1.9.11

Τασάκι με αποτσίγαρα

Το τελευταίο ηλιοβασίλεμα του καλοκαιριού πάντα με εντυπωσίαζε διαφορετικά από τα άλλα. Από τότε που γεννήθηκα σε άλλη ζωή θυμάμαι πως πάντα το κοιτούσα ακόμα κι αν χρειαζόταν να κάνω διαδρομή μια που το παλιό σπίτι έβλεπε στη φλαμουριά και στις απέναντι οικοδομές. Περιμένω καρτερικά εκείνη τη βροχή την πρώτη του φθινοπώρου, μια δυνατή καταιγίδα να με παρασύρει ως τις άκρες των βρόμικων δρόμων μαζί με τα βροχόνερα και να κυλίσω στο ρέμα απέναντι. Εκεί που όταν βρέχει ακούγεται σαν καταρράκτης και θυμάμαι την πρώτη ανάμνηση της ζωής μου.
-Μιλάς;
-Όχι.
-Τι κάνεις;
-Χάνομαι γιατί ρεμβάζω…
-…
Χαμόγελο.
Νιώθω μια ηρεμία συντριβής. Σαν να είσαι παρόν σε μια κατεδάφιση. Μηχανές που βογκούν, μπάζα που πέφτουν και σκονίζουν την ανάσα, καδρόνια να σπάνε κι έπειτα σιγή. Και ηρεμία. Κι έπειτα συντρίμμια. Κι ένα τίποτα κρεμασμένο στο χερούλι της εξώπορτας της όρθιας που με προκαλεί να της κάνω "μπου" και να πέσει. Πάντα γελούσα με το παιχνίδι του "μπου"
-Σε τρόμαξα, ε; Έλα πες την αλήθεια.
-Χέστηκα από τον φόβο μου, τι να σου πω.
Αλλά δεν έφταιγαν οι άλλοι που δε τρόμαζαν. Έφταιγα εγώ που ήμουν προβλέψιμη. Όπως και να έχει, τρόμαζαν δε τρόμαζαν εγώ γελούσα με τη φάτσα τους. Είτε την αιφνιδιασμένη-σπανιότατα- είτε εκείνη που αποτυπώνει το άκουσμα κάτι κρύου. Ειδικά με τη δεύτερη γελούσα πολύ. Αλλάζω… αργά ή γρήγορα αλλάζω. Κάποτε όταν έλεγα μαλακία ήταν ένας σοβαρός  λόγος για να μείνω κλεισμένη στο καβούκι μου για μήνες βουτηγμένη στα κόμπλεξ μου μέχρι πάνω από το φωτοστέφανό μου. Μέχρι να βγω για ανάσα και μετά άντε πάλι έλεγα μαλακία και κλεινόμουν. Ο χρόνος μου είχε πέντε ανάσες και τριακόσιες εξήντα ασφυξίες. Ενώ τώρα μου αρέσει τόσο να λέω μαλακίες! Είτε αμπελοφιλοσοφημένες-καλή ώρα- είτε μονοσύλλαβες.
Νυχτώνει νωρίς. Και σήμερα που πήγα να πάρω ανάσα έβαλα ζακέτα και παντελόνι. Ούτε που θυμάμαι πόσο καιρό έχω να βάλω παντελόνι μακρύ. Τόσο που μου έπεφτε και το κρατούσα για να μη πέσει και φανεί το βρακί μου. Το πατούσα με τα παπούτσια μου κι έπειτα δε νοιαζόμουν πέρα από το να μη πέσω. Ούτε πως λερωνόταν με ένοιαζε. Ούτε πως ήταν λευκό με αφορούσε. Μονό να μη πέσω με ενδιέφερε. Δε μπορώ να πέφτω κι άλλο. Μου φτάνουν οι φορές που μάτωσαν τα γόνατά μου. Έχω γεμίσει σημάδια. Θέλω ένα μαντζούνι που να φτιάχνει δέρμα παρακαλώ. Να το φοράω όταν τα σημάδια μου θυμίζουν πληγές αιμορραγούσες για καιρό. Ή να το φοράω για καλό. Πληρώνω όσο όσο από τον πρόσφατα περικομμένο μου μισθό. Μου αρέσει που νυχτώνει νωρίς. Ο χρόνος μου κυλάει σε άλλους ρυθμούς. Σκοτεινή και νυχτωμένη περιπλανημένη ανάμεσα σε σύννεφα και ανάσες, ανάμεσα στην κολακεία και την εκδίκηση σαν σκέψη που χάνεται όταν τα μάτια ανοίγουν και η τελευταία φράση ήταν ‘‘Να θυμάμαι τη σκέψη’’ που μόλις ξυπνάω χάνεται. Κουβαλάω την κατάρα της Ντόρις από γεννησιμιού μου. Πριν περάσουν δυο δεύτερα αφύπνισης ξεχνάω το ποια είμαι και χάνομαι. Αποθηκεύω τόσα στο υποσυνείδητο ασυνείδητα που στο τέλος θα γίνει τις πουτάνας εκεί μέσα και όταν αρχίζουν να πετάγονται οι τελευταίες σκέψεις πριν το άνοιγμα των ματιών δε θα ξέρω από πού να τις μαζέψω. Το μυαλό μου αρνείται να καταγράψει πληροφορίες κι έτσι γίνομαι και πάλι ενέργεια και ζω από την αρχή. Κάθε λεπτό. Και να δεις πως οι πρώτοι διάλογοι θα είναι
-Α! Γεια!
-Με κοροϊδεύεις; Με ξέρεις πολύ καλά!
-Εγώ; Εσένα; Σοβαρά;
-Ναι. Κι εγώ εσένα.
-Νομίζεις…
Σιχαίνομαι το κρύο. Και τον καύσωνα. Κι έτσι έχω σκοπό να νιώσω αυτό το Φθινόπωρο μέχρι το τελευταίο ετοιμοθάνατο κύτταρό μου. Και μπορεί να είναι το τελευταίο μου αλλά δε θα είναι, έχω μια ζωή να κουβαλήσω…



