12.4.11

Ανάρτηση προς αποανάρτηση


Ανάρτηση προς αποανάρτηση:

Αυτό που κάνετε κύριε που διαβάζετε αυτή τη στιγμή εδώ λέγεται πουστιά. Είμαι μια θυμωμένη χωρίς δικαίωμα. Θυμωμένη κι αιφνιδιασμένη. Φεύγετε χωρίς ίχνος προς τ' αστέρια και, δε λέω αυτή είναι η δουλειά σας, αλλά μείνετε λίγο ακόμα. Μην αστροναυτείτε αφήνοντας μόνο  αστερόσκονη πάνω σε κλειστές γαλαξιακές πόρτες. Εντάξει. Το κάνω κι εγώ. Αλλά εμένα με περνάτε για τρελή... έτσι δεν είπατε;

Δε θα μείνει για πολύ... ελπίζω ως τότε να να υπάρξει ένα κλειδί κάτω απο το χαλάκι της κλειστής εξώπορτάς σας για να σας βρει κανείς άνθρωπος...

Αντίο σας...

...ξεθυμώστε με...


photo

11.4.11

.

Εεεε… συγνώμη…. Θα μπορούσα να έχω έναν εγκεφαλικό ευνουχισμό παρακαλώ;

5.4.11

*^

Δαγκώνω το μυαλό μου να σωπάσει. Τα δάχτυλά μου έγιναν ρουφιάνοι κι εγώ τα χτυπάω κι αποκτούν μικρά κατάγματα με σκοπό να σταματήσουν να καρφώνουν τις σκέψεις μου έστω και για λίγο. Μέσα στην κουζίνα βράζω κολοκυθάκια και πατάτες και καρότα στη μία κατσαρόλα και στην άλλη πλιγούρι. Και αν δε ξέρεις τι είναι το πλιγούρι μη με ρωτήσεις! Βαριέμαι τόσο να σου πω.. Το νερό χύνεται από την κατσαρόλα των λαχανικών κι εγώ κάνω την αδιάφορη γιατί βλέπω τους Δύο Ξένους˙ η ίδια συνήθεια εδώ και δέκα χρόνια. Μέχρι που εκείνο χύνεται για τα καλά και πάω απότομα να σηκωθώ να πάω τρέχοντας στην κουζίνα και μόλις θυμήθηκα πως δε πρέπει να τρέχω ακόμα και αν χυθεί ολόκληρος ο πλανήτης στο μάτι της κουζίνας μου. Χτες είδα στον ύπνο μου πως δε μου άρεσαν τα μαλλιά μου και πήγα στο μπάνιο και είδα ένα ψαλίδι αφημένο στη μπανιέρα και το πήρα και άρχισα να τα κόβω. Χωρίς να έχω συναίσθηση και γνώση. Έκοβα μια από δεξιά, μια από αριστερά, από μπροστά, από πίσω… τούφες, απλά τούφες. Και όταν τα έκοψα μου φαινόντουσαν ωραία. Γύρισα το κεφάλι προς την πόρτα και πριν την ανοίξω κοίταξα ξανά τον καθρέφτη και διαπίστωσα πως μεγάλωσαν πάλι και πως από μπροστά ήταν μέχρι τον λαιμό μου και από πίσω ήταν κοντά όπως και τώρα. Πήρα και πάλι το ψαλίδι και άρχισα ξανά να με κουρεύω με μανία αυτή τη φορά. Εσύ ήσουν κάτω, με περίμενες κι εγώ είχα αργήσει ήδη. Πήγα να βάλω τις μπότες μου να κατέβω γρήγορα να έρθω κοντά σου. Και δε τις βρήκα πουθενά. Έψαξα παντού και βρήκα ένα μεγάααααααλο στρογγυλό τίποτα. Βρήκα κάτι άλλα παπούτσια της κακιάς ώρας και τα φόρεσα ίσα ίσα να μη σε κάνω να περιμένεις άλλο. Και μετά είδα τη γιαγιά. Και όχι απλά την είδα αλλά φορούσε και τις μπότες μου!
-Ρε γιαγιά.. γαμώτο μου… Τι νούμερο φοράς;
-Τριάντα εννιά.
-Ναι ρε γιαγιά αλλά εγώ φοράω τριάντα οκτώ κι εσύ φοράς και πενήντα ζευγάρια κάλτσες και γαμώτο ρε γιαγιά..θα μου τις φαρδύνεις! Πως μπήκες εκεί μέσα απορώ!
