14.2.11
/**&^
The smell of your skin lingers on me now
You're probably on your flight back to your home town
I need some shelter of my own protection, baby
To be with myself and center
Clarity, peace, serenity
I hope you know, I hope you know
That this has nothing to do with you
It's personal, myself and I
We've got some straightenin' out to do
And I'm gonna miss you like a child misses their blanket
But I've got to get a move on with my life
It's time to be a big girl now
And big girls don't cry
Don't cry, don't cry, don't cry
The path that I'm walkin', I must go alone
I must take the baby steps 'til I'm full grown, full grown
Fairy tales don't always have a happy ending, do they?
And I foresee the dark ahead if I stay
I hope you know, I hope you know
That this has nothing to with you
It's personal, myself and I
We've got some straightenin' out to do
And I'm gonna miss you like a child misses their blanket
But I've got to get a move on with my life
It's time to be a big girl now
And big girls don't cry
Like the little school mate in the school yard
We'll play jacks and Uno cards
I'll be your best friend and you'll be mine
Valentine
Yes, you can hold my hand if you want to
'Cause I want to hold yours too
We'll be playmates and lovers
And share our secret worlds
But it's time for me to go home
It's getting late, dark outside
I need to be with myself, and center
Clarity, peace, serenity
I hope you know, I hope you know
That this has nothing to do with you
It's personal, myself and I
We've got some straightenin' out to do
And I'm gonna miss you like a child misses their blanket
But I've got to get a move on with my life
It's time to be a big girl now
And big girls don't cry
Don't cry, don't cry, don't cry
*&5%
Θα μου έκανα τη χάρη σήμερα και θα έβρεχα με τόσα μαζεμένα μαύρα σύννεφα αλλά μάλλον θα βρεθώ αλλού. Δε ξέρω γιατί με απαρνιέμαι τελευταία, αλλά αρχίζω και χάνω τη μνήμη μου από τη μνήμη μου και ξεχνάω να περάσω από τη Θεσσαλονίκη. Μαζί με ‘μενα έχασα κι εμένα. Θα ταξιδέψω και ίσως αύριο περάσω από το σπίτι μου να πιω έναν καφέ μαζί μου. Ως τότε θα ψάχνω να με βρω.
..ακόμα λείπεις και ο χρόνος κυλάει ασταμάτητος και είναι κολλημένος ταυτόχρονα και με πνίγει, και κυλάει τις στιγμές που έχει ο ένας να αφιερώσει στον άλλο και κολλάει τις στιγμές που γεμίζουν απουσία κι εγώ κάθομαι στον καναπέ και σηκώνομαι και πηγαίνω στον άλλο καναπέ και από εκεί στο σαλόνι και όλο πίσω και μετράω τα λεπτά που φεύγουν ταυτόχρονα με τα λεπτά που δε φεύγουν και ψάχνω νικητές και νικημένους και ακόμα δε μπορώ να βγάλω σκορ, ίσως γιατί το παιγνίδι είναι στημένο κι εσύ δε θα γυρίσεις πιο νωρίς από το προκαθορισμένο κι εγώ σπάω τα ξύλα στο τζάκι και βλαστημώ που νιώθω έτσι και χαίρομαι που νιώθω έτσι και πονώ που νιώθω έτσι και χαίρομαι που νιώθω έτσι και που νιώθω έτσι οι αφορμές είναι γνώστες αλλά οι αιτίες όχι και άντε να τις βρεις, να τις βρεις εκεί που είναι καλά κρυμμένες και δεν έχω όρεξη να βρω τις κρυψώνες τους, όχι άλλα παιχνίδια κρυφτού, το αποφάσισα σήμερα που ξύπνησα και μάλλον από χτες που κοιμήθηκα αλλιώς, πως αλλιώς δε ξέρω, αλλιώς ήταν, και πάντα θα είναι, δε ξέρω μη με ρωτάς, δεν είναι ώρα για ερωτήσεις, δεν έχω απαντήσεις γι αυτό, και αν έχω ποτέ πρώτα θα τις πω στον εαυτό μου και ύστερα σε σένα αν είσαι ακόμα εδώ να ακούσεις, να ακούσεις τη φωνή μέσα από τις λέξεις, να ακούσεις τις λέξεις μέσα από τη φωνή, και μη νομίζεις πως ξέρω τί λέω, πως ξέρω τί γραφώ, προσπαθώ να παρατηρήσω τα δάχτυλα μου και ακόμα κι αυτά δε μπορώ να δω γιατί τρέχουν, πιο γρήγορα από τις σκέψεις μου πιο γρήγορα από τις λέξεις που σχηματίζονται στο μυαλό μου και προσπαθώ να βάλω μια τελεία, μα που διάολο είναι η τελεία στο πληκτρολόγιο, σταμάτησέ με, σταμάτησε με σε παρακαλώ, πες μου ότι βαρέθηκες να με ακούς μπας και τα δάχτυλα σταματήσουν έστω και σε μια λέξη που δεν έχει τελειώσει, άλλωστε μου αρέσουν μερικές φορές τα μισοτελειωμένα, δημιουργούν ένα αίσθημα φαντασίας κι ελπίδας πως τίποτα τέλειωσε ακόμα ενώ τα τελειωμένα είναι καθεστώς και ανέλπιστα και-σταματά με σε παρακαλώ- περιμένω να δω τα μάτια σου ακόμα ένα βραδύ όπως χτες που.............
