30.3.11

@#_)@!_#)@!#$$

Εντάξει, έχω γίνει σαν στρόγγυλο τάπερ, περπατάω σαν πάπια και τα βυζιά μου πονάνε αλλά δε γκρινιάζω. Εννοώ δε γκρινιάζω πολύ. Αλλά εσύ αντέχεις, έτσι δεν είναι; Σήμερα πήρα σαράντα μία φορές τηλέφωνο σε ένα τηλέφωνο που δεν υπήρχε εκείνη τη στιγμή για μένα. Το μυαλό μου κόλλησε σε εικόνες στις δεκαέξι Δεκεμβρίου του δύο χιλιάδες τρία και ξύπνησα κλαμένη. Και η γυναικεία φωνή δίπλα μου με ρωτούσε τι  μου συμβαίνει κι εγώ της έλεγα πως έχασα γύρω στα πέντε λεπτά- που δεν ήταν πέντε ήταν πολλά περισσότερα τελικά-  που δε θυμάμαι που είναι και θέλω να τα ανακτήσω μαζί με τα δεδομένα τους. Την ρώτησα αν ξέρει να μου πει που είναι αλλά βρήκα απορημένα μάτια που δεν τα έβλεπα γιατί ήταν κρυμμένα πίσω από την κουρτίνα του διπλανού κρεβατιού κι όμως τα έβλεπα να με κοιτάζουν τόσο έντονα, τόσο έντονα και όταν γύρισα στις αισθήσεις μου εκείνα χάθηκαν και ρώτησα μια περαστική αν ήταν κάποια κοπέλα εδώ και μου είπε ναι κι εγώ λυπάμαι που δε την θυμάμαι. Έχασα πέντε-και μάλιστα δεν ήταν πέντε- λεπτά. Τα θέλω πίσω. Μου ανήκουν, δε μου ανήκουν; Σήμερα διαπίστωσα πως δε ξέρω αν είμαι καλή στο να δημιουργώ όνειρα στους ανθρώπους. Μερικές φορές τους προσγειώνω ανώμαλα και χάνουν το παραμύθι τους γιατί η ζωή μπαίνει στις διαστάσεις τις μη παραμυθένιες και απομυθοποιούνται με βία. Δε ξέρω πως και γιατί σε πνίγει ένας τόπος. Και οι άνθρωποι; Οι άνθρωποι τι; Είμαι λίγο τρελή; Πολύ θα σου απαντήσω. Ίσως γιατί εγώ μπορώ να ζήσω πάνω σε έναν βράχο όλη μου τη ζωή μαζί σου. Και δε με νοιάζει τίποτε’ άλλο. Είμαι καλυμμένη από μόνη μου, είμαι ευτυχισμένη μαζί σου, είμαι γεμάτη από υλικά χωρίς τόπο, είναι άτοπα, είμαι άτοπη κι εγώ και αυτός είναι ο λόγος που δε με νοιάζουν οι τόποι. Όταν φεύγω δε φεύγω από κάπου. Φεύγω από κάποιους. Η κοιλιά μου είναι φουσκωμένη ακόμα, ψάχνω μερικές γερές καρφίτσες να τρυπούν το κρέας χωρίς να σπάνε για να με τρυπήσω. Περίμενα πως σήμερα θα γύρισα στις πραγματικές μου διαστάσεις αλλά δε το βλέπω να συμβαίνει και απορώ ακόμα και με τον εαυτό μου πως εξαπατήθηκε από τον άλλο εαυτό, τον παρηγορητικό, και με πίστεψε. Σήμερα κλαίω από την ώρα που ξύπνησα, έξω βρέχει από την ώρα που ξύπνησα, τα ρούχα είναι αφημένα τα μισά στην…-χάνω και λέξεις τώρα… πως λένε αυτό που βάζεις τα ρούχα όταν τα βγάζεις από το πλυντήριο πριν τα απλώσεις;… α!