Πάω να κατέβω και βρίσκομαι σε μια τρισάθλια οικοδομή παλιά. Με μωσαϊκό κάτω, οι τοίχοι βαμμένοι μ’ εκείνη την πλαστικούρα σε ωχρό κίτρινο σκατόχρωμα, το μωσαϊκό ήταν σκούρο κόκκινο στη βάση του, πήγα να πάρω το ασανσέρ και καθώς στεκόμουν μπροστά του θυμήθηκα πως κάθε φορά που βλέπω στον ύπνο μου ασανσέρ και μπαίνω πάντα κάτι συμβαίνει. Ή εγκλωβίζομαι ή πέφτει κάνοντας ελεύθερη πτώση και σκοτώνομαι. Κι εσύ με περίμενες κάτω. Οπότε πήγα με τις σκάλες. Λιαχ! Σιχαινόμουν ακόμα και να περπατήσω… αλλα με περίμενες κάτω… Θυμάσαι τι σου είχα πει για τον Έρωτα;  Σου είπα πως στον Έρωτα δεν υπάρχουν όρια και ορισμοί… απλά τους δημιουργούμε για να νομίζουμε πως έχουμε το πάνω χέρι. Δεν υπάρχει το σεξ, το πήδημα, το γαμήσι, ο Έρωτας. Όλα είναι ένα. Και όλα μπορούν να χρησιμοποιηθούν από τους ίδιους  ανθρώπους που μπορεί να ξεκινούν να κάνουν έρωτα και στο τέλος της πράξης να απολαμβάνουν το πιο ωραίο πήδημα της ζωής τους. Ειδικά στο σεξ δε υπάρχει χώρος για ταμπέλες. Όχι άλλες.  Φτάνουν πια. Τις καταστρέφω όλες και ας αντιμετωπίζω βαρύτατο χρηματικό πρόστιμο και φυλάκιση έως  δύο έτη ανά πινακίδα. Ο Έρωτας είναι χορός. Δεν έχει σημασία αν χορεύεις σάμπα ή ρούμπα. Σημασία έχει να παρασύρεσαι.Σήμερα πάλι εκνευρίστηκα με τη μάνα. Ώρες ώρες νομίζω πως υπάρχει για να μου τρυπάει το μυαλό. Μου είπε πως ο καιρός είναι χάλια και της είπα πως ο καιρός είναι υπέροχος. Και τσατίστηκε. Με ρώτησε σε τι θερμοκρασία έχω το καλοριφέρ και της είπα πως ανάβω τζάκι και μου είπε πως δε πρέπει να σηκώνω βάρος και της είπα πως δεν είμαι ετοιμοθάνατη και να πάψει να μου συμπεριφέρεται σαν να είμαι άρρωστη γιατί είμαι πιο ζωντανή από ποτέ. Και τσατίστηκε. Μου είπε πως θα έρθει αύριο και της είπα να έρθει μετά το μεσημέρι και μου είπε πως τότε θα έχει έρθει και ο ‘‘άντρας μου’’ και της είπα πως δεν είναι άντρας μου και μου είπε ’’ το ίδιο είναι’’ και της απάντησα πως αν είναι το ίδιο θα μου έκανε μεγάλη χάρη να λέει απλά το όνομα. Και τσατίστηκε. Ξέρω μάνα, πως όπως δε θα μου συγχωρέσεις ποτέ ότι δεν είμαι εσύ, όπως δε θα μου συγχωρέσεις ποτέ πως έφυγα στα εικοσιένα μου από την ποδιά σου, έτσι δε θα με συγχωρέσεις ποτέ που δε θέλω να παντρευτώ και δε το διαπραγματεύομαι καν και που είμαι έξω από τα κοινωνικώς αποδεκτά σημεία σου…Το τζάκι έσβησε και άναψε ίσα με εκατό φορές σήμερα. Βαριέμαι να ασχολούμαι μαζί του αλλά μου αρέσει να το κοιτώ. Δε γίνεται να είναι αυτοσυντηρούμενο; Θα περάσω στις φλέβες του ορό από πετρέλαιο, ναι μπορώ να το κάνω, τόσο πολύ βαριέμαι σήμερα. Και που μαγείρεψα, μη φανταστείς, ήταν παρορμητισμός αλλιώς ούτε αυτό θα έκανα ποτέ μου. Οι μόνες ώρες της ημέρας που απολαμβάνω είναι εκείνες της σοφίτας. Ανεβαίνω πάνω τα μεσημέρια και μένω εκεί. Το γαμώτο είναι πως αφήνω κάτω το τηλέφωνο και μέχρι να κατέβω να το πάρω εκείνο έχει πάψει πια να χτυπάει. Η σοφίτα μου κρύβει τον πιο κρυφό εαυτό του κόσμου. Εκεί αφήνω τις σκέψεις μου ακόμα και τις πιο παράτολμες. Στα μεγάλα μαξιλάρια της σοφίτας. Θες να με μάθεις καλύτερα; Ψάξε με εκεί…