Θέλω να δω τα στρουμφ σε 3D για να δω πως
είναι να ζεις σε μανιτάρι.
Κι αυτή η συναυλία 
δεν παρακολουθήθηκε ποτέ….
Α! Και σήμερα άστραψε…





17.8.11

Ωδή στον πατημένο αχινό που κουβαλάω στο μικρό μου δαχτυλάκι του αριστερού ποδιού μου...

Πάτησα ένα πεθαμένο αχινό και με δηλητηρίασε με τον θάνατό του. Γέμισα παντού δηλητηριασμένα αγκάθια θανάτου και τώρα φοβάμαι μήπως πεθάνω πριν να ζήσω. Έπαθα αχινόκοκκο. Και μη βιαστείς να κοροϊδέψεις γιατί όποιος κοροϊδεύει τον άλλον κοροϊδεύει τον ίδιο του τον εαυτό. Αυτό ήταν το πρώτο όπλο που προμηθεύτηκα από τη γειτονιά για την Α’ Δημοτικού προκειμένου να επιβιώσω στην σκληρότητα των παιδικών ανθρώπων. Μεγαλώνοντας κατάλαβα πως αυτό το ίδιο το όπλο θα το χρησιμοποιούσα για πάντα, λίγο διαφοροποιημένο. Από ενεργητική πρόταση έγινε παθητική και μετατράπηκε σε ‘‘Ό,τι κοροϊδεύω το λούζομαι’’. Μεγαλώνοντας κι άλλο κατάλαβα πως ό,τι κοροϊδεύουμε στον άλλο, ότι μας ενοχλεί στον άλλο βρίσκεται μέσα μας. Έφυγα όμως και πάλι από το θέμα μου. Έτσι έκανα πάντα και στην έκθεση αλλά πάντα γύριζα σε αυτό. Μόνο στη ζωή δεν επιστρέφω…
Λοιπόν που λες έπαθα αχινόκοκκο και όχι εχινόκοκκο. Ο αχινόκοκκος είναι η ασθένεια που παθαίνεις όταν πατάς πεθαμένους αχινούς. Το δηλητήριο περνάει από την πατούσα σου και προσβάλλει το μυαλό, το πνεύμα και το σώμα σου μέχρι τον τελευταίο κόκκο ύπαρξης. Το μυαλό σου ξερνάει δηλητηριασμένες σκέψεις, το πνεύμα σου πέφτει σε καταστολή και το σώμα σου  παραπαίει. Μέχρι το τέλος. Μερικοί άνθρωποι αποκτούν τα σημάδια του αχινόκοκκου από έρωτα προδομένο ή ανεκπλήρωτο ή απογοητευμένο. Και αυτή η γραφή σε δεύτερο ενικό, ε; Λες και μιλάω για όλους εκτός από τον εαυτό μου ενώ στην ουσία μόνο σε αυτόν μιλώ. Έτσι έκανα πάντα. Μαλακία ο δεύτερος ενικός στη γραφή. Συνήθεια; Ναι… συνήθεια! Κατ’ ευθείαν να τρέξω να δικαιολογηθώ…
Σε όποιο σημείο της Γης και να βρεθώ πάντα εντοπίζω τη μεγάλη άρκτο. Κόμπλεξ επιβεβαίωσης πως βρίσκομαι πάντα στον ίδιο πλανήτη. Παλιότερα έβρισκα τη μικρή. Τη μεγάλη… ούτε για αστείο. Από ένα σημείο και μετά εντοπίζω τη μεγάλη και η μικρή εξαφανίστηκε μαζί με κάτι παιδικά όνειρα. Το έχω ξανά πει αυτό. Πότε; Αν με παρακολουθούσες θα ήξερες. Μια φορά η μεγάλη Άρκτος βρέθηκε στην πλάτη μου. Πως και δε την είχα εντοπίσει τόσα χρόνια; Είναι που δεν έχω μάτια στην πλάτη. Ή στον κώλο είναι η σωστή έκφραση;  Θα ζωγραφίσω δύο έτσι για να μπορώ να βλέπω τα