-λεκάνη και τα άλλα μισά στο πλυντήριο. Και η μέρα άλλαξε, δεν είναι πια Τρίτη όπως χτες που συνέχισα να γράφω από προχθές είναι Τετάρτη και τα ρούχα τα μισά είναι ακόμα στη λεκάνη και τα άλλα μισά στο πλυντήριο και βρίσκω δικαιολογίες πως δήθεν βρέχει γι αυτό δεν  απλώνω και μου φωνάζουν τα μανταλάκια πως σήμερα έχει λιακάδα αλλά εγώ δε ξέρω τίποτα γιατί τα πατζούρια είναι κλειστά και το σαλόνι σκοτεινό. Όχι δεν απαρνιέμαι την Άνοιξη μωρέ… είναι η αγαπημένη μου εποχή. Απλά περνάω περίοδο προσαρμογής. Πρέπει να συνηθίσω τη μέρα και τη λιακάδα. Και προς το παρόν το μυαλό μου είναι κολλημένο στις νύχτες. Μέχρι πριν λίγο καιρό θα σου έλεγα όχι όλες τις νύχτες μόνο τις πιο ερωτικές, αλλά από τότε που όλες έγιναν ερωτικές τις συμπεριλαμβάνω όλες. Σήμερα η μάνα μου έσπασε τα νεύρα, είχαμε να μαλώσουμε ένα χρόνο και μαλώσαμε από εκεί που είχαμε σταματήσει πέρσι. Τίποτα δεν άλλαξε. Ούτε ο εγκέφαλος της ούτε ο δικός μου. Κάθε φορά κάνουμε μαζί ασκήσεις ισχύος αλλά σήμερα μάνα δημιουργήθηκαν τα δεκατέσσερα παιδιά, δικά μου, γονιμοποιήθηκα πλήρως οποτε δε μπορείς να τα βάλεις μαζί μου. Ξέρεις άλλον που να έχει τόσα;  Και κάθε φορά που μαλώνουμε με ρωτάει που να με τάξει για να γίνω άνθρωπος κι εγώ της λέω πως περνάω μια χαρά και ως ραδίκι, δε με πειράζει. Προτιμώ να είμαι αγριόχορτο από το να γίνω ο άνθρωπος που θες να γίνω. Άγριο πλάσμα. Πάντα άγριο. Το κορμί μου εδώ και μέρες ερωτεύεται το κορμί σου σε άλλη διάσταση και όχι σε αυτή και αυτό γιατί δε γίνεται αλλιώς. Θα μπορούσα να σου λέω κάθε στιγμή πως σε θέλω αλλά δε το κάνω για να μη ξέρεις το πώς τρέμω όταν σε σκέφτομαι γιατί μετά θα μου λες πως σε θέλω μόνο για το κορμί σου. Νομίζω πως με κοιτάζεις περίεργα. Νομίζω πως δε με πιστεύεις πια. Νομίζω πως αμφισβητείς την ορμή μου κι εντάξει δε φταις εσύ, είναι που προσπαθώ πολλές φορές να την καταπιέσω γιατί περνάω περίοδο επώασης συναισθημάτων και δε γίνεται αλλιώς. Αλλά κάθε φορά που με αγγίζεις, που εισχωρείς μέσα μου, που μπαινοβγαίνεις ρυθμικά και δυνατά και το μυαλό σου με ρωτάει αν πονάω για να πάρεις αλλιώς τη διαδρομή από τον φαλλό σου μέχρι τη μήτρα μου, που ακούς τις ανάσες μου να πνίγουνε μικρές βογκητές κραυγούλες και μερικά ‘‘Σςςςςς’’ κι έπειτα ‘‘Ναι κορίτσι μου’’, ξέρεις, ξέρεις πως το κορμί μου λαχταρά πάντα το δικό σου και πως απλά προσπαθώ να το βρω πίσω από τα κλειστά μου βλέφαρα γιατί δε γίνεται αλλιώς -και πόσο ευτυχισμένη είμαι που σε νιώθω και με τον τρόπο-  γιατί αν ήταν αλλιώς θα τίναζα τα μυαλά μου στον αέρα από την έλειψή σου. Και πιο ισχυρή διάσταση που κατάφερα να σπάσω για να σε βρω είναι εκείνη του χρόνου. Κι έκανα τον χρόνο άχρονο. Και είναι και γαμώ να είναι άχρονος ο χρόνος. Και τώρα που σου γράφω μπορώ να μπω από την κλειδαρότρυπα να σε γλύψω κι έπειτα να φύγω πάλι; Μπορώ;


