7.5.11

Βόλτα

Θέλω να απαλλοτριωθώ, να αποζημιωθώ με σκοπό να χαριστώ. Η Αθήνα τη νύχτα από ψηλά μοιάζει με πύρινο ποτάμι λάβας και οι δρόμοι της μοιάζουν με δρόμους φωτιάς που κυλούν και σταματούν στο Πουθενά γιατί κυλούν ακατάπαυστα. Παλινδρομούν-μπρος, πίσω- κι εγώ ανεβαίνω στον ουρανό μετρώντας την απόσταση σε πόδια. Ο Ουρανός και η Γη κάνουν ανταλλαγή θέσεων για χάρη μου και νιώθω να προσγειώνομαι στη θέση του ουρανού ενώ μόλις απόουρανίστηκα απο τη θέση της Γης. Η απόσταση ανάμεσά τους μεγαλώνει και τα φώτα της Αθήνας μικραίνουν και ξαφνικά ολόκληρη η πόλη μοιάζει με έναστρο ουρανό δομημένο από Τίποτα και Όλα. Και όλα αυτά με ένα χαρισμένο βιβλίο στα χέρια στο ξεκίνημα της μέρας του Σαββατοκύριακου. Έζησα αλλιώς. Ανάποδα. Έχεις ζήσει ποτέ παρόμοια; Εγώ τσούκ. Οι αποστάσεις μηδενίζονται. Ναύπλιο Αθήνα σε τέσσερα λεπτά. Αθήνα Θεσσαλονίκη σε τριανταέξι. Και αν δε με πιστεύεις μέτρα πόσες ζωές μπορεί να ζήσει κάποιος μέσα σε πέντε μέρες. 
Ξεθύμωσα. Αποτοξινώθηκα. Είμαι ήρεμη πια. Σαν την ηρεμία που έχει η επίγνωση της κατανόησης. Όλα απλά και αρμονικά. Μιλάω σε σένα και μιλάω στον εαυτό μου. ‘‘Θέλω να μάθω κι άλλα από σένα και θέλω να σου μάθω μόνο ένα: Να πετάς…’’ και όταν πιάνω τις ωμοπλάτες κατανοώ κάθε λέξη. 
Μια ευχή… και Κατερινάκι να σου πω; Έπιασε. Η ελπίδα σου να ζήσω όσα έζησες στην πόλη που είχα αφήσει πίσω μου έγινε πραγματικότητα κι εκείνο το μεσημέρι ξύπνησα μέσα από την υγρή μου υπόσταση. Ένας κεραυνός έπεσε στο δωμάτιό μου, ο Ρούντ έμοιαζε ατάραχος εγώ έμοιαζα να πλημμυρίζω, όποιος  καθόταν  δίπλα μου έμοιαζε να απολαμβάνει.  Όλοι μας  σε μια απόλυτη αρμονία σεβασμού ο ένας για τον άλλο και όλοι για τη Φύση που ούρλιαζε απολαμβάνοντας τους οργασμούς της βροχής και της αστραπής. Από το ανοιγμένο παράθυρο μπορούσα να δω ό,τι μπορείς να φανταστείς αλλά τελικά τίποτα πέρα από βροχή. Όλα βροχή. Όλα είχαν μια υγρασία απολαυστική κι ας μην έγινε ποτέ το ταξίδι εκείνο στην Ύδρα. Αλλα δε πειράζει, θα γίνει κάποια επόμενη.
Επέστρεψα. Ή τοποθετήθηκα ξανά από την αρχή, δε ξέρω. Όλα γνώριμα και άγνωστα. Όλα από την αρχή. Την αρχή της αρχής μιας καινούριας ύπαρξης που μεγαλώνει μέσα μου σε όλες τις διαστάσεις, στα μήκη, τα πλάτη, τα ύψη και μιας επιπλέον που δε μπορώ να σου την περιγράψω-οι αισθήσεις δε περιγράφονται˙ βιώνονται, κι έπειτα απορροφούνται από το σώμα. Αποθηκεύονται ως γνώση κι έπειτα καταγράφονται στο υποσυνείδητό ως αναμνήσεις στη βάση πληροφοριών του εγκεφάλου με τη μορφή δεδομένων. Σε όλες και από όλες τις ζωές μας.
