-Όχι κοίτα πως μεγάλωσε! Το παιδί ψήλωσε σου λέω! Κοίτα, κοίτα, κοίτα! Το βλέπεις; Το βλέπεις; Ααα… αυτό είναι πολύ μεγάλο παιδί! Παιδί μου κοίτα! Το βλέπεις πόσο μεγάλωσε;(-Πού είναι η καρδιά του; Θα φανεί σε άλλη λήψη-) κοίτα παιδί μου! Κοίτα!
Με κοίταξες μέσα στα μάτια. Δε θα ξεχάσω δύο πράγματα. Τα μάτια σου και την ακίνητη εικόνα που έμοιαζε να ταξιδεύει στο Σύμπαν.
-Δεν έχω καλά νέα…
-Τι εννοείς;
-Έχω αρνητικούς χτύπους.
-Τι εννοείς;
-Δεν έχω χτύπους, δε κτυπάει η καρδιά του.
-Τι εννοείς; Μα τι χαζή που είμαι… Ξέρω τι εννοείς… αλλά τί εννοείς;
-Έχεις δει την καρδιά του να χτυπάει.Ξέρεις πως έπρεπε να είναι. Κοίτα την εικόνα.
-Τι εννοείς;
-Παλίνδρομη κύηση…
-Τι εννοείς;
-Δε ζει πια…
-Τι εννοείς;
-Δε ζει πια…
-Τι εννοείς;
-Όσο και να με ρωτάς η απάντηση δεν αλλάζει…
-Τι εννοείς………………………………………………………
Καλό ταξίδι μικρή Ψυχή… λυπάμαι που ήμουν
λίγη και δε φάνηκα αντάξια
των περιστάσεων… σ’ ευχαριστώ για
τον χρόνο που περάσαμε μαζί,
σ’ ευχαριστώ που έγινες πάνω από 1,5 εκατοστό
μέσα μου, σ’ ευχαριστώ
που σε είδα να παίρνεις μορφή μέσα μου.
Θα αλλάξω. Θα γίνω καλύτερη, σου το υπόσχομαι.
Πήρα το μάθημά μου και λυπάμαι που
έπρεπε να μάθω με έναν τόσο σκληρό τρόπο.
Είσαι ότι πιο μαγικό είδα ποτέ μου. Είσαι το μεγαλείο
Εδώ και μέρες είμαι στείρα από λέξεις. Θέλω να μιλήσω αλλά ή που δεν έχω τι να πω ή που οι λέξεις βγαίνουν μαζεμένες και μπλοκάρω. Την Τετάρτη απόλαυσα την πιο όμορφη σταγόνα ζωής του κόσμου. Της μίλησα κι εκείνη μου έκλεισε το μάτι. Ας είναι σταγόνα. Έχει μάτια. Και εδώ και μερικές μέρες έχει και καρδιά. Την Πέμπτη θα πάρω παραμάσχαλα μερικές νότες για να τις τοποθετήσω στους χτύπους της και θα κάνω μουσική. Ένας ξενιστής απομυζά το αίμα μου ενδομητρίως κι εγώ είμαι ευτυχισμένη που υπάρχει. Είμαι ήρεμη. Φαινομενικά τουλάχιστον είμαι. Η εικόνα μου επιστρέφει μερικά χαμόγελα πίσω και οι μύες του προσώπου μου χαλαρώνουν κάθε μέρα και από ένας κι έχω την αίσθηση που έχω όταν καμιά φορά είμαι συνοφρυωμένη για ώρα και όταν το συνειδητοποιώ και ξεκατσουφιάζω νιώθω ξεκούραστη. Επιτέλους. Είμαι λίγο ήρεμη. Από παντού. Μου θυμίζω την κοπέλα των εικοσιοκτώ μου. Νιώθω λίγο πιο αγνή από μέσα. Νομίζω τότε ήταν που έκανα την ευχή ''να είμαι πάντα καλά'' με τα μάτια σφιγμένα, γιατί η γιαγιά μου έλεγε πως όσο πιο πολύ σφίγγεις τα μάτια όταν εύχεσαι, τόσο πιο σίγουρο είναι πως θα βγει η ευχή. Και βγήκε. Για τέσσερα ολόκληρα χρόνια το σώμα μου είχε ξεχάσει την έννοια της κακοκεφιάς και του πόνου. Αποκτούσα επίπεδη διάθεση και έμοιαζα αχάριστη στα μάτια των μίζερων που είχα την ευτυχία μου ενώ εκείνοι όχι. Απλά ξέχασα να μιλήσω για ισορροπία και κόντεψα να στραμπουλίξω το μυαλό μου όταν ένα απόγευμα καθόμουν σε ένα γωνιακό καφέ στην Αγ. Δημητρίου κοντά στο Τούρκικο Προξενείο και μύριζα καβουρδισμένα ψέματα. Το σώμα μου κατέρρεε από την ακούραστη ευτυχία, και τότε έκανα μια αντί-ευχή και είπα πως κουράστηκα τόση χαρά και θα ήθελα για