26.3.11

-37 ωρες και κάτι


Μέσα μου μεγαλώνουν κύστεις που φυλάσσουν μικρές ποσότητες ζωής μαζικής παραγωγής. Χτες κοιμήθηκα στο έβδομο πλευρό μου πάνω και όταν άλλαξα πλευρό πάγωσαν τα άκρα μου και ξύπνησα. Κι έκτοτε προσπαθούσα να κοιμηθώ ξεκινώντας από την πρώτη μου πλευρά μέχρι την δωδέκατη ψευδοπλευρά μου και πάλι από την αρχή. Από τις τρείς μέχρι τις οκτώ. Και στις οκτώ ξύπνησα. Κι έκανα καφέ και κάπνισα δύο τσιγάρα στο μπαλκόνι. Κι έπειτα άργησα να πάω στο ραντεβού. Και όταν πήγα ο γιατρός με κοίταξε κατάματα και με ρώτησε αν τήρησα την συμφωνία μας και πήρα τη σωστή δόση φαρμάκου της θεραπείας αυτή τη φορά. Και του υποσχέθηκα πως ναι. Και τότε ένιωσα να βγαίνει από την κατάψυξη και να αποψύχεται κι έτσι ή συνάντησή μας ήταν πιο ζεστή από προχτές. Προχτές ήταν παγωμένος. Τα δάχτυλά του όταν με άγγιξαν ένιωσα να παγώνει το αίμα μου στις αρτηρίες μου και ζεστάθηκαν μόνο όταν τα έβαλε μέσα μου και μου είπε πως πάλι καλά που δεν αυτοκτόνησα. Και μου τα 'χωσε και μου είπε πως είμαι απείθαρχη στην θεραπεία κι εγώ του είπα πως απλά ήμουν ανόητη και ζήτησα συγνώμη. Και λοιπόν γιατρέ μου; Θα γίνω καλά; Θα γίνω όπως πριν; ‘‘Θα γίνεις γιατί κάποιος σ’ αγαπάει πολύ’’ μου είπε κι εγώ του είπα πως το ξέρω γι αυτό κομμένες οι μαλακίες με τα φάρμακα. Άλλη φορά θα ρωτάω. Σου το είπα και μερικές μέρες πριν. Δεν είμαι έτοιμη να φύγω. Δεν είμαι. Περιμένω να ζήσω την πιο όμορφη ζωή που χρωστάω στον εαυτό μου εδώ και μερικά χρόνια από τότε που έμαθα πως υπάρχεις. Μόνο που νυστάζω ακατάπαυστα, θέλω να κυλιέμαι στο ορθοπεδικό στρώμα του εφηβικού μου κρεβατιού και να γυρίζω μια από εδώ και μια από εκεί και να μετράω επίμονα τις πλευρές μου μέχρι να κοιμηθώ. Βαριέμαι να μετράω προβατάκια. Προτιμώ να μετράω πλευρές. Είναι λίγες, δεν είναι άπειρες κι έτσι χάνομαι πιο εύκολα στα όνειρα μου και η Άννα μου είπε να γυρίσω την πλάτη μου σε αυτά κι εγώ της είπα αποκλείεται, δε γίνεται να αρνηθώ αυτή την πραγματικότητα της ζωής μου. Άλλωστε, εαυτέ μου, εκεί σε συναντάω πιο εύκολα κι έτσι μου λείπεις λιγότερο. Μπαίνω