε μοιάζει με τα κενά μνήμης που είχα να αντιμετωπίσω μέχρι πρόσφατα. Η αμνησία μου υποχωρεί. Θα λύσω και πάζλ. Και αν δε τα καταφέρω δε πειράζει, θα έχω ασχοληθεί αρκετά με αυτό. Θα έχω εξασκήσει το μυαλό μου να θυμάται. Κι έτσι ίσως με πείσω πως δε θα σε ξεχάσω ποτέ…


Δε θα βρω τελικά
 Νάρκισσους να
φυτέψω φέτος 
κι έτσι
θα περιμένω
να φυτρώσουν
οι δικοί μου
στη γλάστρα
μαζί με τις
 τουλίπες
και τα
ζουμπούλια.







8.3.12

Στόμα

Υπάρχει ένα κενό. Ανάμεσα σε μένα και σε μένα. Το διανύω περπατώντας. Λέξεις. Πισωγυρίσματα. Ο χρόνος που τρέχει προς τα πίσω. Σημαντικότητες. Αδιαφορία. Ο Σεβασμός. Και η έλλειψή του. Τοξικά απόβλητα που χύνονται την κοίτη του πόσιμου νερού μου. Γίνομαι κι εγώ τοξική. Έτσι λένε τουλάχιστον αυτοί που νομίζουν πως ξέρουν πως είναι να πιάνεις κάποιον και να τον καις μέχρι να λιώσει. Δε ξέρεις τι εννοώ; Δε πειράζει θα σου δείξω το σημάδι στο σημείο που με έπιασες. Ξέρεις να μου πεις πως είναι να πίνεις μια γουλιά του Θερμαϊκού Κόλπου στην υγειά του χαιρέκακου χαρακτήρα σου; Σιγά μη ξέρεις… Έχασα τα παιχνίδι ευτυχώς πριν χάσω τον εαυτό μου. Μικρές μαριονέτες από ξύλο σκαλισμένες στο χέρι και μεταξωτά σχοινιά να κρέμονται από τα χέρια κάποιου επαγγελματία. Κάπως έτσι φαντάζουν ορισμένοι άνθρωποι μερικές φορές. Μέσα σε αυτούς κι εγώ. Έτσι για να μη λες πως έχω την χειρότερη άποψη για τους άλλους και την καλύτερη για τον εαυτό μου. Το ίδιο είμαστε. Ότι σε ενοχλεί πάνω μου το κουβαλάς. Ότι με ενοχλεί πάνω σου με αρμέγει. Όχι δεν είμαι καλύτερη από σένα. Δεν είμαι ούτε χειρότερη. Και ότι σημάδια κουβαλάς, είναι εκ γενετής. Άντε να μάθεις τι και πως κάθε φορά που ανακαλύπτεις κι ένα ακόμα. Αποσιωπώ την απουσία σου και κάθε νύχτα κλαίω στο πλευρό της. Μου έλειψε το σώμα σου. Εκείνη η καμπύλη στη λεκάνη σου όταν κοιμόσουν σε εμβρυική θέση. Μου λείπει το χέρι μου γύρω από τη μέση σου, μου λείπει η παλάμη μου μέσα από το εσώρουχό σου την ώρα που ονειρεύεσαι. Μου λείπουν κάτι ήχοι ονείρου. Και πάνω από όλα μου λείπει εκείνη η γαμημένη έμπνευση της εμπιστοσύνης και της ασφάλειας. Θα φύγω. Αλήθεια, θα πάρω τα μάτια μου και θα φύγω. Θα πάω εκδρομή στην αρχή της πρώτης συνάντησης. Κι όταν με ξεκουφάνεις με τα μεγάλα λόγια σου θα βολτάρω ακόμα πιο πίσω στην στιγμή μερικά δεύτερα πριν σε αναπνεύσω. Δίνω και παίρνω ανταλλάσσοντας τα πάντα με γλυκανάλατες στιγμές-κάτοικοι τις πιο παρδαλής ουτοπίας. Απογοήτευση. Συγχώρεση. Κούρνιασμα. Φόβος. Φόβος. Φόβος. Φόβος. Φόβος. Φόβος. Φόβος. Φόβος………