πάντα. Αλλά θα έχουν άλλη όραση. Έτσι όταν θα με κουράζει ο κόσμος θα τον βλέπω με άλλα μάτια και θα τον ερωτεύομαι κι έτσι δε θα τον μισώ που με μισεί και δε με αφήνει να ζήσω όπως θέλω. Αστυνομοκρατούμενη ακόμα και μέσα στο ίδιο μου το σπίτι, οι κινήσεις περιορισμένες και αν είναι διαφορετικές από το προβλέψιμο υπάρχουν πίσω από την πόρτα του γραφείου δηλητηριασμένα βέλη που πετιούνται βάση τακτικής. Όλοι μου τα χώνουν για τις αντιλήψεις μου και πιο πολύ αυτοί που έχουν εισιτήριο διαρκείας στη ζωή μου κι έχουν ελευθέρας στο να πληγώνουν ανενόχλητοι. Κάτσε να δεις πως τους λένε… Α! Ναι! Οι δικοί μου άνθρωποι! Αυτοί…. Και όλοι με κρατούν στο όνομα μιας αγάπης, που δεν αντιλαμβάνομαι, με το στανιό. Η μάνα για να με κρατήσει στη ζωή της πρέπει να είμαι αυτή που θέλει σύμφωνα με τα πρότυπά της, εσύ στη δική σου σύμφωνα με τα δικά σου πρότυπα, ο πατέρας στη δική του σύμφωνα με τα δικά του και πάει λέγοντας ‘‘ Και αφού κανείς δεν ευθύνεται, αυξάνεται και πληθύνεται του ανθρώπου η συμμορία, ζούγκλα οικογενειακή’’. Αυτό.  Ο καθένας σύμφωνα με τα πρότυπα του και στα παπάρια σας τα δικά μου πρότυπα αλλά δε πειράζει και πάλι φίλοι. Όλοι με αγαπάτε λοιπόν αρκεί να πετάει ο γάιδαρος και να είμαι αυτή που θέλετε. Και αν δεν είμαι, με κρατάτε πεισματικά και με κάνετε δυστυχισμένη. Αυτή θα είναι η τιμωρία μου που δεν είμαι ένα εκατομμύριο άνθρωποι μαζί για όσο επεξεργάζομαι τη δική σας τιμωρία να διεκδικήσω αυτό που είμαι κρατώντας μόνο εκείνους που έχουν τα κότσια να με θέλουν ως άνθρωπο και όχι ως εικόνα. Γιατί υπάρχουν και αυτοί. Κατάλαβες; Αλλιώς θα πίστευα πως είμαι τρελή...
Άσε που έχασα και το σώμα της Μεγάλης Άρκτου χτες πίσω από τα σύννεφα και κόνεψα να χάσω τη γη κάτω από τα πόδια μου. Έψαξα να βρω εκείνον τον Φάρο που θα κατοικίσω και διαπίστωσα πως οι πιθανότητες να γίνω φαροφύλακας και να ζήσω στον Φάρο στο ακρωτήρι της Σαπφώς αγγίζουν τα όρια του μηδενός. Οι πιθανότητές σας με πονάνε, με πληγώνουν και εκτρώνουν τα όνειρά μου. Δεν είμαι άντρας, ούτε απόστρατος του Ναυτικού γιατί φαντάρος δε πήγα η ΕΣΣΟ μου δεν ήρθε ποτέ λόγω μιας βλάβης που είχα ανάμεσα στα πόδια μου και κατουρούσα καθιστή. Και παρόλο που δεν είμαι άντρας αλλά γυναίκα λέω αγγίζει τα όρια του μηδενός και όχι πως είναι μηδέν γιατί εγώ θα κάνω κατάληψη στον Φάρο και  μόνο όταν αυτοκτονήσω από εκεί για τον χαμένο Έρωτα θα καταφέρει κάποιος να με βγάλει…