Σήμερα ήθελα να βρεθώ
πίσω σ'εκείνοτο σημείο
για να τελειώσω ό,τι 
είχα αφήσει στη μέση...

3.4.11

(..)


Θέλω να γράψω ένα γράμμα που να μη μιλάει σε πρώτο ενικό. Γράφω σβήνω ξανά γράφω ξανά σβήνω, προσπαθώ να μείνω ίδια αλλάζοντας και το μόνο που νιώθω είναι μια έλλειψη ελευθερίας˙ προσπαθώ να επαναπροσδιορίσω τη γραφή και την έκφρασή μου, γίνονται όλα κουβάρι στο κεφάλι μου, πιάνω την κοιλία μου, και ηρεμώ. Δε ξέρω τι γίνεται μέσα της, προσπάθησα να δω σήμερα και ο κύριος από έξω που έκοβε χόρτα συμφώνησε μαζί μου πως όλα πηγαίνουν εξαιρετικά. Το κορμί μου στεγνώνει από έρωτα μπορώ να περιμένω, να περιμένω όσο χρειαστεί, να σε νιώσω να υπάρχεις μέσα μου, να ακούω την αναπνοή σου, να αισθάνομαι με την αφή και την όσφρηση την επιθυμία σου. Σου λείπω, το ξέρω, αλλά όποτε κλείνεις τα μάτια σου θα με βρίσκεις εκεί που με άφησες να σου κάνω νεύματα σταγονένια κι έτσι θα αναγνωρίζεις ακόμα και τη σκιά μου. Δε θα χρειάζεται πια να βλέπεις το πρόσωπό μου για να αναγνωρίζεις και να θυμάσαι. Θυμάσαι; Αν δε θυμάσαι είμαι τόσο μόνη…