Έξω έχει λιακάδα. Στόλισα τα κλαδιά με τις λιβελούλες, κρέμασα έξω τον καινούριο μελωδό που αγοράστηκε από το Ναύπλιο εκείνη τη μέρα με τη βροχή που είχαμε γίνει μούσκεμα ως το κόκαλο και γελούσαμε βλέποντας τις ομπρέλες να τρακάρουν μεταξύ τους και να μπερδεύονται οι μεν με τις δε, με τους ανθρώπους που δυσανασχετούσαν από τις καραμπόλες τους, κι ευχαριστιόμασταν τους  ανθρώπους που γελούσαν με αυτές,  τη στιγμή που η βροχή έπεφτε πάνω μου, μούσκευε το μωβ μου φόρεμα, έμπαινε μέσα από αυτό από τον μεγάλο γιακά και κυλούσε στο κορμί μου και στο στέρνο ανάμεσα από το στήθος μου. Και κρύωνα. Και κάποια στιγμή την ένιωσα να τρέχει από τα μάτια μου κι έμοιαζε με δάκρυ αλλά δεν ήταν γιατί δεν έκλαιγα. Τραμπαλιζόταν πάνω στις βλεφαρίδες μου και από το βάρος έπεφτε στα μάγουλά μου. Όλοι έτρεχαν κι εμείς περπατούσαμε. Φτάσαμε στα Γκούντις και καθίσαμε να περιμένουμε στο τραπέζι του Πλανήτη Ερμή εκείνη τη φορά, γιατί την προηγούμενη καθίσαμε στο τραπέζι του Πλανήτη Αφροδίτη. Κι εγώ ήθελα Τζούνιορ για να πάρω το μπατμομπίλ κι έπειτα έπαιζα πάνω στους καναπέδες μαζί του κάνοντας ‘‘βουμ-βουμ’’ και ξεκαρδιζόμασταν στα γέλια-θυμάσαι; Πόσο γέλασα μέσα σε αυτές τις μέρες… με ολόκληρο στο σώμα μου γελούσα, και ένιωθα ακόμα και πως ο αέρας που ανάπνεα γελούσε μέσα μου κι έκανε όλα μου τα όργανα κρουστά και γελούσαν κι εκείνα τραντάζοντας το σώμα μου από μέσα. Κι έπειτα κάπου στο ρολόι. Από εκεί που ακούς ακόμα και τους ψυθίρους. Με τις σακούλες των γκούντις και μια βάφλα από τη δωδώνη. Κι εγώ πάντα τελείωνα πιο γρήγορα το φαγητό και έπεφτα με τα μούτρα στη βάφλα. Κι εσύ έτρωγες ακόμα το πρεμιέρ κι εγώ είχα ήδη φάει τη μισή βάφλα. Και σου είχα πει πως εκείνος που τρώει αργά κάνει καλό στο στομάχι του γιατί δε το φουσκώνει, κάνει καλό στο σώμα του γιατί δίνει την ευκαιρία στον εγκέφαλο να συνειδητοποιήσει πότε χόρτασε και κάνει και καλό επίσης στον συνδαιτυμόνα του γιατί του επιτρέπει να φάει περισσότερη βάφλα από εκείνον και γελούσαμε δυνατά και για μια στιγμή αναρωτήθηκα αν οι από κάτω με ακούν όπως εγώ ακούω εκείνους αλλά δε το είπα. Κι έπειτα ψάχναμε μια λέξη που να αντικαθιστά τη λέξη συνδαιτυμόνας και καταλήξαμε σε μια καινούρια που δεν υπήρχε ποτέ πριν -ο συνφαγοπότης- και συμφωνήσαμε μόνο μεταξύ μας πως θα υπάρχει. Δώσαμε τα χέριά να επικυρώσουμε τη συμφωνία κι έπειτα μιλήσαμε για το φευγιό. Και διαφωνήσαμε λέγοντας και πάλι κάτι για τον τόπο και τους ανθρώπους και είπα πάλι πως εγώ Θα μπορούσα να ζήσω οπουδήποτε αρκεί να μπορώ να επιβιώνω. Ακόμα και σε έναν σκόπελο λίγο πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας.
Δε θυμάμαι αν υπήρξαν άσχημες στιγμές. Ίσως εκείνες που οι συζητήσεις με έκαναν να σκέφτομαι αφόρητα μέχρι τελικής πτώσεως δημιουργώντας αμηχανία. Αλλά ακόμα κι εκείνες ήταν στα πλαίσια της γνώσης οπότε χαίρομαι που υπήρξαν. Ήταν η γέφυρα που ενώνει το πριν με το μετά, το μετά με το άπειρο. Και μέσα στο άπειρο η ύπαρξη μοιάζει να εξατμίζεται κι εκεί που νομίζεις πως παύεις να υπάρχεις, υπάρχεις παντού…