Ξέρεις κάτι; Ακόμα και
Να αυτόψυχαναλύομαι
Βαρέθηκα..
Εσύ τι; Ακόμα
Λες πως
 Με αγαπάς;


Δε λέω.. 

10.8.11

Η λεύκα έξω απο το σπίτι δημιουργεί σκιές στον αέρα και φοβάμαι...

Δε θα ηρεμίσω.. το βλέπω εγώ.. δε θα ηρεμίσω… ο θεός της οργής με ερωτεύεται κι εγώ δε τον θέλω αλλά εκείνος μου στέλνει λουλούδια καθημερινά. Πάντα κάποιος λόγος να μου γδάρει το δέρμα και να αποβάλλω θυμωμένα αιμοπετάλια. Έτρεχα σαν την τρελή για τσιρότα στο φαρμακείο αλλά το αίμα μου έβγαινα με τόση οργή που και το πιο μικρό γδάρσιμο ήθελε ράμματα. Και καθημερινά τρέχω από εφημερεύον νοσοκομείο σε εφημερεύον για να με ράψουν και να με μεταγγίσουν αίμα ηρεμίας. Μέχρι τη στιγμή που θα χτυπήσει το κουδούνι και η οργή θα μου έχει στείλει τα επόμενα λουλούδια της….
‘‘Ακραία καιρικά φαινόμενα πλήττουν την Βόρεια Ελλάδα’’ κι εγώ ο πιο ακραίος κεραυνός του κόσμου επιβιώνω μέσα από την καταιγίδα. Σκοτεινιαααααά…. Θα περιμένω να αστράψει και να βροντήξει μέχρι να καεί το αλεξικέραυνό μου και να λιώσει τα καλώδια όλης της Γης. Σςςςς… άκου… βροντάει…. Θα βάλω ένα ποτήρι από εκείνο το κόκκινο κρασί κι έπειτα θα μεθύσω την ακοή μου με το άρωμα της αστραπής. Θα ασελγήσω στις σκέψεις μου λίγο πιο α-πρόχειρα από την πιο πρόχειρη συνουσία του κόσμου. Να τις κάνω ξεδιάντροπες κι έπειτα να τις κρατήσω στο κεφάλι μου σε αρχείο περιεχομένου ακατάλληλο για ανηλίκους. Κι όποιος τις διαβάζει να ερεθίζεται και να κοκκινίζει αμαρτωλά που ερεθίστηκε. Κι έπειτα να ξεχνιέμαι σαν ξεραμένη σταγόνα βροχής σε τζαμαρία σπιτιού εγκαταλελειμμένου.
Θέλω να πέσω στα γόνατα και να κλάψω με λυγμό. Θέλω να φύγει η σιωπή από μέσα μου και ύστερα να σωπάσω δυνατά. Να μπορέσω να σου σωπάσω πως όλα θα πάνε καλά ακόμα και αν χρειαστεί να σπάσουν τα γόνατά μου σε τέσσερα σημεία. Δε ξέρω αν πιστεύομαι από τον εαυτό μου, να σου πω την αλήθεια μου φοβάμαι πιο πολύ από τους κεραυνούς που ξεψυχούν σε αλεξικέραυνα. Είμαι μόνη σε ένα σπίτι εκατόν είκοσι τετραγωνικών που μου μοιάζει για χίλια εκατόν είκοσι και δε με χωράει. Θα ανέβαινα στη σοφίτα αν υπήρχε λόγος αλλά δεν υπάρχει κι έτσι απλά ακούω το δοκάρι της κεραίας να κουνιέται πέρα δώθε κάνοντας έναν μουσικό τριγμό που μοιάζει με μουσική από ταινία τρόμου. Τα σωθικά μου τρέμουν αλλά τα μάτια μου δείχνουν ατρόμητα μόνο και μόνο για να μη καταλάβεις πως φοβάμαι και λυγίσεις. Έτσι έμαθα να κρατάω ισορροπίες μέσα μου. Κι όταν τις χάνω είναι που καταπίνω το ένα ρ και η ισορροπία μου γίνεται ισοροπία και ντεραπάρω σαν νταλίκα στην εθνική αλλά όχι από εκείνες που πέφτουν στο γκρεμό και σκοτώνονται διαλυμένες, από τις άλλες που σταματούν στο χείλος του και επανέρχονται τραυματισμένες αλλά ζωντανές και έτοιμες για καινούρια διεθνή ταξίδια ως την άκρη του κόσμου. Δε πεθαίνω. Δε πουλιέμαι. Κι αν ποτέ μείνω άφραγκη και το εκμεταλλευτείς και με εξαγοράσεις στην ανάγκη μου θα σου γαμήσω ότι έχεις και δεν έχεις όντας ηττημένη, κλέβοντας σου όλη τη ζωή, μέσα από την ψευδαίσθηση, πως επειδή με εξαγόρασες με κάνεις ότι θες, από εκδίκηση. Θα σου πω πως αφού με αγόρασες πρέπει να με συντηρήσεις γιατί αλλιώς η επένδυσή σου ήταν σκάρτη. Κι έτσι θα σε απομυζώ και θα παρασιτώ πάνω σου μέχρι να σε αφήσω άψυχο κουφάρι κι έπειτα θα ζω τη δική σου ζωή προσαρμόζοντάς τη στη δική μου. Αν με εκβιάσεις στην ανάγκη μου τη γάμησες. Καλύτερα για όλους να με αφήσεις χωρίς πόδια. εγώ θα βρω άλλα κάποια στιγμη να σπείρω και να περιμένω να μεγαλώσουν για να τα φορέσω πάλι…
Ο ουρανός απέχει όλο κι όλο δέκα εκατοστά από το κεφάλι μου και βρέχει απαλά και μπουμπουνίζει βίαια. Είναι η ολοκλήρωση του Έρωτα μέσα στην απαλότητα των αγγιγμάτων και στην βιαιότητα του οργασμού. Τα σύννεφα ταξιδεύουν με ταχύτητα και μπορώ να αντιληφθώ το φευγιό τους αλλά όχι το φευγιό κανενός άλλου. Είναι στρώματα βροχής απελπισμένης που προσπαθεί κάπου να αφήσει το κλάμα της. Συσσωρευμένα κλάματα που δεν εκφράστηκαν ποτέ. Ικετεύω να κλάψει για να κοιμηθώ με κάλτσες απόψε. Θα ανάψω και τζάκι αν κλάψει με λυγμό. Τι υπέροχο Φθινόπωρο τον Αύγουστο! Μοιάζει λίγο με τις σκληρές μου λέξεις που αν τις αγγίζεις μπορείς να τις κάνεις σύννεφα και να κοιμηθείς πάνω τους απόψε… τόσο σκληρές… σαν τις μαλακίες που λέω τόση ώρα και πριν τελειώσω το γράψιμο θα τις έχω ήδη αναθεωρήσει………

 
ή μην 
ακούς… 
κάνε αυτό που 
πάντα ήθελες….