λίγο την γνώση του πόνου και της μη χαράς. Ευχήθηκα πάλι δυνατά. Και πάλι η ευχή μου βγήκε. Και ποτέ δε τις κάνω σωστά, τις κάνω πάντα εν βρασμώ κούρασης. Κι έτσι βγαίνουν με κραυγή από μέσα μου και υλοποιούνται. Φοβάμαι τις ευχές μου. Ειδικά εκείνες που βγαίνουν με φωνή. Επίσης φοβάμαι τις θύελλες. Εκείνες που έρχονται, γαμούν το Σύμπαν κι έπειτα εξαφανίζονται αφήνοντας μια ηρεμία πίσω. Καλή ώρα σαν τη δική μου. Φοβάμαι περισσότερο τις αμμοθύελλες. Γιατί η άμμος τρυπάει το πρόσωπο, μπαίνει στο κρανίο, τρυπάει τα οστά και εισβάλει στον εγκέφαλο και κλέβει τις σκέψεις. Αφήνει στη θέση των σκέψεων, των αναμνήσεων και των εικόνων άμμο σε σκόνη. Είναι μια αμνησία μη επιλεκτική από εκείνες που εύχεσαι καμιά φορά να συμβούν. Στα μεγάλα κέφια του πόνου συνήθως. Όταν βαράνε τα νταούλια και ο πόνος μοιράζει χαρτονομίσματα των εκατό ευρώ στους βιολιτζήδες να παίξουν κι άλλο με ήχο πιο οξύ. Από εκείνους τους ήχους που τρυπάνε. Σαν το οξύ. Ο οξύς ο ήχος είναι συνώνυμος του υδροχλωρικού οξέως. Και ανοίγει τρύπες. Όπως η αμμοθύελλα στο πρόσωπο. Δε ξέρω να συνδέω προτάσεις με προτάσεις, μόνο δεδομένα με υπέροχα χαοτικά τίποτα. Η αγαπημένη στιγμή της ημέρας ήταν όταν άλλαξα τη μοίρα μιας μέλισσας που ξέχασε να κοιμηθεί και ήρθε στο παρμπρίζ του αμαξιού μου λίγα δευτερόλεπτα αφού μπήκα και λίγο πριν βάλω τη ζώνη μου και λίγο πριν γυρίσω το κλειδί στη μίζα. Σκέφτηκα να την διώξω και μετά σκέφτηκα τη γοητεία ενός καρμικού ταξιδιού στο χρόνο. Σκέφτηκα πως αν δεν ήταν να ταξιδέψει, δε θα έμενε πάνω στο παρμπρίζ μου την ώρα που έφευγα. Ίσως έμενε πάνω σε κανένα άλλο αυτοκίνητο, έτσι δεν είναι; Έτσι είναι, το αποφάσισα. Και την πήρα ως το σπίτι να της γνωρίσω τη μπουκαμβίλια μου. Δε ξέρω αν θα αντέξει το κρύο που έχει στο σαλόνι μου αλλά δε πειράζει ούτως ή άλλως θα κοιμηθεί όπου να ναι. Έτσι κάνουν οι μέλισσες. Και αν δε με πιστεύεις, ρώτα την ίδια. Στόλισα το χασμουρητό της πλάι στην πασχαλιά που επίσης θα κοιμηθεί φέτος για να βγάλει ανθισμένα μπουκέτα την Άνοιξη.
Μαμά σήμερα δε πήρες τηλέφωνο. Ευχαριστώ για το δώρο της σιωπής σου. Δεν είναι πως δε θέλω να σου μιλάω αλλά δε με ξέρεις, δε σε ξέρω και η καθημερινή επαφή του δίλεπτου δε βοηθάει να γνωριστούμε. Μη θυμώνεις ρε μάνα. Έφυγα μικρή είναι λογικό να μη με ξέρεις πια. Το λιγότερο λογικό, ίσως, είναι που δε προσπάθησες να με μάθεις, αλλά δε πειράζει και πάλι φίλες. Απλά είμαστε πάνω από όλα άνθρωποι και οι άνθρωποι μιλάνε όταν έχουν κάτι να πουν. Αν εγκλωβιστούμε στους ρόλους μάνας κόρης, τότε ξεχνάμε τους υπόλοιπους που τελικά αν τους μαζέψεις όλους μαζί, στο τέλος πεθαίνουμε με έναν ρόλο φορεμένο στη μωβ κορδέλα του στεφανιού. Στην αγαπημένη κόρη, μάνα, συνάδελφο, συνεργάτη, σύντροφο, φίλη, γυναικά. Στον αγαπημένο άνθρωπο κανείς. Γιατί δεν ξεχάσαμε πως είμαστε ρόλοι που παίζονται ανάλογα με τον εκάστοτε άνθρωπο που συναναστρεφόμαστε και αποκτάμε και τις ανάλλογες υποχρεώσεις του ρόλου μας. Για δικαιώματα μιλάμε ψιθυριστά και στα κορακίστικα μόνο στον εαυτό μας και αυτό για να μη μας καταλάβει κανείς και μας διώξει από τον ρόλο μας και βρεθούμε ως άνεργοι ηθοποιοί στο σανίδι της ζωής στην τεράστια ουρά του Ο.