στα πιο μυστήρια στενά του ασυνείδητού μου-σου και σε βρίσκω εκεί να κάθεσαι και να μου δίνεις πληροφορίες μιας ζωής που δε θυμάμαι πως έζησα αλλά έζησα και ας μη θυμάμαι πως την έζησα αλλά την έζησα. Και πως αλλιώς; Αφού η μνήμες μου είναι πιο ζωντανές από κάποια μισοπεθαμένα κομμάτια της ζωής μου-με πιάνει γαμημένος πονοκέφαλος και είναι φυσιολογικό γιατρέ μου;- αλλά μη το πεις σε κανένα γιατί ντρέπομαι. Κι εντάξει σου υπόσχομαι πως θα προσπαθήσω να τα αναστήσω πριν πεθάνουν εντελώς. Και αν πεθάνουν σου υπόσχομαι να τα θάψω και να τα θρηνήσω και να μη τα κουβαλάω πια. Και να σου πω και κάτι; Δε με πειράζει να χάσω το στοίχημα κι ας μη ξέρω ακόμα το τίμημα που πρέπει να πληρώσω. Η ώρα είναι εννιά και τριάντα δύο και περιμένω να τρυπηθώ πάλι με ενέσεις κι έπειτα να ανέβω στην σοφίτα να ξαπλώσω μέχρι να κοιμηθώ γιατί σέρνομαι, αλήθεια σου λέω και ναι μπορεί λίγο να υπερβάλλω για να με αγαπήσεις λίγο παραπάνω στην αγκαλιά σου αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Σου το υπόσχομαι, δεν είναι. Η νύχτα είναι αλλιώς, το κορμί μου είναι αλλιώς τη νύχτα, μερικές φορές είναι σαν προχτές το μεσημέρι και σαν χτες το πρωί αλλά δε σου το είπα γιατί πριν από μένα ξύπνησε ο αδερφός μου και μου έπιασε την κουβέντα. Εγώ στο εφηβικό μονό κρεβάτι μου κι εκείνος απέναντι στο διπλό φουσκωτό στρώμα του κάμπινγκ. Και μιλούσαμε. Ο ένας από εδώ. Ο άλλος από εκεί. Και την προηγούμενη νύχτα του τα είπα όλα, όλα, τίποτα δε κράτησα για τον εαυτό μου, ένιωθα τόσο μεγάλη ανάγκη να του ξεβρακωθώ και είδα την χαρά να λάμπει στα μάτια του. Και χτες το πρωί ήταν σα να μη μεσολάβησε η νύχτα, σα να μη μεσολάβησαν όνειρα, συνεχίσαμε να μιλάμε από το κόμμα μετά την άνω τελεία και μετά. Κι εγώ κοκκίνιζα κι εκείνος με κορόιδευε κι εγώ του έκανα νάζια κι εκείνος όταν του κάνω νάζια τρελαίνεται κι ενώ είναι έντεκα χρόνια μικρότερός μου νιώθει σαν μεγάλος αδερφός και με κλείνει μέσα του. Το ίδιο κάνει και όταν κλαίω. Και μετά μου λες πως απορείς που μπορώ να αγαπήσω κάποιον τόσα χρόνια μικρότερό μου…