31.3.11

!@)!#@(#)_@!#@!*$()!@*#*!@&

Καλησπέρα σου κοπελιά… δεν ήρθα να σου αλλάξω άποψη. Δεν ήρθα να σε βρίσω, δεν ήρθα για να σου πω  αν έχεις δίκιο ή άδικο. Δε με αφορά. Δε με νοιάζει, δε με ενδιαφέρει πως το λένε! Έχεις κάθε δικαίωμα να εκφράζεις την άποψή σου, δημόσια, ιδιωτικά, στην κρεβατοκάμαρά σου, στο μπαλκόνι σου, όπου θες και καλά κάνεις στο κάτω κάτω της γραφής! Ελεύθερος άνθρωπος δεν είσαι; Κάνε αυτό που θες…
…υπάρχουν κι άλλοι ελεύθεροι άνθρωποι όμως… δε ξέρω αν το ξέρεις, αλλά υπάρχουν. Kαι ίσως μεταξύ τους βρεις κάποιες ομοιότητες, αλλά είναι λόγω της κοινής φιλοσοφίας της ζωής τους. Κάποτε ένιωθα μόνη που δεν έβρισκα κάποιον να μου μοιάζει, αλλά ήμουν μικρή. Όταν βρήκα, ένιωθα ευτυχισμένη αλλά ήμουν λίγο πιο μεγάλη από μικρή. Αργότερα δε με ένοιαζε ούτε να βρω ανθρώπους να μου ταιριάζουν ούτε να μη βρω. Χεστηκα. Το ότι χεστηκα όμως, δε σημαινει πως δεν υπαρχουν. Καποιοι να είναι ΣΑΝ κι εμενα, εγω να ειμαι ΣΑΝ κι αυτους αλλα ουτε εκεινοι ηταν ΕΓΩ ουτε εγω ημουν ΕΚΕΙΝΟΙ. Δε με νοιάζει να σου μοιάσω. Δε με νοιάζει γιατί δε ξέρω καν αν μου αρέσεις. Γράφεις ΥΠΕΡΟΧΑ και λυπάμαι που δε σε διαβάζω πια όπως σε διάβαζα αλλά ως εκεί. Έχω βρει ανθρώπους μεγιστάνες της γραφής. Παντου. Πολλούς. Άπειρους! Εμένα δε με νοιάζει να είμαι. Στ’ αρχίδια μου. Γράφω για μένα.  Και δε με νοιάζει η αποψη των αλλων. Αν με ενοιαζε ίσως είχα ανοιχτά τα σχόλιά μου για να την μελετήσω. Δε τα έχω. ΠΟΤΕ όμως εγω δε τα ειχα ανοιχτα. Από την πρώτη μέρα, από την πρώτη στιγμή ήταν θεόκλειστες οι πόρτες μου. Δεν έψαχνα να επικοινωνήσω. Ήθελα να βρω ένα μέρος να ειμαι μόνη μου. Μπορώ το κέρατο μου να είμαι μόνη μου;  Δε με νοιάζει αν με βλέπουν ένα ή χίλια ζευγάρια μάτια. Με ένοιζε  κι ας μη το μάθαινα ποτέ μου να δω αν έπεσε ΈΝΑ ζευγάρι μάτια πάνω μου.. με τι πιθανότητες να συμβεί αυτό; 0,00000000000000000000000000000000000000000000000000000000000000001%. Ε, γι αυτό το ποσοστό είμαι εδώ. Κι ας μη το ξέρει ποτέ κανείς….
Βρίσε λοιπόν και χώσε όσο θες. Έχω μάνα, έχω έναν παίδαρο γιατρό που παρακολουθεί τη μήτρα μου, οι ορμόνες μου χτυπάνε κόκκινο, τα βυζιά μου ούτε να τα αγγίξω δε μπορώ, μου τη σπάνε οι τίτλοι σε λέξεις, μπράβο σου που δεν υποτιτλίζεσαι, μη πιστέψεις ποτέ πως  κάποιος άλλος είναι σαν εσένα γιατί είσαι μοναδική, αλλά χώνεψε, αν θες το κέρατο μου μέσα το τράγιο, πως δεν είσαι ντε και καλά  η καλύτερη του κόσμου που όλος ο πλανήτης προσπαθεί να σε απομιμηθεί. Τέλος πάντων. Κάνε ό,τι γουστάρεις. Πίστευε ότι γουστάρεις. Ήθελα απλά να ξέρεις πως όσα νιώθεις δεν είναι δικά μου, είναι δικά σου συναισθήματα, δε ξέρω που βρίσκεται η πηγή τους, αλλά σίγουρα εγω δεν έχω καμία σχέση με όλο αυτό. Ντρέπεσαι; Δε σου αρέσει αυτό που νιώθεις; Είναι δικό σου οπότε κάνε κάτι να το αλλάξεις μόνη σου γιατί απλά δεν αξίζει τον κόπο να ντρέπεσαι για κανέναν. Σιγά τις γκόμενες που πρέπει να ασχοληθείς και όλας μαζί μας ρε κοπελιά! Η συνάντηση γεγονότων ή απόψεων ή ιδεολογιών ή τρόπου έκφρασης ή οτιδήποτε άλλο τέλος πάντων, δεν είναι αντιγραφή. Είναι  σύμπτωση, αν και δε πιστεύω στις συμπτώσεις, είναι τύχη, αν και δε πιστεύω στην τύχη, πιο πολύ είναι πως έχει κάτι να σημαντικό να πουν μεταξύ τους. Ίσως και όχι. Αν υπάρχει κάτι σημαντικό να μου πεις, ειμαι όλη αυτιά……….