1.5.11

Σκούπα


Ξεθύμωσες; Ναι ξεθύμωσα. Γιατί ρωτάς; Ε, μην αφήσεις τα νεύρα σου αποτυπωμένα. Κι εσένα τι σε νοιάζει; Με νοιάζεις. Μπα και γιατί; Γιατί είμαι εσύ. Κι εγώ ποια είμαι; Εγώ. Μπερδεύτηκες; Ναι. Εγώ όχι. Ούτε εγώ. Ψέματα. Αλήθεια. Τότε θα τα βρούμε. Νομίζω καμιά φορά πως μόνο μεταξύ μας τα βρίσκουμε. Λες; Όχι. Ψέματα είπα. Μερικές φορές ούτε μεταξύ μας δε τα βρίσκουμε. Βρέχεις; Ναι. Βρέχεσαι; Ούτος ή άλλως. Και τι θα φορέσεις; Εσύ; Από ‘σένα εξαρτάται. Όχι από σένα; Δε ξέρω. Παρακολουθώ τις εξελίξεις. Με παρακολουθείς; Πως αλλιώς; Δε θέλω. Δε με νοιάζει. Να φύγεις! Δε μπορώ. Γιατί; Δεν υπάρχεις. Όχι; Όχι. Που το ξέρεις; Δε το νιώθεις; Πότε; Πάντα. Εσύ υπάρχεις; Όχι χωρίς εσένα. Και τότε πως; Ζήσε και θα σου πω…