...
αυτά...
-......που; Εϊ συνέχισε, μη κόβεις τα κείμενα σου, μάλλον τις σκέψεις, θα ήταν πιο σωστό
-χτες που σε είχα στην αγκαλιά μου και έκλεβα τα όνειρα σου και τα έκανα δικά μου και σου ζητώ συγγνώμη για την κλεψιά αλλά δεν άντεξα στον πειρασμό κι ένωσα τα όνειρα μου με τα δικά σου και έκανα τα δικά σου δικά μου και να ήξερες χθες πόσο πολύ ήθελα να(...), τόσο που ντρέπομαι και τώρα που σου μιλώ να σου εξηγήσω, ντρέπομαι που με ακούς, ντρέπομαι που δε με ακούς, παίρνω βαθιά ανάσα και με μια από αυτές συνεχίζω να σου γραφώ και να σου γραφώ και να σου γραφώ και δε ξέρω που πρέπει να βάλω τελεία δε ξέρω που είναι το όριο, δε ξέρω πάνω σε ποιον τοίχο θα σπάσω τα μούτρα μου άλλα δε με πειράζει και δε με πειράζει γιατί ξέρω πως αν ματώσουν τα μάτια μου θα είμαι τυχερή που ακόμα μπορώ και νιώθω κι αγαπάω κι ερωτεύομαι, ερωτεύομαι, ερωτεύομαι, κάθε λεπτό περισσότερο, κάθε στιγμή που περνάει και ξέρω πως είμαι σαν μια χαζή ερωτευμένη έφηβη αλλά δε με νοιάζουν οι κριτικές και όση ώρα κάνω ερωτική εξομολόγηση δακρύζω για όλα όσα βγαίνουν από το στόμα μου άλλα δε φτάνουν μέχρι τα ακροδάχτυλα μου να σου τα γράψω γιατί ντρέπομαι, και τώρα που τίποτα δεν υπάρχει να κρύψει τη γύμνια μου, ούτε ένα φανελάκι να κρύψει το γυμνό στήθος μου θέλω να...
-Να;
-...να βογκήξω μέχρι να ακουστώ στο Σύμπαν.........................
Παρασκευη 04-02-11
6.2.11
2πρ
Έγινε σαββατοκύριακο και τα πατζούρια άνοιξαν και μπήκε ήλιος σήμερα και μου πόνεσε τα μάτια. Πέρασε καιρός από τότε που μπήκε ήλιος την τελευταία φορά σε αυτό το δωμάτιο. Εδώ και μια βδομάδα ήμουν καθισμένη στον καναπέ πράττοντας την απραξία και αυτό ήταν το πιο εποικοδομητικό πράγμα που έκανα από τότε που σταμάτησα από τη δουλειά. Δουλειά… τι άσχημη λέξη…
Η τελευταία μέρα πριν την πρώτη είναι πάντα ιδιαίτερη. Είναι γεμάτη από ανασφάλειες και λίγη γκρίνια που δεν εκδηλώνεται σωστά και πεθαίνει λίγο μετά που δύει ο ήλιος και μετά όλα πάλι σκοτεινιάζουν και βρίσκω για άλλη μια φορά το φώς μου μέσα στις λάμψεις των κεριών που είναι ένας κύλινδρος που στη βάση και στην κορυφή του απαρτίζεται από δύο κύκλους που πρέπει να βρω την ακτίνα ρ για να μπορέσω να βρω τη διάμετρό τους που είναι 2ρ αν θυμάμαι καλά. Και όλα αυτά με την προϋπόθεση το κερί να μην είναι λιωμένο, γιατί αν είναι έχει κύκλο μόνο κάτω γιατί πάνω έλιωσε ο κύκλος κι έγινε ένα σχήμα χωρίς μορφή και υπόσταση-βήχω σαν φυματική – οπότε δε μπορώ να συγκρίνω τον ένα με τον άλλο οπότε όλη η προσπάθεια πάει στον κουβά.