28.7.11

Αντηλιακή κρέμα ματιών

Τα βράδια ξυπνάω μόνο και μόνο για να ρίξω λάδι στη φωτιά. Να γίνω πυρκαγιά, να κάψω τα σωθικά μου και πριν απανθρακώσω κάθε μονάδα πίεσης στο κεφάλι, την εξουδετερώνω και αποσυμπιέζομαι.  Δεν είναι πως δε σου γράφω πια επειδή δεν έχω τι να πω. Είναι που οι λέξεις δεν έχουν να μου πουν τίποτα. Και για να είμαστε δίκαιοι, ούτε εγώ έχω κάτι να πω γι αυτές και με αυτές. Φτωχές συλλαβές τοποθετημένες η μία δίπλα στην άλλη να περιγράφουν νοήματα και ποτέ να μην αγγίζουν την υπόστασή τους. Οι λέξεις πλάθουν νοήματα. Μα τα νοήματα δεν είναι λέξεις.
Νιώθω σα φτωχή συγγενής, νεότερης εποχής, κλεισμένη στο κάστρο ενός δράκου από λάθος. Η πολυπλοκότητα των σκέψεών μου με ερωτεύτηκε παράφορα και ξαφνικά όλα τα απλά γίνονται δύσκολα και αιφνιδιάστηκα. Η γνώση της μισής μου ζωής διαγράφηκε, όταν έκανα format χωρίς backup. Η χωρητικότητα των αναμνήσεών μου έφτασε να καταλαμβάνει το εκατόν ένα τοις εκατό του εγκεφάλου μου και οι αναμνήσεις ξεχείλισαν από τις ρίζες των μαλλιών μου και χάθηκαν. Όσες ξέμειναν στον πάτο, διαγράφηκαν. Κι έπειτα ξεβίδωσα το κεφάλι μου, το έπλυνα με σαπούνι και σφουγγάρι μέσα-έξω και το ξέπλυνα με μπόλικο νερό. Το άφησα στην πιατοθήκη να στεγνώσει εντελώς πριν το βάλω ξανά για να μη σκουριάσουν οι καινούριες μνήμες.
Αυτή τη στιγμή την έζησα ξανά πριν διακόσια είκοσι έξι χρόνια. Καθόμουν και σου έγραφα χωρίς να ξέρω αν υπάρχεις. Και τώρα δε ξέρω αν υπάρχεις.  Χαμηλώνω τα φώτα στο διαφανοσκόπειο και βρίσκομαι με το νου πίσω στην ξύλινη καλύβα με το ένα δωμάτιο. Μπορώ να σου περιγράψω. Με βλέπω ταυτόχρονα και παράλληλα με το τώρα. Τα μάτια μου αλληθωρίζουν ανάμεσα στις ζωές κι εστιάζουν μια στο αχνό φως του γραφείου και μια στο αχνό φως του σπιτιού με το ένα δωμάτιο. Είναι άγρια εδώ. Μάλλον όχι εδώ, παραδίπλα. Κοντά στην καρέκλα, δίπλα στο παράθυρο. Το ξέρω πως η νύχτα αγριεύει και δε την ερεθίζω. Ούτε με το βλέμμα μου. Άλλωστε σου γράφω με τόση μανία που δε μπορώ να σηκώσω τα μάτια μου. Σηκώνω τα φρύδια μου αρνητικά σε μια κουφή ερώτηση που έγινε κι ας μην ειπώθηκε. Καρφώνω με τα μάτια μου τα αόρατά σου μάτια, ανοίγω τα πόδια μου και βάζω το χέρι μου ανάμεσά τους. Δε ξέρω αν υπήρχες. Ούτε και τώρα ξέρω. Μα θέλω να σου περιγράψω τον οργασμό μου.
Έχω μια τανάλια που μου σφίγγει το κεφάλι από ‘δω και από ‘δω. Άλλαξε φορά. Πριν έσφιγγε από εδώ και από ‘δω.  Ικέτεψα να με αφήσει και διαπραγματεύτηκα την αλλαγή της θέσης μουδιασμένη. Το πρωί σηκώθηκα με δυσκολία και άφησα τη φαντασία μου στον καναπέ να ονειρεύεται. Όταν σχολάσω, θα ετοιμάσω καφέ και θα μου πει τα όνειρά της καπνίζοντας. Όλο το καλοκαίρι θα το βγάλω με το καινούριο μου το φόρεμα και τα σανδάλια. Τι ρώτησες; Αν το φοράω επειδή είναι άνετο; Όχι. Επειδή είναι καινούριο το φοράω. Χτες που έκανα μπάνιο ξέχασα να το βγάλω και όταν στέγνωσα τα μαλλιά μου στέγνωσε και αυτό. Κοιτάχτηκα και αποφάσισα πως δε θα μακρύνω τελικά τα κοντά μου μαλλιά όπως είχα αποφασίσει προχτές. Θυμάσαι που τα είχα βάψει μωβ;  Έτσι θέλω πάλι. Αλλά θα μείνω στο ρήμα, δε θα το κάνω. Γιατί; Γιατί όταν τα έβαψα οι τρίχες μου στην αφή έμοιαζαν με πατημένη τσίχλα χωρίς ίχνος γλυκαντικής ουσίας. Και για να τα επαναφέρω τα σιρόπιασα. Και τώρα είναι μεταξένια αλλά είναι μακριά-πιάνονται αγάπη μου, πιάνονται!-, πρέπει να τα κόψω. Χάνω τη δύναμή μου για να τη βρω ξανά. Αιώνια μονομάχος της αδυναμίας μου για υπομονή, ψάχνω με τα όπλα μου τις πιθανές κρυψώνες της και πάντα τη βρίσκω και τη σκοτώνω. Κι έτσι, καρμικά, γεννιέμαι πάντα ανυπόμονη. Δε φταίω, εγώ, ειλικρινά δε φταίω. Να τα βάλεις με τη μαμά, της μαμάς τη μαμά, τη μαμά της μαμάς, της μαμάς τη μάνα. Κι όταν της τα χώσεις, έλα να μου πεις τι σου είπε και αν ανέλαβε την ευθύνη της. Αν όχι μη παραξενευτείς! Είναι ευθυνόφοβοι στο σόι μου. Να πας ακόμα πιο πίσω. Και ίσως με βρεις να σου γράφω στην ξύλινη καλύβα με το ένα δωμάτιο όπου η νύχτα είναι άγρια στην καρέκλα δίπλα στο παράθυρο…