Την Δευτέρα θα μείνω σπίτι να κοιτάζω 
το ταβάνι μέχρι τις έντεκα το πρωί γιατί έτσι γουστάρω. 
Θα πάρω τα μάτια μου μόνο όταν αξίζει ο κόπος να κοιτάξω αλλού…


25.3.11

Εικοσιτέσσερα

Α! Και κάθε εικοσιτέσσερις...

22.3.11

1-3-9-14-16

Κάθε μία, τρείς, εννιά, δεκατέσσερις και δεκαέξι.
Η κρεβατοκάμαρα έχει γίνει Άουσβιτς ρούχων αλλά εγώ θα βγάλω άλλα να φορέσω.
Κατερίνα; Χτες βρεθήκαμε ή το είδα στον ύπνο μου;
Που είναι το κράνος μου;
Τουλάχιστον βρήκα τα γάντια μου…

20.3.11

Lluvia sucede en el pasado

Ο πλανήτης Αφροδίτη κατοικείται εδώ και μερικά χρόνια αλλά κανείς δε το ξέρει ούτε κι εγώ,  γιατί η ζωή εκεί  είναι αντιστρόφως ανάλογη της περιγραφής που έχω για την υπάρχουσα και αυτό ισχύει αν και μόνο αν η περιγραφή της ισχύουσας είναι ψευδή. Πέρασα από την Ίωνος Δραγούμη χτες ξημερώματα και βράχηκα. Ο δρόμος μου με έβγαλε κάτω από μία τέντα αλλά αρνήθηκα πεισματικά να χάσω έστω και μια σταγόνα κι έκανα τον κύκλο για να περάσω απέναντι ανάμεσα σε περπατητές που θα έδιναν, μπορεί και, δέκα ευρώ, για να έχουν αυτό που εγώ  επιδεικτικά αγνόησα. Έφτασα στο σπίτι στάζοντας, όχι εκείνο στα Αναφιώτικα, το άλλο στη Θεσσαλονίκη,-μέχρι και το βράκι μου βράχηκε- και οι μπότες μου ένιωθα να πήραν νερό αλλά δε πήραν κι έτσι τα δάχτυλα μου ήταν βρεγμένα μόνο από χτες το πρωί στη θάλασσα. Ακούω μια χάλια μουσική με υπέροχους στίχους-όχι αυτή απο τα Υπόγεια Ρεύματα σαφώς-μια τυχαία μαλακία, και αναρωτιέμαι ποιος είναι ο κυρ μαλάκας και γιατί βιάζει τις λέξεις, ακόμα και τις πιο αισχρές, με κάτι που μοιάζει με μουσική αλλά δεν έχει γνώση από νότες. Και ποιος δίνει το δικαίωμα να βιάζονται συναισθήματα, συλλαβιστές ζωές, σκέψεις ανούσιες και νοηματικές γεμάτες νεύματα από πρόσωπα σκοτεινά, λαμπερά, υπάρχοντα. Μου τη σπάνε οι κλαψομούνες. Και πιο πολύ από όλες μου τη σπάω εγώ όταν κλαψομουνιάζω γιατί δεν είμαι εγώ κι έπειτα ψάχνω να βρω ποια είναι αυτή μαλάκω η κλαψομούνα που μπήκε  μέσα μου και ανακαλύπτω πως είναι μια ύπαρξη μέσα στην ύπαρξή μου. Τρέχω να τη βρω να της τα πω ένα χεράκι κι έπειτα εκείνη κρύβεται για χρόνια και μια φορά στην απαρχή μιας δεκαετίας της ζωής μου βγαίνει για μερικές στιγμές και μου τσιμπάει το μυαλό κι εγώ παρασύρομαι και