Η ώρα είναι 19.41-επιτελους τα ανολοκλήρωτα φάνηκαν- και από το μπάνιο ακούω νερά να τρέχουν. Έχω μια αίσθηση κούρασης αύτη τη στιγμή. Όχι στα πόδια μου, ούτε στα χέρια μου. Στο κεφάλι περισσότερο...
Αύριο η μέρα θα είναι αλλιώς, θα είναι διαφορετική, ούτε καλύτερη, ούτε χειρότερη απλά διαφορετική κι έτσι θα έχω το πλεονέκτημα να απόλαυσω καινούριες σκέψεις, και να πω καινούριες καλημέρες, έξω σκοτείνιασε, επιτέλους, και σε λίγο θα ανάψει το τζάκι και το μόνο που θέλω είναι να ανέβω στη σοφίτα και να μείνω εκεί κλεισμένη μέχρι να υπάρξει λόγος για να βγω ξανά. Νιώθω ένα μούδιασμα στο στήθος αριστερά που δεν είναι σωματική βλάβη, νιώθω τα δάχτυλά μου να προδίδουν τις σκέψεις μου, νιώθω το κεφάλι μου κουρασμένο λες και δανείστηκα το κεφάλι κάποιου άλλου που είναι γεμάτο από σκέψεις που δε μπορώ να αποκωδικοποιήσω, αρά και να διώξω. Νιώθω λίγη και ταυτόχρονα πολλή, νιώθω ό,τι δε μπορώ να νιώσω και δε νιώθω τα αυτονόητα. Έχω μια τάση να φοβάμαι σήμερα, σηκώθηκα φοβισμένη, έδωσα στον φόβο μου μορφή και αυτός ήρθε και κάθισε δίπλα μου στον καναπέ και μου ζητάει καφέ κι εγώ τολμώ να τον κοιτάξω μόνο με την άκρη του δεξιού ματιού μου... δεν είναι δικός μου ο φόβος αυτός, δε ξέρω ποιανού είναι, δε ξέρω ποιος μου τον φόρτωσε και γιατί. Δε φοβάμαι τίποτα. Εκτός από σήμερα. Και σήμερα φοβάμαι γιατί εκείνος ήρθε και με βρήκε, αποβραδίς μάλλον, και μάλιστα ακάλεστος και γεμάτος αγένεια ήρθε και θρονιάστηκε στη φλέβα που χτυπάει στο μέτωπο μου...
Αύριο όλα θα είναι αλλιώς. Πως αλλιώς δε ξέρω να σου πω, δεν έχω απαντήσεις.
Αύριο η μέρα θα είναι αλλιώς, θα είναι διαφορετική, ούτε καλύτερη, ούτε χειρότερη απλά διαφορετική κι έτσι θα έχω το πλεονέκτημα να απόλαυσω καινούριες σκέψεις, και να πω καινούριες καλημέρες, έξω σκοτείνιασε, επιτέλους, και σε λίγο θα ανάψει το τζάκι και το μόνο που θέλω είναι να ανέβω στη σοφίτα και να μείνω εκεί κλεισμένη μέχρι να υπάρξει λόγος για να βγω ξανά. Νιώθω ένα μούδιασμα στο στήθος αριστερά που δεν είναι σωματική βλάβη, νιώθω τα δάχτυλά μου να προδίδουν τις σκέψεις μου, νιώθω το κεφάλι μου κουρασμένο λες και δανείστηκα το κεφάλι κάποιου άλλου που είναι γεμάτο από σκέψεις που δε μπορώ να αποκωδικοποιήσω, αρά και να διώξω. Νιώθω λίγη και ταυτόχρονα πολλή, νιώθω ό,τι δε μπορώ να νιώσω και δε νιώθω τα αυτονόητα. Έχω μια τάση να φοβάμαι σήμερα, σηκώθηκα φοβισμένη, έδωσα στον φόβο μου μορφή και αυτός ήρθε και κάθισε δίπλα μου στον καναπέ και μου ζητάει καφέ κι εγώ τολμώ να τον κοιτάξω μόνο με την άκρη του δεξιού ματιού μου... δεν είναι δικός μου ο φόβος αυτός, δε ξέρω ποιανού είναι, δε ξέρω ποιος μου τον φόρτωσε και γιατί. Δε φοβάμαι τίποτα. Εκτός από σήμερα. Και σήμερα φοβάμαι γιατί εκείνος ήρθε και με βρήκε, αποβραδίς μάλλον, και μάλιστα ακάλεστος και γεμάτος αγένεια ήρθε και θρονιάστηκε στη φλέβα που χτυπάει στο μέτωπο μου...