Η μαμά είπε
πως αντηλιακές κρέμες
για τα μάτια δεν 
υπάρχουν.
Μόνο κολλύρια 
για τα μάτια 
υπάρχουν-είπε..

22.7.11

Μακαρόνια με κιμά


Έχω αιώνες να γράψω ξημερώματα. Μου έχει λείψει όπως το ποιοτικό σεξ σε ερασιτέχνες εραστές.  Είπα πολλά ανείπωτα. Δε θα πω άλλα μην ξυπνήσω τον ήλιο και φύγει γρήγορα η νύχτα...


Σςςς...

14.7.11

Τζαμάικα

Ο αέρας μου, μυρίζει καυσαέριο νταλίκας και μπούχτισα γι’ αυτό και προσπέρασα πάνω σε διπλή γραμμή αντικανονικά κι επικίνδυνα ρισκάροντας να χάσω τα πάντα. Είναι πάντα πιο σημαντικό να αναπνέω. Μετράω το χρόνο με σβησμένα φεγγάρια και σήμερα χάθηκα λίγο πριν προσπεράσω το σχεδόν γεμάτο φεγγάρι αναρωτώντας πότε σου είπα να πως μοιάζει με νεραϊδοφέγγαρο. Μια στη χάση και μια στη φέξη θυμάμαι να μετρηθώ με τον χρόνο και αυτό είναι εξυπηρετικό και για μένα και γι αυτόν  γιατί έτσι ο ένας ξεχνάει την ύπαρξη του άλλου. Το σώμα μου μετράει μέρες δεύτερης αποβολής λιγότερο επώδυνης και περισσότερο ηττημένης από την πρώτη. Νιώθω να ανησυχώ χωρίς προφανή λόγο, τόσο ώστε δεν ελέγχω τις αισθήσεις μου και το ασημί συμβατικό μη συμβατικό, κατά προσωπικότητα, βόλκς βάγκεν μου πηγαίνει μηχανικά και μόνο του. Το ασημί στο αμάξι είναι χειρότερο από το σκατουλί.
Νιώθω κάτι στο στήθος μου που δε μοιάζει με βάρος αλλά με πνίγει. Απόψε ήθελα να είχα ένα μαγικό ''κάτι'' για να με εξαφανίσει κι έπειτα να πάρω υπόσταση από την αρχή γινομένη από λάσπη και ανάσα. Το γκάζι μου πιάνει τα όρια της σκέψης μου και φρενάρω απότομα λίγο πριν πέσω στην κολώνα του αδιέξοδου και σκοτωθώ. Στο πίσω μέρος του αμαξιού μου υπάρχει η μαύρη μπαντάνα από το δεύτερο μπάνιο μου. Αλλοιώνομαι από τη ζέστη και χαλάω και περιμένω κάποιος να με μυρίσει και να με πετάξει στα σκουπίδια για να ανακυκλωθώ. Να επανέλθω έχοντας να ζήσω μια ακόμα ζωή παράγωγο της τωρινής. Μια ευκαιρία για να θέσω από την αρχή όλες τις θεωρίες συνομωσίας μου ξεκινώντας με ένα απλό  ‘‘Τί θα γινόταν αν…’’ και να ζήσω αντίστροφά από τώρα για να δω πως θα ήμουν σε περίπτωση που έκανα τις αντίθετες επιλογές από αυτές που έκανα ως τώρα. Μια ακόμα ζωή να τη σπαταλήσω στην περιέργεια κι έπειτα να έρθει η επόμενη και η επόμενη και η επόμενη μέχρι να γίνω μόριο σκόνης που θα έχω εκπληρώσει τον στόχο της ύπαρξής μου. Να ζήσω απλά σαν μόριο σε κβαντικό επίπεδο εκεί που τίποτα δεν είναι δεδομένο και όλα μπορούν να συμβούν. Να πίνω ποτό στο κλαμπ των κβάντων να φλερτάρω με τα γλουόνια κι τα βαρυόνια, να πάλλομαι με τις χορδές των έγχορδων των ανύπαρκτων.
Από χτες το βράδυ έγινε σήμερα το πρωί και συνεχίζω να γράφω στο ίδιο χαρτί διαφορετικές σκέψεις. Ο αέρας δε μυρίζει πια καυσαέριο νταλίκας, μυρίζει κάτι σαν εργοστασιακά απόβλητα και κάνει θόρυβο. Έχω κλείσει την μπαλκονόπορτα και τώρα μυρίζει αγχόνη και λιγοστεύω ως ποσότητα. Και όταν γίνω ξανά κουάρκ δε θα μπορείς πια να με εντοπίσεις.