Με 
θέλεις,
χωρίς  
photography

1.3.12

Μάτια


Πέρασα από τη Βιβή σήμερα. Να της πω τα νέα μου. Μου χαμογέλασε και μου είπε πως κάποιο ρολόι έχασε ένα γρανάζι και ξεχαρβαλώθηκε και ο χρόνος κύλησε πολύ γρήγορα μέσα μου και μεγαλώνω με ταχύτατους ρυθμούς. Ήθελα να της φωνάξω “Είμαι έτοιμη!” αντ’ αυτού της είπα πως νομίζω πως σιγά σιγά ετοιμάζομαι. Δε ξέρω που θα βρίσκομαι αύριο. Δε ξέρω καν αν με χωράει αυτός ο τόπος. Θέλω να πιω μερικές συγνώμες για πρωινό για να τις κουβαλάω πάνω μου κάθε φορά που θα νιώθω πως πρέπει να τις πω. Έτσι δε θα έχω δικαιολογία πως δε κουβαλούσα μία πάνω μου γι αυτό δεν την είπα. Επίσης και μερικά δικαιώματα να πιω για να με ξεχνάω μέσα μου.  Μετά πέρασα από τη Ντίνα. Με ρώτησε αν θέλω ζεστό ή κρύο καφέ και της απάντησα με παγάκια. Πήρε και η Ρούλα τηλέφωνο και της έκανα πλάκα πως πήρε σε λάθος νούμερο και όταν με κατάλαβε πάτησε τα κλαμμενογέλια που είχε καιρό να με ακούσει. Κάτι για απουσίες είπαμε και κλείσαμε. Μου φαίνεται να ζω τη ζωή πάνω σε ένα θεατρικό σανίδι κάποιας φανταστικής ηρωίδας εμπνευσμένης από ένα αφάνταστο μυαλό. Δε με νοιάζει ο κόπος σου. Με νοιάζει που για άλλη μια φορά δε κατάφερες τίποτα. Πάρε το δισάκι σου και περπάτα. Και τώρα που, δε ξέρω αν το ξέρεις αλλά εδώ και τρείς ώρες και εννιά λεπτά μπήκε η Άνοιξη, μη ξεχάσεις να πολλαπλασιαστείς…

Στις έντεκα το 
πρωί είχε 
ήλιο και οκτώ 
βαθμούς κελσίου
 και χιόνιζε. 
Βγήκε ο ήλιος 
στις έντεκα και σαράντα 
και πριν 
ανέβω στον 
δεύτερο είχε ήδη 
αρχίσει η μπόρα...
Και η σιωπή
 πήγε
περίπατο 
διαρκείας...






22.2.12

Εις μνήμην...




Σςςςςςς…. Ενός έτους σιωπή…





12.2.12

Λαιμός


Κάθε πρωί στις επτά ο χρόνος κυλάει σε ρυθμούς που έχω πια συνηθίσει και αντιλαμβάνομαι. Περπατάω στις μύτες γιατί οι πτέρνες μου έχουν ματώσει από το κρύο. Έτσι μπορώ και κινούμαι ήσυχη δίχως να γίνονται αντιληπτά τα σταγονίδια της παρουσίας μου πέφτοντας πάνω σου. Ανοίγω το στόμα, βγάζω τη γλώσσα μου, σε κοιτώ στα μάτια και σου λέω να μου δώσεις άλλη μια φορά τον εαυτό σου σε κουταλάκι του γλυκού. Θέλω να σε ρωτήσω “μα τι κάνεις;” και να μου πεις “μα σε πηδάω αγάπη μου” και μετά να τελειώσουμε σαν σε ταινία νουάρ όσο πιο σκληρά, κυνικά, ερωτικά και σκοτεινά μπορούμε. Γίνε εσύ Γη μια φορά, να γίνω εγώ Φωτιά να νιώσεις πως είναι να καίγεσαι από μένα καθώς λιώνεις σαν παγάκι στις παλάμες μου. Θα γίνεις νερό, θα σε πιω και όταν με πονέσεις πάλι θα σε ξοδέψω για να κλάψω μερικές βροχές ακόμα. Κι έτσι θα φύγει και ο Φλεβάρης. Και από τον Μάρτη βλέπουμε πάλι. Ναι;


Εχτές υπέκυψα
στα τραύματά μου
στο πάτωμα της
Εντατικής
όπως
μπαίνεις δεξιά