Να περνάς καλά, να περνάς όμορφα και αν το μόνο που θες είναι να ψάχνεις κάποιους να σου μοιάζουν τότε μη διαμαρτυρηθείς ποτέ γι αυτή την επιλογή σου και υποστήριξε τη φανατικά. Είσαι κάτι ξεχωριστό. Αν θες… μη το μιάζεις…

Αντίο σου…

Είναι η πρώτη και η τελευταία φορά που 
ασχολουμαι. Δε παίζω παιγνίδια αλλων.
Δε μου αρέσουν.

Δε θα αναφερθώ στο όνομά σου. 
Μου φτάνει που ξέρεις πως μιλάω σε σενα. Βασικά μόνο
εσύ μ'ενδιαφέρει να το διαβασεις.
Και 
είμαι σίγουρη πως είσαι κάπου
εδώ γύρω... 

Α! Και περαστικά σου. Καλή ανάρρωση...

30.3.11

@#_)@!_#)@!#$$

Εντάξει, έχω γίνει σαν στρόγγυλο τάπερ, περπατάω σαν πάπια και τα βυζιά μου πονάνε αλλά δε γκρινιάζω. Εννοώ δε γκρινιάζω πολύ. Αλλά εσύ αντέχεις, έτσι δεν είναι; Σήμερα πήρα σαράντα μία φορές τηλέφωνο σε ένα τηλέφωνο που δεν υπήρχε εκείνη τη στιγμή για μένα. Το μυαλό μου κόλλησε σε εικόνες στις δεκαέξι Δεκεμβρίου του δύο χιλιάδες τρία και ξύπνησα κλαμένη. Και η γυναικεία φωνή δίπλα μου με ρωτούσε τι  μου συμβαίνει κι εγώ της έλεγα πως έχασα γύρω στα πέντε λεπτά- που δεν ήταν πέντε ήταν πολλά περισσότερα τελικά-  που δε θυμάμαι που είναι και θέλω να τα ανακτήσω μαζί με τα δεδομένα τους. Την ρώτησα αν ξέρει να μου πει που είναι αλλά βρήκα απορημένα μάτια που δεν τα έβλεπα γιατί ήταν κρυμμένα πίσω από την κουρτίνα του διπλανού κρεβατιού κι όμως τα έβλεπα να με κοιτάζουν τόσο έντονα, τόσο έντονα και όταν γύρισα στις αισθήσεις μου εκείνα χάθηκαν και ρώτησα μια περαστική αν ήταν κάποια κοπέλα εδώ και μου είπε ναι κι εγώ λυπάμαι που δε την θυμάμαι. Έχασα πέντε-και μάλιστα δεν ήταν πέντε- λεπτά. Τα θέλω πίσω. Μου ανήκουν, δε μου ανήκουν; Σήμερα διαπίστωσα πως δε ξέρω αν είμαι καλή στο να δημιουργώ όνειρα στους ανθρώπους. Μερικές φορές τους προσγειώνω ανώμαλα και χάνουν το παραμύθι τους γιατί η ζωή μπαίνει στις διαστάσεις τις μη παραμυθένιες και απομυθοποιούνται με βία. Δε ξέρω πως και γιατί σε πνίγει ένας τόπος. Και οι άνθρωποι; Οι άνθρωποι τι; Είμαι λίγο τρελή; Πολύ θα σου απαντήσω. Ίσως γιατί εγώ μπορώ να ζήσω πάνω σε έναν βράχο όλη μου τη ζωή μαζί σου. Και δε με νοιάζει τίποτε’ άλλο. Είμαι καλυμμένη από μόνη μου, είμαι ευτυχισμένη μαζί σου, είμαι γεμάτη από υλικά χωρίς τόπο, είναι άτοπα, είμαι άτοπη κι εγώ και αυτός είναι ο λόγος που δε με νοιάζουν οι τόποι. Όταν φεύγω δε φεύγω από κάπου. Φεύγω από κάποιους. Η κοιλιά μου είναι φουσκωμένη ακόμα, ψάχνω μερικές γερές καρφίτσες να τρυπούν το κρέας χωρίς να σπάνε για να με τρυπήσω. Περίμενα πως σήμερα θα γύρισα στις πραγματικές μου διαστάσεις αλλά δε το βλέπω να συμβαίνει και απορώ ακόμα και με τον εαυτό μου πως εξαπατήθηκε από τον άλλο εαυτό, τον παρηγορητικό, και με πίστεψε. Σήμερα κλαίω από την ώρα που ξύπνησα, έξω βρέχει από την ώρα που ξύπνησα, τα ρούχα είναι αφημένα τα μισά στην…-χάνω και λέξεις τώρα… πως λένε αυτό που βάζεις τα ρούχα όταν τα βγάζεις από το πλυντήριο πριν τα απλώσεις;… α!