-Δε μου κάνουν εντύπωση τα παράγωγα που συντηρείτε. Είστε πιο ανάγωγη από αυτά. Δε μπορείτε να με ενοχλήσετε, είστε ανύπαρκτη. Όχι, όχι… δεν φώναξα αρκετά για να με ακούσετε μάλλον, συγνώμη. Δεν είπα Αδιάφορη. Ανύπαρκτη είπα. Αν αποκτήσετε ποτέ σας υπόσταση, τότε ίσως καταφέρετε να μου γίνετε και αδιάφορη. Και κανένα δικό σας παράγωγο δε μπορεί να με ενοχλήσει. Τα παράγωγα σας ξέρουν να βαδίζουν καλά πάνω στα βήματα της δική σας ανυπαρξίας. Καλό σας απόγευμα…
Κι έπειτα ξύπνησα και ουτε που θυμάμαι πια και σε ποια άνηκε αυτό το οργισμένο βλέμμα γεμάτο τίποτα. Παλιάνθρωποι και υπάνθρωποι προσπαθούν να πληγώσουν οι μεν τους δε αλλά υπαρχουν και οι λιγότερο αναλώσιμοι που δεν σπαταλούν την ύπαρξή τους ασχολούμενοι με πράγματα που δε τους αφορούν, γιατί το θεωρούν χάσιμο χρόνου.
Δε μπορεί να με πληγώσει η κοινωνία σας. Ουτε όσοι την απαρτίζετε πεισματικά και τη συντηρείτε χωρίς να σας αρέσει ή χωρίς να ξέρετε αν σας αρέσει. Πρώτη φορά μιλάω χωρίς εμένα για εσάς γιατί υποσχέθηκα στον μπαμπά να αλλάξω τον κόσμο μου. Σας φιλώ ειρωνικά στο μάγουλο για να νιώθετε κάποιοι κι έπειτα εξαφανίζεστε χωρίς να έχετε υπάρξει ποτέ. Φτιάχνω τον μικρόκοσμό μου που όποιος εισέρχεται θα περνάει από face control και μόνο όσοι έχουν χρώμα θα εισέρχονται. Κι εσείς μικρούτσικα και μικρόψυχα άψυχα και άχρωμα ανθρωποειδή ανδρείκελα ξου! Έξω από εδώ! Πάρτε όλοι τον πούλο και αφήστε με ήσυχη! Θα ζήσω με όσους εκτιμώ και αγαπάω. Και όσοι με εκτιμούν και μ’ αγαπούν θα ζήσουν μαζί μου.
Στην τηλεόραση ο τύπος δε βάζει νερό στο ταψί που κάνει τα γεμιστά. Την επόμενη θα δεις, ούτε εγω θα βάλω κι έτσι θα ελπίζω να γίνουν νοστιμότερα. Θέλω να κάνω δουλειές πάνω στη σοφίτα και αρνούμαι. Ζεσταίνομαι και το τηλεχειριστήριο του κλιματιστικού δε το βρήκα ακόμα. Σήμερα που έχασα ένα κιλό έβαλα μίνι φούστα ως κώλο μου και πήγα στο σουπερ μάρκετ και το διασκέδασα πολύ. Είχα χρόνια να ντυθώ σαν ξέκωλο κι ενώ το απολάμβανα, ένιωθα περίεργα μέσα στο μικροσκοπικό μπλε φορεματάκι και αποφάσισα πως δε θα το ξαναβάλω γιατί μέσα στα μικροσκοπικά νιώθω ακίνητη και τα μπούτια μου ιδρώνουν και χάνω την αίσθηση της αισθησιακής υγρασίας από εκείνη του νερού του σώματος.  
Και οι ώρες πέρασαν και τελικά καθάρισα τη σοφίτα, σκούπισα, σφουγγάρισα και ξεσκόνισα, έβγαλα τα ριχτάρια και άπλωσα κουρελούδες. Και μετά αναρωτήθηκα πως είναι οι γυναίκες κουρελούδες γιατί μια φορά είχα ακούσει έναν άντρα να αποκαλεί μια γυναίκα κουρελού και μου ήρθε κατευθείαν το χαλί στο νου, και λίγο το χωρίο. Πάνω μυρίζει πασχαλιές κι ενώ είναι το αγαπημένο μου δωμάτιο ανεβαίνω με τα φεγγάρια όταν ο χρόνος κι εγώ αντιλαμβανόμαστε ο ένας την υπόσταση του άλλου. Θα ήθελα να μετακομίσω εκεί πάνω και να μείνω σαν μονωτικό υλικό ανάμεσα στα κεραμίδια και στα ξύλα. Να αλλάξω για λίγο τη ροή της ζωής μου και να κρατάω δροσιά ή ζέστη ανάλογα με αυτό που νιώθω και όταν ειμαι παγωμένη να κλείνεις τις πόρτες γιατί γίνομαι κλιματιστικό και μάλιστα χωρίς τηλεχειριστήριο να με ψάχνεις….