Α.Ε.Δ. των αδικιών που γέννησε η αφωνία μας. Και ρε μαμά… λέω να μη σηκώνω τα τηλέφωνα. Ας περάσει μια εβδομάδα κι έπειτα όταν μαζευτούν τα δίλεπτα θα τα ξεφουρνίσουμε με τη μία σε ένα τηλεφώνημα τετάρτου. Να έχει και νόημα. Ναι μαμά; Ναι. Είπες ναι. Δεν αλλάζει. Ναι; Θα μείνω στη σοφία για άλλους επτά μήνες να κοιμάμαι τον χειμώνα και στο τέλος Μαΐου θα ξυπνήσω για να γεννήσω. Δεν έχω λέξεις που να είναι ικανές να δώσουν νοήματα σωστά στο γιατί μου αρέσει η σοφίτα πιο πολύ από οποιοδήποτε άλλο μέρος στο σπίτι. Ανέκαθεν. Ο αέρας που περνάει από τις χαραμάδες της σκεπής με καθαρίζει. Αν έβρεχε κι όλα μέσα της σε κάθε καταιγίδα θα ήμουν ακόμα πιο χαρούμενη. Νιώθω τα στοιχεία της φύσης να γίνονται ένα με το δικό μου στοιχείο μέσα μου κι έτσι ενώνομαι με το Σύμπαν κι έπειτα γίνομαι σημείο αρκετά ικανό να περάσει οποιαδήποτε ατμόσφαιρα και να χαθώ στην αρμονία του Συμπαντικού χάους. Θα ήθελα να μπορούσα να βρίσκομαι εκεί και να αιωρούμαι χωρίς το βάρος μου. Άραγε στο Σύμπαν τα βλέφαρα έχουν αρκετό βάρος για να κλείσουν; Ή θα μείνω μερικά έτη φωτός καταδικασμένη να βλέπω τα πάντα ακόμα και αυτά που δε μου αρέσουν;
Η περίοδος μου κάνει διακοπές. Χειμερινές. Θα επιστρέψει στο τέλος της Άνοιξης μου είπε. Συμφώνησα κι έτσι δε θα διαλύσει κανείς αυτή τη συμφωνία. Επίσης μου είπε πως όταν επιστρέψει μάλλον θα είναι λιγότερο επώδυνη και δε θα μου κάνει τη ζωή δύσκολη. Κόντεψα να χάσω τη μάνα μου την Παρασκευή που μας πέρασε από δύσπνοια. Της μιλούσα κι εκείνη έκλαιγε κι εγώ προσπαθούσα να δω αν χαίρεται ή αν είναι λίγο πριν το κεφαλόσκαλο του θανάτου. Αν το ανεβείς, την έκατσες. Έτσι μου είπαν κάποιοι. "Σε τραβάει από τα μαλλιά. Αν θες να επιστρέψεις πρέπει να του παραδώσεις το σκάλπ και το κεφάλι σου", είπαν. Τώρα...τι να σου πω κι εγώ. Όταν πέθανα την προηγούμενη φορά δε θυμάμαι να ήθελα να επιστρέψω. Ή μπορεί να ήθελα και να έπρεπε να διαπραγματευτώ το κεφάλι μου. Και αρνήθηκα. Κι έμεινα εκεί. Δε μπορούσα να φανταστώ μια ζωή χωρίς να χτενίζω τα μαλλιά μου. Να τα βάζω πηλό και να τα πλάθω κι έπειτα να μου μένουν στο χέρι μερικές τούφες και να τις φυλάω για να τις κολλήσω όταν πια δε θα έχω μαλλιά.
Το σπίτι είναι σε άθλια κατάσταση. Μισό καλοκαιρινό, μισό χειμωνιάτικο. Μια κουβέρτα πεταμένη στον διθέσιο καναπέ που έμεινε εκεί από χτες που κοιμόμουν όταν είδα το όνειρο με το πρόσωπο που δεν υπήρχε παρά μόνο στα μάτια του ίδιου του προσώπου του ανύπαρκτου. Εγώ είμαι χειμωνιάτική αλλά τα ριχτάρια μου είναι καλοκαιρινά. Τα πατώματα δεν έχουν χαλιά και βελέντζες, αλλά οι κάλτσες μου είναι χνουδωτές. Το καλοριφέρ δεν ανάβει, αλλά το τζάκι ευχαρίστως θα το άναβα προχθές. Αλλά χωρίς βελέντζα δε πάει τζάκι. Και χωρίς ευρώ επίσης.