28.4.11

Λάμπα

Ψάχνω τον εαυτό μου και τον βρίσκω να κόβει βόλτες δεξιά και αριστερά χαμένος σε δρόμους παράλληλους ανάμεσα στο τώρα και το πριν, ανάμεσα στο πριν και το μετά. Κοιτάζει μία από εδώ και μία από εκεί, βλέπει συγκρίνει, διαλέγει, επιλέγει, απορρίπτει. Μου είπες πρόσφατα πως αν κάποιος που δε με ξέρει με παρακολουθούσε θα έβγαζε το συμπέρασμα πως έχω υπαρξιακά προβλήματα. Και σου είπα πως όντως μπορεί έτσι να είναι. Αλλά σήμερα θα σου απαντήσω από την αρχή. Θα σου πω πως δε με νοιάζει τι θα σκεφτεί ο καθένας. Και πως όλοι όσοι ψάχνουν λίγο πέρα από την άκρη του ματιού τους θεωρούνται προβληματικοί ή γεμάτοι προβλήματα, υπαρξιακά και μη. Αλλα για την ιστορία θα σου πω πως όσοι ψάχνουν μέσα τους να βρουν τις αλήθειες τους είναι πιο ελεύθεροι από όλους εκείνους που απλά τις ψάχνουν στον ένα και στον άλλο. Και ναι… αυτό για τους δεύτερους στη σειρά είναι προβληματικό. Και παράξενο. Και όταν βλέπουν έναν μοναχικό ή πούστη θα τον πουν, ή τρελό, ή προβληματικό, ή ιδιόρρυθμο, ή παράξενο, ή τρομαχτικό ή δε ξέρω τι άλλο. Έτσι δεν έφυγε και ο Πάρης; ‘‘Αυτοκτονία ή έγκλημα πάθους γιατί δεν ηταν και πολύ φανατικός άντρας’’ –μαλάκες, μικρόψυχοι μαλάκες- λες και μόνο οι ομοφυλόφιλοι κάνουν εγκλήματα πάθους, λες και τελικά υπάρχει ομοφυλοφιλία ή ετεροφυλία ή μπαϊσεξουαλομαλακία. Αν μαθαίναμε να ερωτευόμαστε τον άνθρωπο πέρα από τη μάσκα της στολής με την οποία ενσαρκώθηκε τότε ίσως ήμασταν όλοι μας περισσότερο ελευθεροελεύθεροι και λιγότερο ελευθεροσκαλβωδέσμιοι των πεπιθήσεων που απορίπτουμε λέγοντας απλά "Αααα.. εδώ κάνεις λάθοοοοοςςςςς…."  και φυσικά Εσύ κάνεις λάθος γιατί Εγώ έχω δίκιο. Όποια άποψη δεν ταιριάζει με τη δική μας είναι λάθος. Κωλοεγωιστές παλιάνθρωποι δομημένοι με ευτελή υλικά αγορασμένα από τις χωματερές των άχρηστων αποβλήτων των προηγούμενων γενιών. Έτσι είμαστε φτιαγμένοι. Κι όποιος αντιδράει και διαφωνεί να σηκώσει το δάχτυλο! Αρκεί να πάψει να κρύβεται πίσω από αυτό για να τον δούμε και οι άλλοι να τον βάλουμε ψηλά να τον προσκυνάμε κάθε πρωί με την μπουγάτσα με τυρί στο δεξί και το τοπίνο μας στ’ αριστερά. Μη λυπάσαι που με νιώθεις μακριά. Είναι που σήκωσα την παλάμη μου να πω την άποψη μου και βγήκα από πίσω της γιατί εγώ τόσα δάχτυλα ήθελα για να κρυφτώ. Η χειρότερη από όλους. Αλλα να σου πω κάτι; Ξεβρακώθηκα και αλλάζω. Και έτσι θέλω, να αλλάζω. Θέλω να εξελίσσομαι προς τα όπου-δε με νοιάζει προς τα πού-αρκεί αυτό το όπου να μη χρειάζεται να του βάλω όπισθεν και να τρέξω με χίλια κοιτάζοντας το πίσω τζάμι και βάζοντας το δεξί χέρι στην πλάτη του συνοδηγού για να κοιτάζω καλύτερα. Και σκατά. Ποτέ δεν έμαθα να οδηγώ καλά την όπισθεν. Πάντα πήγαινα λίιιιγο πίσω και πάντα κοιτάζοντας τα είδωλα των εικόνων μέσα από τους πλαϊνούς καθρέφτες και ποτέ τις ίδιες τις εικόνες. Το να κοιτάζω τις εικόνες πίσω μου κατάματα είναι πουστιά στον εαυτό μου. Είτε είναι υπέροχες είτε είναι χείριστες είναι πίσω μου πια. Το πολύ πολύ αν τις κοιτάξω να πληγωθώ ανεπανόρθωτα και το να το επιδιώκω είναι πουστιά στον εαυτό μου. Πουστιές εγω δε παίζω. Όχι γιατί ειμαι καλύτερη και δε παίζω αλλα γιατί βαρέθηκα τα ίδια και τα ίδια παιχνίδια. Εσύ κανείς πουστιά σε μένα και τώρα θα δεις θα σου κάνω μεγαλύτερη. Και ουυυυυυφφφφφφφ…. Δε βαρέθηκες; Εγω πολύ…. Βαρέθηκα τους διαγωνισμούς ισχύος, βαρέθηκα το να προσπαθούμε να αποδείξουμε το ποιος κατουράει πιο μακριά από τον άλλο, βαρέθηκα να κοιτάζω πίσω, βαρέθηκα να θέλω το παρελθόν, βαρέθηκα να το νοσταλγώ, βαρέθηκα να το νοσταλγείς κι εσύ. Δε σου φωνάζω. Σου το είπα και πριν. Είναι που όλα μαζεύτηκαν και κάνουν θόρυβο διεκδικώντας το δικαίωμα να αποσυμφοριστούν βγαίνοντας μια βόλτα έξω από το σώμα μου. Εγω υψώσει τόσους τοίχους σε διάφορα πράγματα και σε τόσους ανθρώπους που φοβάμαι μήπως στο τέλος εγκλωβιστώ η ίδια πίσω από αυτούς….
Τί καλοστημένη παγίδα παράνοιας!

Και για την ιστορία επίσης ο Πάρης έφυγε από ανακοπή καρδιάς κι έπασχε απο σκήρυνση κατα πλάκας.