-λεκάνη και τα άλλα μισά στο πλυντήριο. Και η μέρα άλλαξε, δεν είναι πια Τρίτη όπως χτες που συνέχισα να γράφω από προχθές είναι Τετάρτη και τα ρούχα τα μισά είναι ακόμα στη λεκάνη και τα άλλα μισά στο πλυντήριο και βρίσκω δικαιολογίες πως δήθεν βρέχει γι αυτό δεν  απλώνω και μου φωνάζουν τα μανταλάκια πως σήμερα έχει λιακάδα αλλά εγώ δε ξέρω τίποτα γιατί τα πατζούρια είναι κλειστά και το σαλόνι σκοτεινό. Όχι δεν απαρνιέμαι την Άνοιξη μωρέ… είναι η αγαπημένη μου εποχή. Απλά περνάω περίοδο προσαρμογής. Πρέπει να συνηθίσω τη μέρα και τη λιακάδα. Και προς το παρόν το μυαλό μου είναι κολλημένο στις νύχτες. Μέχρι πριν λίγο καιρό θα σου έλεγα όχι όλες τις νύχτες μόνο τις πιο ερωτικές, αλλά από τότε που όλες έγιναν ερωτικές τις συμπεριλαμβάνω όλες. Σήμερα η μάνα μου έσπασε τα νεύρα, είχαμε να μαλώσουμε ένα χρόνο και μαλώσαμε από εκεί που είχαμε σταματήσει πέρσι. Τίποτα δεν άλλαξε. Ούτε ο εγκέφαλος της ούτε ο δικός μου. Κάθε φορά κάνουμε μαζί ασκήσεις ισχύος αλλά σήμερα μάνα δημιουργήθηκαν τα δεκατέσσερα παιδιά, δικά μου, γονιμοποιήθηκα πλήρως οποτε δε μπορείς να τα βάλεις μαζί μου. Ξέρεις άλλον που να έχει τόσα;  Και κάθε φορά που μαλώνουμε με ρωτάει που να με τάξει για να γίνω άνθρωπος κι εγώ της λέω πως περνάω μια χαρά και ως ραδίκι, δε με πειράζει. Προτιμώ να είμαι αγριόχορτο από το να γίνω ο άνθρωπος που θες να γίνω. Άγριο πλάσμα. Πάντα άγριο. Το κορμί μου εδώ και μέρες ερωτεύεται το κορμί σου σε άλλη διάσταση και όχι σε αυτή και αυτό γιατί δε γίνεται αλλιώς. Θα μπορούσα να σου λέω κάθε στιγμή πως σε θέλω αλλά δε το κάνω για να μη ξέρεις το πώς τρέμω όταν σε σκέφτομαι γιατί μετά θα μου λες πως σε θέλω μόνο για το κορμί σου. Νομίζω πως με κοιτάζεις περίεργα. Νομίζω πως δε με πιστεύεις πια. Νομίζω πως αμφισβητείς την ορμή μου κι εντάξει δε φταις εσύ, είναι που προσπαθώ πολλές φορές να την καταπιέσω γιατί περνάω περίοδο επώασης συναισθημάτων και δε γίνεται αλλιώς. Αλλά κάθε φορά που με αγγίζεις, που εισχωρείς μέσα μου, που μπαινοβγαίνεις ρυθμικά και δυνατά και το μυαλό σου με ρωτάει αν πονάω για να πάρεις αλλιώς τη διαδρομή από τον φαλλό σου μέχρι τη μήτρα μου, που ακούς τις ανάσες μου να πνίγουνε μικρές βογκητές κραυγούλες και μερικά ‘‘Σςςςςς’’ κι έπειτα ‘‘Ναι κορίτσι μου’’, ξέρεις, ξέρεις πως το κορμί μου λαχταρά πάντα το δικό σου και πως απλά προσπαθώ να το βρω πίσω από τα κλειστά μου βλέφαρα γιατί δε γίνεται αλλιώς -και πόσο ευτυχισμένη είμαι που σε νιώθω και με τον τρόπο-  γιατί αν ήταν αλλιώς θα τίναζα τα μυαλά μου στον αέρα από την έλειψή σου. Και πιο ισχυρή διάσταση που κατάφερα να σπάσω για να σε βρω είναι εκείνη του χρόνου. Κι έκανα τον χρόνο άχρονο. Και είναι και γαμώ να είναι άχρονος ο χρόνος. Και τώρα που σου γράφω μπορώ να μπω από την κλειδαρότρυπα να σε γλύψω κι έπειτα να φύγω πάλι; Μπορώ;