Οι θηλές μου σκουρύνανε και χτες φοβήθηκα που είδα το ίδιο χρώμα στο βρακί μου αλλά ο γιατρός μου είπε πως δεν είναι τίποτα και να μη φοβάμαι. "Ξεκουράσου" μου είπε κι εγώ πήρα στο ΙΚΑ τηλέφωνο και τελικά κατάλαβα πως το Ίδρυμα είναι η μόνη απτή πραγματικότητα και πως το Κοινωνικής πέθανε και το κηδέψαμε και όσο για το Ασφάλισης ακόμα και από το τηλέφωνο ένιωθα ανασφαλής. Στο Ίδρυμα λοιπόν μου είπαν να πάρω τηλέφωνο σε άλλο υποκατάστημα. Πολλοί ανισόρροποι, πολλά ιδρύματα. Πήρα σε ένα κατειλημμένο αριθμό με την ένδειξη reserve σε μια καρέκλα κενή που κάποιος την κράτησε μόνο και μόνο για να απλώσει τα πόδια του πάνω. Σαν τις θέσεις παρκινγκ που δεν υπάρχουν επειδή ο μανάβης, ο μπακάλης, ο φούρναρης και ο ψιλικατζής, στη σειρά συνεννοήθηκαν και βάλανε τελάρα για να μην παρκάρει κάνεις. Και αν τους πεις "έχεις άδεια καλέ μου κυριούλη;" θα σε διαολοστείλει κοιτώντας σε στα μάτια με όλη του την ειλικρινά και θα σε ρωτήσει αφοπλιστικά "τι εννοείς;" κι εσύ θα απαντήσεις "Καλά, γάμα το, θα πάω στον κάτω μαχαλά και θα πάρω την κοιλιά μου στα χέρια και θα περπατήσω και μερικά χιλιόμετρα, δε χάλασε ο κόσμος! Το νου σου στην καρέκλα που απλώνεις τα πόδια σου για να ξύνεις τα παπάρια σου ευκολότερα και στα τελάρα μπροστά στο μαγαζί σου για να μην παρκάρουν αυτοκίνητα και χάνουν οι απέναντι τη θέα του να τα ξύνεις." Έτσι και το τηλέφωνο στο Ίδρυμα. Κατειλημμένο. Σαν την καρέκλα. Σαν τη θέση πάρκινγ για τελάρα. Και η απόγνωσή μου χτύπησε στο ταβάνι και όταν με στείλανε στο τμήμα έκδοσης βιβλιαρίων για να ρωτήσω αν μπορεί άλλος να πάει να πάρει την αναρρωτική μου ή πρέπει να πάω η ίδια ξέσπασα. Αλλά όχι σε πινελίκια. Αυτοί οι άνθρωποι είναι ρομπότ δυστυχισμένα και καταθλιπτικά. Σιχαίνονται τη δουλειά τους και οι περισσότεροι έβαλαν μέσον για να την αποκτήσουν. Δεν ακούν, μη τους μιλάς. Τους λες για αναρρωτική και σε στέλνουν στο τμήμα έκδοσης βιβλιαρίων. Μη τους βρίζεις, δε νιώθουν. Δεν έχουν δέρμα γι αυτό. Συναναστρέφονται με ανθρώπους που επίσης δεν έχουν δέρμα κι αυτό είναι κολλητικό, το νου σου! Δε ξέρω αν πρέπει να τους λυπηθώ ή να τους συμπονέσω. Δε ξέρω αν πρέπει να τους δικαιολογήσω ή να ανέβω όρθια σε κάποιο γραφείο και να αρχίσω να ουρλιάζω ρωτώντας αν υπάρχει ένας ευτυχισμένος άνθρωπος εκεί μέσα γιατί αν υπάρχει θα ακούσει γαμωσταυρίδια που είναι ευτυχισμένος και είναι ανακατεμένος μέσα στο αγέλαστο γκρι των διαδρόμων. "Δε σας έχω ανάγκη ρε! Προτιμώ να χάσω τρία μεροκάματα και τρία ένσημα παρά να πέσω στην ανάγκη σας! Αϊ σιχτίρ πια!" και σιωπή… Σςςςςς………..
-Μ’ ακούτε;
-Ηρεμίστε δεσποινίς…
-Πόσα παίρνεις για να με σαλτάρεις; Πεντακόσια; Εξακόσια ευρώ; Φτάνεις τα χίλια; Σου φτάνουν για να με τρελάνεις; Αιμορραγώ και με ρωτάς αν έχω ραντεβού;
-Ηρεμίστε… πάρτε στο τάδε νούμερο… Είναι στη Δελφών. Στο Ντεπό. Θα σας εξυπηρετήσουν. Ηρεμίστε…
Και πήρα μερικές βαθιές αναπνοές και εγκατέλειψα κάθε πιθανή προσπάθεια επανασύνδεσης με το παρόν μου. Και πήρα κι εκεί. Και μια γυναικεία φωνή όλο ευγένεια μου μίλησε και ηρέμησε το αίμα που έτρεχε στα πόδια μου. "Αύριο… στις οκτώ… όλα θα πάνε καλά. Μη φοβάστε…". Έφτασα σε σημείο να αιφνιδιάζομαι από την ευγένεια. Είστε τυχεροί κωλομαλάκες που υπάρχουν άνθρωποι με γλυκιά φωνή ανάμεσά σας. Είναι ικανοί να με κάνουν να ξεχάσω την ύπαρξής σας. Τόση είναι η δύναμη της ευγένειάς τους. Να τους πληρώνετε από την τσέπη σας για να συνεχίσουν να υπάρχουν. Μπας και ξεχάσουν όλοι την ύπαρξή σας.