Το να ανακαλύπτω
ποια είμαι
ήταν πάντα το πιο 
αγαπημένο
και το πιο οδυνηρό
παιχνίδι του
μυαλού και του
κορμιού μου...

24.4.11

Δέλτα

Ήθελα τόσο να βρεθώ λέγοντας μερικά τίποτα για πρόλογο γιατί ξέρω η σιωπή είναι πιο σημαντική από τις λέξεις. Ειδικά όταν καταλαμβάνει χώρο ανάμεσα σε μάτια ομιλούντα που συναντήθηκαν για πρώτη φορά πριν από τον μεσαίωνα τότε που οι γυναίκες οι λάγνες ήταν μάγισσες και καιγόντουσαν από τους ανέραστους μόνο και μόνο από φόβο. Δε θυμάμαι πως έζησα τότε. Δε θυμάμαι αν έζησα καν ή αν εκτρώθηκα με μανία από τα σπλάχνα της γυναίκας που με κουβάλησε. Ή αν αποβλήθηκα ως σταγόνα αίματος. Θυμάμαι πως χτες το βράδυ φορούσα ένα όμορφο φόρεμα. Είχε χρώμα σμαραγδί και ρουμπινί. Και ήμουν στο μέρος που ήταν δομημένο από πέτρα και ξύλο. Και δε θα μπορούσε να ήταν αλλιώς. Πλησίασα το πρόσωπο της σκιάς που με ακολουθεί τα τελευταία άπειρα χρόνια. Πολλές φορές σε διαφορετική μορφή μα πάντα ίδια. Η μυρωδιά δεν αλλάζει όσες μορφές κι αν αλλάξει το πρόσωπο. Η ανάσα έχει πάντα συγκεκριμένο ρυθμό. Ο ήχος των μουρμουρητών λέξεων έχουν πάντα συγκεκριμένη μουσική. Θα μπορούσα να του βάλω στίχους και να τον κάνω τραγούδι. Πάντα το ίδιο. Όλα τα χρόνια. Έχω ξεχάσει πόσα. Ήμουν όρθια μπροστά σε έναν πάγκο που είχε ένα ποτήρι. Τα μαλλιά μου ήταν μακριά πλεγμένα σε μια μεγάλη χοντρή πλεξούδα όμοια με εκείνη που είχε απωθημένο να μου πλέξει η γιαγιά αλλά πάντα τα μαλλιά μου ήταν κοντά και λεπτά. Το σώμα μου ήταν καμπυλωτό, λίγο περισσότερο από ότι στο παρόν μου. Έβαλα το ποτήρι στο στόμα μου και πήρα τη γεύση, την ίδια οικεία γεύση από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Γύρισα και μύρισα την μυρωδιά του σώματος και τυλίχτηκα σε αυτό τόσο αρμονικά που νόμιζα πως λίγο αργότερα θα αποκτούσα το σχήμα του. Έμεινα εκεί ώρα. Ώρες. Τυλιγμένη από την ίδια μυρωδιά. Λιωμένη και χυμένη στο καλούπι του κορμιού που με φιλοξενούσε μέσα του. Τόσο αρμονικά λιωμένη. Τόσο απόλυτα χυμένη. Τόσο λογικά δομημένη. Νομίζω πως χτες το σώμα μου έκανε ένα ακόμα αστρικό ταξίδι κι άγγιξε την απόλυτη ύπαρξη σε μία έννοια ύπαρξης τόσο αντικειμενική που επιτέλους κατανόησα τον λόγο που υπάρχω κι εγώ η ίδια. Για να μυρίζω την ίδια μυρωδιά μέχρι το τέλος…
Είμαι καλυμμένη με μια σκόνη παρελθοντική. Σήμερα που ψιχάλισε το σώμα μου γύρισε στην αρχική μορφή του˙ έγινε χώμα και νερό. Ήμουν εύπλαστη φτιαγμένη από πυλό. Κι εγώ η πιο πρωτόπλαστη του κόσμου. Σαν να μην υπήρξα ποτέ πριν αλλά σαν να υπήρχα από πάντα. Σαν μικρή παλλόμενη ίνα ενέργειας. Στην αρχική μορφή μου. Κουράστηκα. Σώπα κι άκου με. Ή αν δε μπορείς, απλά νιώσε με να πάλλομαι. Μόνο σώπα. Και χωρίς φωνή θα σε αναγνωρίζω πάντα..
 Λέω ναι...
                                