παίζω το παιχνίδι της άλλα σου το υπόσχομαι πως είναι το μοναδικό παιχνίδι κάποιου άλλου που παίζω και αυτό συμβαίνει συνειδητά για να την αφήνω να πιστεύει πως κέρδισε μπας και βαρεθεί και βρει το κορμί μιας πραγματικής κλαψομούνας βάσει  προσωπικότητας  να κατοικίσει και με παρατήσει ήσυχη να κλαίω μεν, αλλά να κλαίω βουβά, χωρίς να με ξέρεις, χωρίς να με βλέπεις, χωρίς να με ακούς, να επιστρέφω τα δάκρυα μου στην πηγή τους να τα καταπίνω,  κι εσύ να καταλαβαίνεις πως κλαίω μόνο από τις ενωμένες υγρές βλεφαρίδες μου και τα χαμογελαστά κόκκινα μάτια μου. Είμαι τσατισμένη και μπορώ να μιλάω όπως θέλω και χασκογελάω όταν μου λένε πως βρίζω κι εγώ απλά απαντάω πως λέω τα πράγματα με το όνομά τους είτε αυτό προσβάλει την αισθητική των λέξεων των καθοσπρεπιστών είτε όχι. Και δηλαδή πως αλλιώς να πω την κλαψομούνα; Κλαψιάρα; Μα δεν είναι κλαψιάρα, είναι κλαψομούνα! Εκείνη η καημένη, η προδομένη εκείνη που κανείς δε την καταλαβαίνει λες και έχει σημασία να σε καταλαβαίνουν, λες και όλοι μιλάμε την ίδια γλώσσα. Έχω τα νεύρα μου και μπορεί να φταίνε οι ορμόνες και μπορεί πάλι να μη φταίνε αλλά πρέπει κάποιος να φταίει κι εγώ έτσι θέλω και γίνομαι ευθυνόφοβη και ρίχνω αλλού τις ευθύνες για σήμερα. Πιάνω το στήθος μου και πιάνω τον μικρό μου μέσα τους και του μιλάω και του λέω πως φταίνε όλοι αλά όχι εσύ μικρό μου, εσύ είσαι ο πιο όμορφος άνθρωπος του κόσμου και δε φταις πάρα μόνο όταν παρασύρεσαι ασυνείδητα και δεν είναι κακό να παρασύρεσαι είναι κακό να παρασύρεσαι ασυνείδητα, πρέπει  να το κάνεις συνειδητά και να ξέρεις πως κολυμπάς στο ρεύμα της παράσυρσης και τότε δε θα σου πει κανείς τίποτα. Ούτε κι εγώ. Αλλά να ξέρω πως είναι επιλογή σου. Έτσι βουλώνουν τα στόματα. Όταν κάνεις επιλογές και τις υποστηρίζεις ακόμα και αν ξέρεις πως είναι οι πιο λάθος, -τώρα θα μου πεις λάθος.. λάθος για ποιον;- λάθος για τον εαυτό σου. Όχι για τους άλλους. Οι έννοιες είναι υποκειμενικές και ο κόσμος μια περιγραφή ευφυέστατη και καθοδηγούμενη και αν σου πω πως η θάλασσα δεν είναι θάλασσα αλλά είναι εφθαμερασα-τόνισέ τη κάπου να την κάνουμε λέξη- έτσι θα τη μάθεις. Και βασικά μάθε την ως εφθαμερασα, θα γελάς όταν οι άλλοι θα σε κοιτάνε σαν εξωγήινο στην πλανήτη