Σήμερα είμαι ντυμένη άντρας. Φοράω ανδρική μπλούζα και ανδρική φόρμα. Έχει και αυτό τη γοητεία του όταν δε χάνεσαι στην εικόνα που φτιάχνεις για εαυτό. Μπορείς να της βάζεις ένα μάτι τη μια μέρα κι ένα δεύτερο την επόμενη. Να ζωγραφίσεις στόμα με χαμόγελο ή λυπημένο. Να φτιάξεις περίγραμμα προσώπου με γωνίες ή στρόγγυλο. Να του βάλεις χέρια και πόδια. Και στον κορμό να στερεώσεις στήθη στρογγυλά ή ανύπαρκτα. Να έχει μέση ή να είναι ευθεία. Να είναι αδύνατη προς το ισχνό ή αδύνατη προς το γεμάτο. Με "πιασίματα" ή χωρίς. Δώσε όνομα. Κι επίθετο. Βγάλε Α.Φ.Μ. και Α.Μ.Κ.Α. Δώσε διεύθυνση κατοικίας. Κι έναν αριθμό τηλεφώνου. Τοποθέτησε και το μικροτσίπ στο μυαλό για να βάλεις σκέψεις και να διαμορφώσεις την κριτική ικανότητα. Φύσα στο στόμα και αυτό που θα εκπνεύσει πες το ανάσα . Κάνε ότι θες με αυτή την εικόνα. Πρόσεξε όμως το δημιούργημά σου. Και ο Φρανκεστάιν έφτιαξε κάτι με ζωή αλλά του βγήκε τερατώδες. Σαν τον ενσαρκωμένο φόβο σου.
Ο καιρός χάλασε τα τελευταία εικοσιτετράωρα κι εγώ θέλω να μη γίνομαι αντιληπτή και να κρυφτώ από τον ήλιο, να γίνω ημιδιάφανης για να μπορώ να εντοπίζομαι παρά μόνο από τα μάτια που θέλω. Το πρωί γύρω στις έντεκα και κάτι με έπιασε δύσπνοια και άρχισα να κλωτσάω ότι βρω για να επιστρέψω πίσω στην ύπαρξή μου. Κουβαλάω τρεις σταγόνες ζωής μέσα μου και τις φωτογράφισα για να της θυμάμαι για πάντα. Τα μάτια μου διαρκώς γεμίζουν σκουπίδια και κλείνουν για ώρες και βλέπω όνειρα κι έπειτα ξυπνάω και ψάχνω μορφές που θα έπρεπε να υπάρχουν αλλά δεν υπάρχουν, τις ψάχνω, γεμίζω κάτι αναπάντητες κι έπειτα περιμένω να εξαφανιστώ. Σε δυο μέρες ετοιμάζω ταξίδι, τα χαλιά έμειναν άπλυτα, όταν θα επιστρέψω θα είναι λίγο πριν το βαρύ φθινόπωρο, θα είναι άπλυτα ακόμα αλλά δε μπορώ πια να τα πλύνω γιατί είναι βαριά, πιο βαριά από μένα και, παρόλο που είχα υποσχεθεί στον εαυτό μου να κάνω την υπέρβαση και να με ανταμείψω σε ευρώ πλένοντας τα μόνη μου, έκανα ένα μπάτσελορ πριν την αλλαγή της καινούριας μου ζωής κι έτσι και πάλι δεν έκανα τίποτα. Το πρωί έψαχνα το ίδιο μπλουζάκι που είδα χτες αλλά σήμερα δεν υπήρχε και πιθανολογώ πως κάποιο ζωάκι που κρύωνε μπήκε στην κρεβατοκάμαρα μου και το πήρε για να ζεσταθεί. Όταν θα γυρίσω όλα θα είναι αλλιώς.
Η τηλεόραση έχει μεταμορφωθεί σε χωματερή άδοξων ανέλπιδων νέων, είναι ο γιατρός που έρχεται με σκυμμένο κεφάλι κάθε μέρα να σου υπενθυμίσει πως άλλη μια μέρα ζωής ξημερώνει, αλλά αν τον ρωτήσεις ‘‘Γιατρέ μου πόσος καιρός μου απομένει;’’ θα σε κοιτάξει κατάματα, αλλά θα σου πει πως δε γνωρίζει-τώρα πια ξέρει μόνο ο θεός. Είναι το δελτίο ειδήσεων των οκτώ κι εδώ και πέντε λεπτά γράφω και νιώθω τρομοκρατημένη και αναρωτιέμαι πως γίνεται να διαμορφώσω τις ανάγκες μου με τα δεδομένα, πώς να βάλω τη ζωή μου σε στεγανά και αν τελικά αυτά τα στεγανά είναι αρκετά για να περιγράψει μια φορά πριν την τελευταία για να με στηρίξουν ολόκληρη. Έχω μια συνήθεια να γράφω ασυνάρτητα κοιτώντας τηλεόραση εδώ και δύο βδομάδες, αφήνω το υποσυνείδητό μου να εκφραστεί, του δίνω φωνή, το ακούω κι έπειτα καθόμαστε τα πρωινά και πίνουμε καφέ και συζητάμε και μένω έκπληκτη με τον τρόπο σκέψης του και προσπαθώ να παραλληλίσω την ζωή μου με τη ζωή του υποσυνείδητού μου και κάποιες φορές τα καταφέρνω αλλά μερικές φορές νομίζω πως μιλάω με το υποσυνείδητο κάποιου άλλου ανθρώπου. Το ενδιαφέρον μου κορυφώνεται όταν αγοράζω πασατέμπο και παρακολουθώ συζητήσεις ασυνείδητου και υποσυνείδητου. Είναι ότι πιο αλλόκοτο μου έχει συμβεί σε εμπειρία. Έχω πιάσει το νόημα και απλά σωπαίνω και αφήνω τον διττό εαυτό μου να αναπλαστεί και να εξελιχτεί. Και όλα αυτά ένα Σάββατο. Αλλά σήμερα ξημέρωσε Δευτέρα.