19.4.11

..

    -Ποιος θα μας γκρινιάξει σήμερα;
-Κύριε, κύριε, κύριε! Να πω; Να πω;
Αφήστε με να πω… θέλω τόσο να το κάνω… και μη μου βάζετε βαθμό αν δε θέλετε, δε με νοιάζει. Αν και σήμερα θα μπορούσα να πάρω άριστα. Θέλω να γκρινιάξω ως το ταβάνι. Καλέ που κοιτάτε; Το ταβάνι του κόσμου εννοώ… δε φτάνει το μάτι σας ως εκεί. Να ξεκινήσω; Οι ωτοασπίδες δώρο από ‘μένα. Αν βαρεθείτε να με ακούτε μη με σταματήσετε. Απλά φορέστε τις και γράψτε με στα παλιά σας τα παπούτσια. Μη με ακούτε… φοβάμαι μη σας κουράσω και φύγετε κι εσείς. Μη κουραστείτε. Περνάω τη φάση της μελαγχολίας και των θλιμμένων ματιών. Κάντε λίγη υπομονή, θα μου περάσει, το υπόσχομαι. Προς το παρόν επιπλέω στις ανασφάλειές μου. Προσπαθώ να μη βουλιάξω αν και θα μου έκανε καλό να βουλιάξω, πιστέψτε με. Θα έμενα στον πάτο και θα μούλιαζα κι έτσι η ψυχή μου θα καθάριζε από τα αίματα από την πρόπλυση και στους τριάντα βαθμούς. Τώρα βλέπω πως η πρώτη πλύση εγκεφάλου άφησε λεκέδες. Ακόμα αιμορραγώ. Λίγο, ευτυχώς, όχι όπως στην αρχή. Σήμερα, αύριο θα στερέψω. Υπόσχομαι. Το ξέρετε κύριε πως εδώ και μια βδομάδα είμαι με δανεικό χαμόγελο; Ε, τι σκατά να κάνω… όπως σας είπα προσπαθώ να μη βουλιάξω. Προσποιούμαι πως το μυαλό μου δε σκέφτεται κι έτσι είμαστε ικανοποιημένοι όλοι. Εσείς; Εσείς όχι, το ξέρω… εσείς με μεγαλώνετε κάθε μέρα… ε ξέρετε καλύτερα από τον καθένα. Είναι που με ξέρετε μια ζωή και να τώρα τα αποτελέσματα. Δε μπορώ να κρυφτώ, ο εκνευρισμός μου χτυπάει κόκκινο, πνίγομαι από τα νεύρα μου… βγάζω τα μάτια μου κάθε βράδυ για να μη βλέπω εικ……


13.4.11

Μηδέν

Η αλήθεια είναι πως θέλω να μείνω μόνη και φυλακισμένη στις αύλακες του εγκεφάλου μου και να χαθώ. Το κορμί μου είναι άδειο πια κι αιμορραγεί ασταμάτητα ανάμεσα στα πόδια μου. Κι εγώ δε θέλω κανέναν. Όχι συγκαταβατικές παρηγοριές, όχι παρηγορητικές συγκαταβάσεις. Δε σηκώνω τηλέφωνα. Δε θέλω να μιλήσω σε κανένα. Αυτό το δύσκολο έργο να το αναλάβεις εσύ. Εγώ δε μιλάω σε κανένα. Δικαίωμά μου να πέσω σε κατάθλιψη, δικαίωμά τους να ξέρουν, αλλά αν θέλουν να ξέρουν ας βρουν τον τρόπο μόνοι τους. Δεν είμαι σε θέση να βρίσκω και δρόμους με ονομαστικές οδούς που οδηγούν σε απαντήσεις. Εδώ δεν έχω καν για τον εαυτό μου. Δε θέλω να δω κόσμο. Δε θέλω να ξέρω κανέναν. Θέλω να αγνωστοποιηθώ κι έπειτα να γνωριστώ από την αρχή. Θέλω να φύγουν όλοι. Ο μόνος γνωστός που θα κρατήσω στη ζωή μου θα είσαι εσύ. Και αυτό μοιραία. Ξέρω πως εσένα δε μπορώ να σε αγνωστοποιήσω, ξέρω πως μόλις νιώσω την αύρα σου όλα θα γίνουν γνώριμα και θα ξεκινήσουμε και πάλι από την αρχή. Αλλά με μια προϋπόθεση. Δε θα μιλάς.  Θέλω να μείνω αμίλητη, βουβή, θέλω να με κοιτάς στα μάτια και να με ρωτάς αν είμαι καλά και θέλω να είσαι σε θέση να ακούς τα μάτια μου και να μη χρειάζεται να σου μιλάω. Τιμωρία στο κορμί μου που δεν άντεξε και στο μυαλό μου που δεν αντέχω εγώ άλλο τη φωνή του…