Αφροδίτη  γιατί εσύ θα ξέρεις πως δεν είσαι απλά είσαι διαφορετικός από όλους και τότε θα καταλάβεις γιατί δεν είμαι πρόβατο και αν ήμουν σίγουρα θα ήμουν το μαύρο. Όχι. Δε μου αρέσει ντε και καλά να ξεχωρίζω. Χέστηκα ακόμα και γι αυτό. Μου αρέσει απλά να είμαι κάτι άλλο από αυτό που δε θέλω, από αυτό που σιχαίνομαι, και ναι είμαι κλαψομούνα ακόμα και αν το σιχαίνομαι αλλά μόνο κατ΄ επιλογήν και λέγοντας πως ‘’ τώρα κλαψομουνιάζω γιατί έτσι θέλω’’ κι έτσι με σκοτώνω πριν γίνω αυτό που σιχαίνομαι ως προσωπικότητα κι απολαμβάνω την μίρλα μου για όσες στιγμές διαρκεί η συνειδητότητά μου. Μετά πεθαίνω. Ή μάλλον σκοτώνομαι. Ή μάλλον αυτοκτονώ. Ή μάλλον δολοφονούμαι. Απλά επειδή δολοφονούμαι με τα ίδια μου τα χεριά ονομάζομαι αυτόχειρας. Κατάλαβες μικρό μου;
Μείνε δίπλα μου.. κι εγώ τα βράδια θα σου λέω παραμύθια πριν κοιμηθείς για την αγάπη στις καρδιές των ανθρώπων που υπάρχει μη νομίζεις απλά μερικές φορές είναι μικρότερη από την αγάπη προς τον εαυτό. Και θα σου τραγουδάω ψιθυριστά τραγούδια με στίχους δικούς μου άλλα μουσική όχι δικιά μου γιατί να γράφω μουσική δε ξέρω κι αφού δε ξέρω δε θα κάνω πως ξέρω όπως ο βιαστής εκείνου του μουσικού φθόγγου. Και αν με ρωτάς θα σου λέω τι σημαίνουν για μένα οι αξίες της ζωής μας αλλά δεν είναι απαραίτητο να είναι σημαίνουν το ίδιο και για σένα. Θα περιγράφει ο ένας στον άλλο κάθε βράδυ τον κόσμο μέσα από τα δικά του μάτια κι έτσι θα γίνουμε σοφότεροι, λίγο σοφότεροι από τους εγωιστές και τους ισχυρογνώμονες που δεν δέχονται την οπτική κανενός άλλου. Θέλεις μικρό μου;  Θες να συναντηθούμε και θα μείνουμε μαζί για πάντα;  Θέλεις μικρό μου; Αν θες σε περιμένω να έρθεις… αν αναθεωρήσεις… βασικά μην αναθεωρήσεις. Και μη μου την πεις επειδή εγώ αναθεωρώ συνέχεια, ναι αν θες κάνε το ίδιο αλλά μετά δε θα έχεις κανένα δικαίωμα να μου την πεις. Και αν θελήσεις να μου την πεις πρέπει πρώτα να τα χώσεις στον εαυτό σου κι έπειτα σε μένα. Και βασικά μαλακίες. Μη προσπαθείς να βρεις τις αξίες. Δεν υπάρχουν. Μια περιγραφή είναι και αυτές. Η Αγάπη είναι Αγάπη, η Φιλία είναι Φιλία, ο Έρωτας είναι Έρωτας και η Γυρισμένη Πλάτη είναι απλά η δική μου…
…συνηθίζω…
Η μνήμη είναι αγκάθι. Όχι για να σε πληγώνει, για να σε προστατεύει