Θα φάω όσο καρπούζι
χρειάζεται
Μέχρι να σκάσουν 
τα κύτταρα μου
Να βγάλουν το 
νερό τους
Για να 
ξεδιψάσω 
την ατονία
μου…

6.7.11

Εδώ

Είμαι λίγες στιγμές πριν τα εκτατό μου χρόνια. Το πρόσωπό μου έχει βαθιές ρυτίδες αδυμονικής κατάθλιψης και μπορώ να αποθηκεύσω αέρα για να εξατμίζει την περίοδο υγρασίας του προσώπου μου που περνάω εδώ και εβδομήντα επτά χρόνια. Μετράω αντίστροφα. Μόνο έτσι μπορεί το λογικό μου να καταλάβει γιατί τα οστεοπωροτικά μου κόκκαλα σπάνε πάνω στις σκάλες. Έχω γεμίσει πληγές, νόμιζα πως τα κουνούπια μου ρουφούν το αίμα αλλά δεν είναι αυτά. Είναι στιγμές απεγνωσμένης α-μοναξιάς που δεν έχω, ακόμα και αν βρεθώ εκτός πλανήτη. Στιγμές Βαμπίρ με κατατρώνε και τα βράδια- τελικά μόνο σε αυτόν τον καναπέ με πιάνει βήχας˙ στο κρεβάτι του Μάριου που κοιμήθηκα την Κυριακή δεν έβηξα. Ο μαλάκας με ξύπνησε μόνο πρωί πρώι και το είχα πει στον μπαμπά πως είμαι φωτοφοβική και ξυπνάω μόλις χαράξει κι όντως έτσι έγινε και πήγα και ξύπνησα τον Χάρη το ξημέρωμα να κοιμηθώ στο κρεβάτι του.
Η ζωή μου αναταράσσεται, τρέμει από τον πυρήνα της προς τα έξω, ο σεισμός ξεκίνησε ίσα να είναι αισθητός και κάθε επόμενος γίνεται αισθητός και μου προκαλεί εμετό από το κούνημα. Παρατηρώ τον εαυτό μου να γκρεμίζεται από τα πόδια προς το κεφάλι σαν να βουτήχτηκα σε υγρό άζωτο και με μάτια γουρλωμένα κοίταξα τον παράμεσο να απελευθερώνεται από τον αντίχειρα μιας αόρατης στιγμής και με έναν μεταλλικό ήχο ο παράμεσος να προσγειώνεται στον αστράγαλό μου. Και όλα όσα με κόπο διεκδίκησα για ζωή, έγιναν κομμάτια εαυτού διάσπαρτα και αν χάσω ένα, χάνω ολόκληρο το Είναι μου. Βουτάω τα μάτια μου μέσα στο κρανίο μου και κοιτάζω τον εγκέφαλό μου, σκεπτόμενη πως όλη η ζωή μου, οι αναμνήσεις μου, τα βίτσια μου, οι επιθυμίες μου, τα όνειρά μου, οι σκέψεις μου, οι εικόνες μου, τα ακούσματά μου, οι αναμνήσεις του κορμιού, βρίσκονται μέσα σε αυτή την μαλακή ουσία από ιστούς και νερό.
Θέλω να πάρω έναν σάκο και τα δύο μου μάτια στα χέρια και να φύγω για όσο καιρό χρειάζομαι, απο τα εκατό μου να επιστρέψω στα τριάντα δύο μου μισό. Νιώθω εγκλωβισμένη που δε μπορώ να βρεθώ πουθενά μόνη μου, ακόμα και μέσα σε ένα τεράστιο σύμπαν, αισθάνομαι να μεγαλώνω δύο φορές πιο γρήγορα και κουράζομαι πιο εύκολα γιατί δεν έχω μέρος να μείνω μόνη μου. Έχω έναν γίγαντα στο κεφάλι μου μέσα που προσπαθεί να αποδράσει σπάζοντας τα οστά του κρανίου μου κάθε βράδυ λίγο πριν ονειρευτώ και πονάω αφόρητα και ματώνει η μύτη μου. Κι εγώ με κοιτάω και καταθλίβομαι, όσο περνάει ο καιρός περισσότερο. Νιώθω να βουλιάζω σε κάτι. Σαν να είναι ο αέρας μου ζελέ νιώθω. Πως αναπνέεται το ζελέ; Θέλω ένα  όπλο να τον πυροβολήσω, να τον σκίσω στα δύο χωρίς να τον ανατινάξω, και να μείνω εκεί στη χαραμάδα να αναπνέω με καλαμάκι κοντό και λεπτό, λευκό παρακαλώ. Θέλω τη ζωή μου, είμαι τόσο θυμωμένη κάθε φορά που κοιτάζω στον καθρέφτη τα μάτια μου που παίζουν και το στόμα μου που στραβώνει, λες και παθαίνω μικρά εγκεφαλικά, στην προσπάθειά μου να συγκρατήσω τις βρύσες κλειστές κι έπειτα η πίεση αυξάνεται, οι βάνες σπάνε και πλημμυρίζω ολόκληρη σαν να αιμορραγώ εσωτερικά αλλά όχι αίμα, νερό.
Κλείνω. Πάω να μαζέψω τα υγρά από το πάτωμα…
 
Που στον διάολο άφησα την 
πληροφορία "ζήσε!" στο σώμα μου 
και την ξέχασα; 
Πρέπει να τη βρω πριν από 
κανέναν άλλο 
και μου την κλέψει….

It's my life
It's now or never
I ain't gonna live forever
I just wanna live while I'm alive
It's my life
My heart is like an open highway
Like Frankie said, "I did it my way"
I just wanna live while I'm alive
'Cause it's my life