Έχει συννεφιά και μάλλον σε κάποιον την έσπασα πρωί πρωί με τις αποφάσεις μου να μείνω άλλη μια, δυο μέρες, διάλογοι μονολεκτικοί έτοιμοι να αρπάξουν φωτιά και να κάψουν τα κλειστά πατζούρια για να μπει το σύννεφο και μια πόρτα κλείνει πίσω μου με δύναμη και κάτι μουρμουρητά.
-Τι θες;
-Κάνε ό,τι θες.
-Δε μπορείς να μου πεις τι θες;
-Ό,τι και να σου πω θα κάνεις αυτό που θες.
Και φαίνεται μια ειρωνεία στο σκοτεινό μου δωμάτιο να φωτίζεται ψηλά και δεξιά στο ταβάνι. Αυτό που ήθελα ήταν να μάθω τι θες. Αδιαφορία για το οτιδήποτε και η μόνη συνέπεια κρύβεται στο όπλο στη σοφίτα δίπλα στην τηλεόραση κάτω από το παράθυρο. Τα φυσίγγια είναι γεμάτα με λέξεις ενοχής, οι μόνες που ειπώνονται, και είναι η μόνη συνέπεια που κυκλοφορεί ασύλληπτη μέσα στο σπίτι. Σουλατσάρει δεξιά και αριστερά, αφήνει πατημασιές δρομολογημένες για να μη χάσουν το δρόμο τους οι επόμενες ενοχές. Το σπίτι θέλει σκούπισμα και σφουγγάρισμα αλλά δε μπορώ να κάνω ούτε το ένα ούτε το άλλο. Μου το απαγόρεψε ο γιατρός για μερικές μέρες και είναι η καλύτερή μου. Σήμερα έμαθα γιατί πεθαίνουν τα λουλούδια μου. Είναι που γεννιέμαι από μέσα μου. Υπάρχει τόση ζωή μέσα μου που δε χωρούσε σε αυτό το σπίτι κι έτσι κάποιοι θυσιάζονται για να υπάρχει αυτή που κυοφορώ.
Σςςςςς…. Έξω έχει τόση σιωπή για Δευτέρα πρωί που τρομάζω˙ νομίζω πως όλος ο κόσμος έπαψε να υπάρχει γύρω μου, νιώθω μόνη, κάνω κύκλους και τώρα που το σκέφτομαι είμαι πιο ελεύθερη από ποτέ και κρεμάω πανό για πάρτι μοναξιάς και προσκαλώ όλους εκείνους που δε πρόκειται να ‘ρθουν για να μείνω ακόμα πιο μόνη. Δοκιμάζω τις αντοχές μου, φεύγω, φεύγω και πάλι, πάνω να περάσω δυο βδομάδες μόνη μου σε ένα τεράστιο άδειο σπίτι που μου προκαλεί φόβο και δέος, θα είμαι μόνη μου σε ακτίνα εκατοντάδων μέτρων δε θα υπάρχει ψυχή ζώσα γύρω μου και αν φωνάξω βοήθεια, άραγε θα με ακούσει κανείς; Τρέμω λίγο εσωτερικά, ίσως φταίει εκείνο το λευκό ψυχιατρείο που έβλεπα χτες στον ύπνο μου επηρεασμένη από τον ξύπνιο μου, και κάτι σκάλες που ανέβαινα και κατέβαινα με φόρα χωρίς να ξέρω ούτε γιατί τις ανεβαίνω ούτε γιατί τις κατεβαίνω. Δε θυμάμαι την πρόθεση και τον προορισμό μου. Θυμάμαι μόνο την αγωνία μου, τον φόβο μου, θυμάμαι έναν ήχο τραγουδιού να με βοηθάει να ξυπνήσω κι επιτέλους λυτρώθηκα ανοίγοντας τα μάτια μου. Θέλω να κουρνιάσω σε αγκαλιά, θέλω να νιώσω λίγη τρυφερότητα, πάνω μου πέφτουνε χέρια ροζιασμένα και σκληρά, εκνευρίζομαι που με πονάνε, θέλω λόγια μελιστάλακτα σε πραγματικό χρόνο και οι ανθρωποώρες μου σπαταλούνται πάνω στον καναπέ σωπαίνοντας και μένοντας γυμνές. Γελάω και χαμογελάω, όλα είναι τέλεια, όλα είναι καλά, όλα βαίνουν εξαιρετικά, τι άλλο να θέλω από τη ζωή μου-;- και η ειρωνεία η πρωινή έρχεται και ανενόχλητη πίνει καφέ από την κούπα μου και ρουφάει τις γουλιές μου που τις παίρνει εγωιστικά χωρίς να ρωτάει λες και τις ανήκουν. Άνθρωποι που ζουν με την εικόνα μου, μου λένε πως τα καταφέρνω και ανταπεξέρχομαι και είμαι πάντα η χαρά του κόσμου-πάσχω απο χαμοελαστή κατάθλιψη- κι εγώ θέλω να τους φτύσω λες και φταίνε αυτοί που βλέπουν την εικόνα που τους πασάρω για ζωή. Προσποιούμαι από άμυνα. Ή δικαιολογούμαι από ανασφάλεια. Δε ξέρω.