26.3.11

-37 ωρες και κάτι


Μέσα μου μεγαλώνουν κύστεις που φυλάσσουν μικρές ποσότητες ζωής μαζικής παραγωγής. Χτες κοιμήθηκα στο έβδομο πλευρό μου πάνω και όταν άλλαξα πλευρό πάγωσαν τα άκρα μου και ξύπνησα. Κι έκτοτε προσπαθούσα να κοιμηθώ ξεκινώντας από την πρώτη μου πλευρά μέχρι την δωδέκατη ψευδοπλευρά μου και πάλι από την αρχή. Από τις τρείς μέχρι τις οκτώ. Και στις οκτώ ξύπνησα. Κι έκανα καφέ και κάπνισα δύο τσιγάρα στο μπαλκόνι. Κι έπειτα άργησα να πάω στο ραντεβού. Και όταν πήγα ο γιατρός με κοίταξε κατάματα και με ρώτησε αν τήρησα την συμφωνία μας και πήρα τη σωστή δόση φαρμάκου της θεραπείας αυτή τη φορά. Και του υποσχέθηκα πως ναι. Και τότε ένιωσα να βγαίνει από την κατάψυξη και να αποψύχεται κι έτσι ή συνάντησή μας ήταν πιο ζεστή από προχτές. Προχτές ήταν παγωμένος. Τα δάχτυλά του όταν με άγγιξαν ένιωσα να παγώνει το αίμα μου στις αρτηρίες μου και ζεστάθηκαν μόνο όταν τα έβαλε μέσα μου και μου είπε πως πάλι καλά που δεν αυτοκτόνησα. Και μου τα 'χωσε και μου είπε πως είμαι απείθαρχη στην θεραπεία κι εγώ του είπα πως απλά ήμουν ανόητη και ζήτησα συγνώμη. Και λοιπόν γιατρέ μου; Θα γίνω καλά; Θα γίνω όπως πριν; ‘‘Θα γίνεις γιατί κάποιος σ’ αγαπάει πολύ’’ μου είπε κι εγώ του είπα πως το ξέρω γι αυτό κομμένες οι μαλακίες με τα φάρμακα. Άλλη φορά θα ρωτάω. Σου το είπα και μερικές μέρες πριν. Δεν είμαι έτοιμη να φύγω. Δεν είμαι. Περιμένω να ζήσω την πιο όμορφη ζωή που χρωστάω στον εαυτό μου εδώ και μερικά χρόνια από τότε που έμαθα πως υπάρχεις. Μόνο που νυστάζω ακατάπαυστα, θέλω να κυλιέμαι στο ορθοπεδικό στρώμα του εφηβικού μου κρεβατιού και να γυρίζω μια από εδώ και μια από εκεί και να μετράω επίμονα τις πλευρές μου μέχρι να κοιμηθώ. Βαριέμαι να μετράω προβατάκια. Προτιμώ να μετράω πλευρές. Είναι λίγες, δεν είναι άπειρες κι έτσι χάνομαι πιο εύκολα στα όνειρα μου και η Άννα μου είπε να γυρίσω την πλάτη μου σε αυτά κι εγώ της είπα αποκλείεται, δε γίνεται να αρνηθώ αυτή την πραγματικότητα της ζωής μου. Άλλωστε, εαυτέ μου, εκεί σε συναντάω πιο εύκολα κι έτσι μου λείπεις λιγότερο. Μπαίνω στα πιο μυστήρια στενά του ασυνείδητού μου-σου και σε βρίσκω εκεί να