Συγνώμη αγάπη μου που δεν ειμαι αρκετά ερωτική

Αλλά το σώμα μου είναι υπό κατασκευή και αναδόμηση…

12.4.11

*&_

Χτες θυμήθηκα πως είναι να τρως μαρούλι σαλάτα με ατσαλόβεργες. Θυμήθηκα πως είναι να τρυπάει το στομάχι από τον πόνο και να ματώνεις εσωτερικά και να φτύνεις αίμα με ασταλόπροκες. Χτες θυμήθηκα πόσο μπορείς να μισήσεις  εκείνον που σου σέρβιρε τη σαλάτα και αν του πεις ‘‘Δηλαδή τώρα εσύ μου πρόσφαιρες ότι καλύτερο είχες;’’ θα σου πει πως δεν ήξερε πως οι ασταλόβεργες θα μπορούσαν να σου τρυπήσουν το στομάχι. Κι έπειτα θα ζητήσει συγνώμη, κι έπειτα θα σου προτείνει να μην πληρώσεις τη σαλάτα ως κίνηση καλής θέλησης και συμφιλίωσης για να μη σε χάσει και από πελάτη. Να πας ξανά εκεί και να πεις "Δε γαμιέται.. ένα λάθος έγινε. Μπορεί το στομάχι μου να μοιάζει λες και το γαζώσανε άπειρες σφαίρες λόγω μιας παρεξήγησης που έγινε ανάμεσα σε κάτι γκάγκστερ και κάτι μέλη της Μαφίας δίπλα στο περίπτερο που αγόραζα καπνό και βρέθηκα στο λάθος μέρος τη λάθος ώρα, αλλά δε πειράζει γιατί τουλάχιστον δε πληρώσαμε τη σαλάτα"Τα μάτια μου πονάνε, είμαι ξαπλωμένη γιατί η μήτρα μου αιμορραγεί παραφύσιν, φοβάμαι να πάω για κατούρημα για να μη δω πάλι ματωμένα κωλόχαρτα. Πληγώνομαι… κάθε φορά που κατουράω πληγώνομαι...Η ώρα είναι κολλημένη, το κινητό μονίμως το αλλάζω θέση μήπως το σήμα είναι καλύτερο πάνω στην πράσινη βελέντζα απ’ ότι πάνω στο καφέ κάλυμμα του καναπέ κι έπειτα αναθεωρώ και το βάζω πάνω στο τραπεζάκι. Κι από εκεί στα κεραμίδια του σπιτιού. Κι έπειτα το συνδέω με την κεραία. Και να για είμαι πιο σίγουρη ακόμα θα ανέβω πάνω από τα σύννεφα και θα πιάσω τον ουρανό κι έτσι σίγουρα θα λάβω τα νέα από τον γιατρό που ένα κομμάτι του εαυτού μου τρέμει στην ιδέα του τηλεφωνήματος αυτού… ‘‘Κοριτσάκι μου… λυπάμαι αλλά… το χάσαμε…’’. Κι εσύ μου λες αν με νοιάζει που δε πλήρωσα τη σαλάτα. Όχι δε με νοιάζει! Χέστηκα ρε φίλε! Με νοιάζει που το στομάχι μου είναι τρύπιο και δε μπορώ να φάω και που η μήτρα μου αιμορραγεί. Και με νοιάζει επίσης που χες κοιμήθηκα μαζί σου σε άλλη διάσταση. Και ξύπνησα αλλιώς. Και μη νομίζεις… δεν απελπίστηκα ακόμα… και μη νομίζεις… δε το βάζω εύκολα κάτω.. και μη νομίζεις… σίγα μη τα παρατήσω… έμαθα να μη πουλάω τα όνειρά μου μικρό μου…