Περνάω μερικές πόρτες ξύλινες για δοκιμή για να δω που φτάνει το ύψος μου για να μη πηδήξω περισσότερο από αυτό και χαθώ στη στρατόσφαιρα. Όλα γύρω μου είναι περιτριγυρισμένα από σύννεφο και ο Αχιλλέας χτες μου είπε πως ο ήλιος είναι ζωή και του απάντησα και το νερό επίσης. Θέλω να ζήσω σε κλίμα τροπικό, θέλω τυφώνες και καταιγίδες τροπικές, θέλω κατακαλόκαιρα με μπόρες, θέλω τον φάρο εκείνο για σπίτι μου και δε μου τον δίνει κανείς, θέλω οι τυφώνες να βουίζουν έξω κι εγώ να είμαι μέσα στον φάρο σε μια κυκλική πορεία, σε μια δύνη, να νιώθω πως βρίσκομαι στο μάτι του κυκλώνα όπου έξω από την ύπαρξή μου γίνεται το έλα να δεις αλλά εγώ έχω το πλεονέκτημα να παρακολουθώ με μια κούπα ζεστό καφέ την απόλυτη θάλασσα που μόνο τον χειμώνα με γοητεύει τόσο όταν είναι εξαγριωμένη και δυνατή, τόσο δυνατή που μπορεί να φάει και βράχους ολόκληρους-εσύ μπορείς;
Κυκλοφορεί ένας θάνατος στο μπαλκόνι μου. Τα λουλούδια μου πεθαίνουν το ένα μετά το άλλο χωρίς προφανή λόγο. Η απόσταση που διανύει το προφανές από το υποκειμενικά φαινομενικό απέχει όσο ο γαλαξίας από το υπόλοιπο Σύμπαν. Μερικές μελανιές στο ασυνείδητο μου σώμα, είναι η απόδειξη πως το προφανές και το υποκειμενικά φαινομενικό, αγγίζεται μόνο μέσω ενός αστρικού ταξιδιού με προορισμό το δωμάτιο πανικού του μυαλού μου. Εκεί έχω το ονειρεματοκιβώτιό μου και όποτε κάποιος εισβάλει στη ζωή μου με βία τρέχω και χώνομαι εκεί, κλείνω εισόδους και εξόδους, βάζω τον κωδικό μου, ανοίγω το ονειρεματοκιβώτιο και διαλέγω ποιο όνειρο με κάνει να νιώθω ασφαλής. Το κάνω μπάλα και παίζω στους ατσαλένιους τοίχους μου αφήνοντας από έξω την καταστροφή να κυνηγάει κάτι για να τραφεί. Να γίνει δυνατή, δυνατότερη, αλλά όχι πιο δυνατή από τους ατσαλένιους τοίχους μου.
Βρέχει και λυτρώνομαι. Χτες το βράδυ κοιμήθηκα βαθιά, πολύ βαθιά, τόσο βαθιά που χάθηκα μέσα στους κεραυνούς και τα μπουμπουνητά και σώπασα. Πετάχτηκα όρθια μέχρι το ταβάνι και άλλαξα πλευρό εκεί πάνω, κι έμεινα να βλέπω τη ζωή μου να εξελίσσεται μέσα στο πορτοκαλί ριχτάρι που σκέπαζε απροσάρμοστα το σώμα μου. Τα βράδια ξαπλώνω στον καναπέ και τραβάω το ριχτάρι που σκεπάζει την πλάτη του καναπέ και με σκεπάζω. Κι έτσι με παίρνει ο ύπνος. Και μένω εκεί, ακίνητη για να μη ξεσκεπαστώ και κρυώσω. Ο καναπές αυτός μοιράστηκε ολόκληρη την ενήλικη ζωή μου κι έχουμε πει τόσα μυστικά ο ένας στον άλλο που αν πρέπει να τον αποχωριστώ κάποια στιγμή πρέπει να τον ορκίσω να μη πει τίποτα ή να βρω έναν τρόπο να τον δεσμεύσω με ένα απόρρητο αψυχολόγητου καναπέ για να μη με αφήσει χωρίς μυστικά και χωρίς ζωή. Μοιάζω να ταξιδεύω πάνω του έντεκα χρόνια πριν, να γίνομαι εικοσιένα, να βουλιάζω στα μαξιλάρια του κι έπειτα να βάζω το πρόσωπό μου μέσα του και να κλαίω για κάθε μη απτή πραγματοποίηση, απογοητευμένη. Νιώθω τρία γράμματα να με βάζουν από κάτω και να με ποδοπατάνε με μανία κι εγώ νιώθω απογυμνωμένη και αδύναμη ενώ ταυτόχρονα έχω στιγμές απεριόριστης δύναμης που με κάνουν να μπορώ να καταστρέψω τον