κάθεσαι και να μου δίνεις πληροφορίες μιας ζωής που δε θυμάμαι πως έζησα αλλά έζησα και ας μη θυμάμαι πως την έζησα αλλά την έζησα. Και πως αλλιώς; Αφού η μνήμες μου είναι πιο ζωντανές από κάποια μισοπεθαμένα κομμάτια της ζωής μου-με πιάνει γαμημένος πονοκέφαλος και είναι φυσιολογικό γιατρέ μου;- αλλά μη το πεις σε κανένα γιατί ντρέπομαι. Κι εντάξει σου υπόσχομαι πως θα προσπαθήσω να τα αναστήσω πριν πεθάνουν εντελώς. Και αν πεθάνουν σου υπόσχομαι να τα θάψω και να τα θρηνήσω και να μη τα κουβαλάω πια. Και να σου πω και κάτι; Δε με πειράζει να χάσω το στοίχημα κι ας μη ξέρω ακόμα το τίμημα που πρέπει να πληρώσω. Η ώρα είναι εννιά και τριάντα δύο και περιμένω να τρυπηθώ πάλι με ενέσεις κι έπειτα να ανέβω στην σοφίτα να ξαπλώσω μέχρι να κοιμηθώ γιατί σέρνομαι, αλήθεια σου λέω και ναι μπορεί λίγο να υπερβάλλω για να με αγαπήσεις λίγο παραπάνω στην αγκαλιά σου αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Σου το υπόσχομαι, δεν είναι. Η νύχτα είναι αλλιώς, το κορμί μου είναι αλλιώς τη νύχτα, μερικές φορές είναι σαν προχτές το μεσημέρι και σαν χτες το πρωί αλλά δε σου το είπα γιατί πριν από μένα ξύπνησε ο αδερφός μου και μου έπιασε την κουβέντα. Εγώ στο εφηβικό μονό κρεβάτι μου κι εκείνος απέναντι στο διπλό φουσκωτό στρώμα του κάμπινγκ. Και μιλούσαμε. Ο ένας από εδώ. Ο άλλος από εκεί. Και την προηγούμενη νύχτα του τα είπα όλα, όλα, τίποτα δε κράτησα για τον εαυτό μου, ένιωθα τόσο μεγάλη ανάγκη να του ξεβρακωθώ και είδα την χαρά να λάμπει στα μάτια του. Και χτες το πρωί ήταν σα να μη μεσολάβησε η νύχτα, σα να μη μεσολάβησαν όνειρα, συνεχίσαμε να μιλάμε από το κόμμα μετά την άνω τελεία και μετά. Κι εγώ κοκκίνιζα κι εκείνος με κορόιδευε κι εγώ του έκανα νάζια κι εκείνος όταν του κάνω νάζια τρελαίνεται κι ενώ είναι έντεκα χρόνια μικρότερός μου νιώθει σαν μεγάλος αδερφός και με κλείνει μέσα του. Το ίδιο κάνει και όταν κλαίω. Και μετά μου λες πως απορείς που μπορώ να αγαπήσω κάποιον τόσα χρόνια μικρότερό μου…


Την Δευτέρα θα μείνω σπίτι να κοιτάζω 
το ταβάνι μέχρι τις έντεκα το πρωί γιατί έτσι γουστάρω. 
Θα πάρω τα μάτια μου μόνο όταν αξίζει ο κόπος να κοιτάξω αλλού…