19.3.11

@#)@)#_@)!#_)@!($@!

-Μαμά τι είναι αυτό;
-Αυτό οι άνθρωποι το ονόμασαν θάλασσα…

Όταν ήμουν μικρή και για πολλά χρόνια πίστευα πως η θάλασσα τον Χειμώνα κοιμάται. Σήμερα μου ψιθυρίζει πως δε κοιμάται ποτέ. Ακούω το κάλεσμά της αλλά τα δάχτυλά μου τρέμουν και δε μπορώ να ανταποκριθώ. ‘‘Δε θα φύγεις’’ μου λέει κι εγώ συμφωνώ με τη φωνή που υπάρχει μέσα στο κεφάλι μου. Δε θα φύγω. Κάθε κύμα που σκάει και βρέχει τα αθλητικά μου, είναι και μια συνομιλία. Φθόγγοι μπλεγμένοι ακατανόητα σχηματίζοντας λέξεις που μόνο εγώ κι εσύ μπορούμε να αποκωδικοποιήσουμε, εαυτέ μου, και ήμουν σίγουρη γι αυτό από τον Αύγουστο του δύο χιλιάδες επτά. Η άμμος είναι υγρή, έβρεξε πριν ώρα το βράδυ και η υγρασία πότισε κάθε κόκκο της για να σταθώ εγώ πάνω του στην πραγματικότητα του πραγματοποιήσιμου. Δύο λέξεις: ένα ρήμα συνημμένο πρώτης συζυγίας και μια προσωπική αντωνυμία δευτέρου προσώπου. Κι έπειτα μια συμφωνία και μια διαπίστωση. Τη νιώθω να ψιθυρίζει  και όταν δε την καταλαβαίνω ξεφυσάει δυνατά κι έπειτα φωνάζει και οι γλάροι διαμαρτύρονται. Κι έπειτα μερικά αποσιωπητικά
Μια ακίδα ανασφάλειας καρφώθηκε στο μάτι μου δίπλα στη σκοτεινή μου κόρη και παραλίγο να την τρυπήσει και να ξεχυθούν με ορμή όλοι οι φόβοι που φώλιασαν στη ματιά μου-και κρυώνω- αλλά εγώ την έμπηξα να πάει πιο μέσα γιατί φοβόμουν πως αν τη βγάλω θα αφήσω στο μάτι μου την πιο μεγάλη και την πιο βαθιά τρύπα του κόσμου-να το, πάλι με φώναξε- . Οι ανασφάλειες είναι δομημένες από γαμημένες φοβίες και υπάρχουν για να ξυπνούν τον τρωτό εαυτό μου με σκοπό να υποδουλώσει τον άτρωτο πιάνοντάς τον από τη φτέρνα. Χτες έκανα τη δεύτερη ένεση στην κοιλιά, κάτω από το κέντρο της ύπαρξής μου, την πρώτη μετά την ένεση προετοιμασίας του σώματος και της ψυχής. Δεν ήμουν όπως την πρώτη πρώτη. Δε με έπιασε πανικός, δεν έσπασαν τα αγγεία του εγκεφάλου μου, η φλέβα στο μέτωπο και στον λαιμό κοιμόντουσαν βαθιά κι έτσι το κεφάλι μου δε χρειαζόταν μαγγανείες για να μην το περάσω από τη μηχανή του κιμά. Μετά την ένεση ηρέμισα λίγο πριν τα μεσάνυχτα. Γιατί μετά από αυτά η Γη έκανε δύο απότομες στροφές και μ’ έστειλε στον διάολο να παλεύω πιάνοντάς τον από τα κέρατα. Να σου πω… δε ξέρω τον νικητή και τον νικημένο και σίγουρα ο αγώνας δεν βγήκε ισόπαλος. Δε το ξέρω, όχι γιατί κάπου στη μάχη χάθηκα αλλά γιατί αισθάνομαι πως βρίσκομαι στο πιο συγκαταβατικό ημίχρονο του αγώνα. Λέγεται Ανακωχή. Και ποτέ δε κατάλαβα το νόημα τη Ανακωχής. Είναι η παύση του Πολέμου βάσει συμφωνίας δήθεν μου τάχα μου για να ηρεμήσουν τα πνεύματα ενώ και οι δύο αντίπαλοι είναι ετοιμοπόλεμοι περιμένοντας την πτώση της σημαίας για να ματώσουν ξανά. Και ο διάολος βρήκε τον διάολό του και πραγματικά δε ξέρω ποιανού μύτη θα ανοίξει πρώτη.
Μέσα στο κεφάλι μου ακούω μια ρυθμική ανάσα που υπάρχει για να μου πει πως πρέπει να σταματήσω να κρατάω την αναπνοή μου και να αναπνεύσω. Η θάλασσα πιο ήρεμη από ποτέ, η θάλασσα πιο άγρια από ποτέ μου βρέχει τα δάχτυλα των ποδιών μου. η άγρια ηρεμία της με συνεπαίρνει. Το ξέρεις πως τα κύματα ταιριάζουν με τις ανάσες σου; Όχι δε το ξέρεις. Αν το ήξερες, δε θα φοβόσουν μη  φύγω. Αν το ήξερες, θα ήξερες πως δε θα μπορώ…

14.3.11

Με ξέρεις;

Με ξέρεις;

Ήτανε που λες κατακαλόκαιρο
Κι ο δρόμος σ’ ένα διάφανο ουρανό
Μες στην αγκαλιά μου ό,τι ακριβότερο
Κι ο κόσμος ένα βότσαλο μικρό
Κι εσύ μου λες να ξεχαστώ
Τον Αύγουστο να σβήσω από τους μήνες
Μα κι αν τις μνήμες πολεμώ
Στον Αύγουστο με πάνε πάλι εκείνες
Έκαιγε η ανάσα του στο σώμα μου
Κι έφεγγα σαν ήλιος στο κενό
έφυγε και μπήκα στο χειμώνα μου
Και πάγωσα σαν άστρο μακρινό
Κι εσύ μου λες να ξεχαστώ
Τον Αύγουστο να σβήσω από τους μήνες
Μα κι αν τις μνήμες πολεμώ
Στον Αύγουστο με πάνε πάλι εκείνες


03/08/07