κόσμο και, πριν καταστραφώ κι εγώ, να τον αναδομήσω από την αρχή με τα χέρια και τα νύχια μου. Είναι οι στιγμές της απόλυτης οργής και το αμέριστου θυμού μου. Εκείνες τις στιγμές γίνομαι η ίδια τοίχος από ατσάλι στο δωμάτιο πανικού μου και χτίζομαι ενσωματώνοντας την ύπαρξή μου με το μπετόν. Αν κοιτάξεις βαθιά μέσα στα μάτια μου εκείνη την ώρα δε θα βρεις επιφάνεια να πατήσεις και θα βουλιάξεις. Μόνο μη λυγίσεις. Αν λυγίσεις, λύγισα. Και θα γυρίσω ηττημένη κλαίγοντας, πάλι πίσω στο κορμί μου και τα μάτια μου θα αποκτήσουν και πάλι βάθος και θα πατήσεις και θα σωθείς. Και η συνομωσία ανάμεσα στην θυμωμένη οργή και στην ηττημένη μου ύπαρξη συνεχίζεται μέχρι τη στιγμή που ποτέ πια δε θα είναι αργά είτε για να θυμώσω, είτε για να ηττηθώ, ή θα είναι πολύ αργά και για τα δύο. Έξω μπουμπουνίζει και περιμένω την επόμενη αστραπή με τη μύτη κολλημένη στο τζάμι και την ανάσα μου να θολώνει το γυαλί. Και όταν γίνει αρκετά θολό, φτιάχνω σχέδια με το δάχτυλο τέτοια που θα μείνουν εκεί αόρατα και θα εμφανίζονται με κάθε τυχαία ή σκόπιμη ανάσα. Είναι τα λεγόμενα μαγικά σχήματα που είναι αόρατα κι όμως υπάρχουν. Όταν τα βαρεθώ θα πάρω πανί και νερό και θα τα σβήσω, γιατί μόνο έτσι παύουν να υπάρχουν, και ίσως με μια καινούρια ανάσα να φτιάξω καινούρια σχέδια. Κι έτσι κολλημένη στο τζάμι περιμένοντας την αστραπή των δώδεκα και τέταρτο θα βρω την ευκαιρία να ταξιδέψω ηλεκτρισμένη για όσο διαρκεί ένα ‘‘πάντα’’ πάνω από τα σύννεφα, για να δω από ψηλά όλα εκείνα που φαίνονται τόσο μικροσκοπικά που σχεδόν δεν υπάρχουν. Γράφω εκτονωμένη ασταμάτητα και γράφω διαφορετικά πράγματα από εκείνα που είχα σκοπό εξ’ αρχής να γράψω και αυτό γιατί ήδη τα ξέχασα -με λένε μνήμη αποσπώμενη από την κάρτα του μυαλού μου- κι έτσι φοβάμαι να κλείσω γιατί αν κλείσω θα κλειστώ για βδομάδες πάλι κι έτσι το μυαλό μου θα στερέψει από λέξεις και τα βράδια θα λέω λέξεις άλεξες δίχως ήχο και θα ξεχάσω τη γλώσσα μου αλλά δε βαριέσαι εαυτέ μου… θα μιλάμε με τα μάτια, τα χέρια και τις ανάσες μας. Και όποιος καταλάβει κατάλαβε…
Θα 'ρθεί καιρός που θα αλλάξουν τα πράγματα. Να το θυμάσαι Μαρία. Θυμάσαι Μαρία στα διαλείμματα εκείνο το παιχνίδι που τρέχαμε κρατώντας τη σκυτάλη -μη βλέπεις εμένα- μην κλαις. Εσύ εισ' η ελπίδα. Άκου θά 'ρθει καιρός που τα παιδιά θα διαλέγουν γονιούς δε θα βγαίνουν στην τύχη Δε θα υπάρχουνε πόρτες κλειστές με γερμένους απ' έξω Και τη δουλειά θα τη διαλέγουμε δε θά 'μαστε άλογα να μας κοιτάνε στα δόντια. Οι άνθρωποι -σκέψου!- θα μιλάνε με χρώματα κι άλλοι με νότες. Να φυλάξεις μονάχα σε μια μεγάλη φιάλη με νερό λέξεις και έννοιες σαν και αυτές απροσάρμοστοι-καταπίεση-μοναξιά-τιμή-κέρδος-εξευτελισμός για το μάθημα της ιστορίας. Είναι Μαρία -δε θέλω να λέω ψέματα- δύσκολοι καιροί. Και θαρθούνε κι άλλοι. Δεν ξέρω -μην περιμένεις και από μένα πολλά- τόσα έζησα, τόσα έμαθα, τόσα λέω Κι απ' όσα διάβασα ένα κρατάω μόνο: "Σημασία έχει να παραμένεις άνθρωπος". Θα την αλλάξουμε τη ζωή! Παρ' όλα αυτά Μαρία.