Αύριο όλα θα είναι αλλιώς. Πως αλλιώς δε ξέρω να σου πω, δεν έχω απαντήσεις.
Έχω να γράψω στο γραφείο από τότε που ήμουν είκοσι εννιά και τώρα μου φαίνεται περίεργο που είμαι εδώ στο γραφείο, και μάλιστα το εφηβικό, εκείνο που διάβαζα Βιολογία Δέσμης στις 02.00 το πρωί που όλοι κοιμόντουσαν κι εγώ άναβα κρυφά τα πρώτα μου τσιγάρα γιατί η μάνα τσατιζόταν όταν με έβλεπε να καπνίζω. Το γραφείο ήταν στην μπαλκονόπορτα δίπλα κι εγώ χάζευα δυο ζωές την πόλη που ήταν φωτισμένη απέναντί μου και μια ζωή μόνο αφιερωνόμουν στο διάβασμα. Και μου αποσπούσε το κενό που είχα στο κεφάλι μου η κόρνα και το φρενάρισμα ενός αμαξιού κοντά στο κέντρο της πόλης και μια φωνή ‘‘Κοίτα ένα μαλάκα βραδιάτικα!’’ κι έπειτα ένα σπινιάρισμα κι έπειτα μια σιωπή εκκωφαντική σαν βόμβα στο κέντρο της Θεσσαλονίκης. Κι έπειτα η ησυχία ενός άλλου απότομου φρεναρίσματος μέχρι που ξημέρωνε κι εγώ κοιμόμουν πριν πάω ξανά στο μάθημα. Κι έπειτα ήρθε η Σχολή που αν δεν ήταν αυτό που ήθελα μάλλον δε θα πήγαινα ποτέ μου γιατί από τότε σιχαινόμουν το πρωινό ξύπνημα-μακάρι να κοιμόμουν όλη μέρα και να ήμουν ξύπνια όλη νύχτα- και από τότε αποφάσισα πως θα κάνω μια δουλειά που δε θα χρειάζεται πάντα να ξυπνάω από το χάραμα άρα θα μπορώ να κοιμάμαι στις 03.00 το πρωί όπως σου υπόσχομαι εδώ και μερικούς μήνες και ας μη το έκανα ποτέ μου. Και φυσικά το έκανα και αύριο δε θα πάω για δουλειά το χάραμα αλλά θα πάω στις 10.00 για να σχολάσω στις 16.00 και να είμαι σπίτι στις 16.30 και να μη μαγειρέψω ούτε αύριο γιατί έχουμε τρία φαγητά στο ψυγείο ενώ κάποιοι δεν έχουν ούτε ένα.
Σε ακούω, μη νομίζεις, σε ακούω να προσπαθείς να ανάψεις τζάκι να μου κάνεις έκπληξη όταν βγω από την κρυψώνα του γραφείου μου που κάνει κρύο και φοράω πέντε ζακέτες για να ζεσταθώ και πάλι δε τα καταφέρνω. Χάλασε η έκπληξη σου αλλά εγώ θα κάνω πως δε το ήξερα κι έτσι θα ανοίξω διάπλατα τα μάτια μου για να μη σε πληγώσω που η έκπληξή σου χάθηκε. Κι αν κάνεις πως δε διαβάζεις, δε θα μάθεις ποτέ πως το ήξερα από πριν. Κι έτσι όλοι θα είμαστε χαρούμενοι ακόμα και τα ξύλα που καίγονται γιατί θα έχουν εκπληρώσει τον σκοπό τους. Το ξέρεις πως στον αριστερό μου παράμεσο κατοικούσε μια ακίδα που μόλις την έβγαλα γιατί με ενοχλούσε στο τακ τακ του πληκτρολογίου; Όχι, δε το ξέρεις γιατί αν το ήξερες θα μου το είχες φιλήσει από προχτές και θα είχε περάσει…
1.2.11
Σου γραφώ πάλι απόψε γιατί άλλο δεν αντέχω να δίνω σώμα σε όσα με πλήγωσαν.
Η μη επίγνωση της πραγματικότητας είναι μέρος της ουσίας της.
Είμαστε για τις ψυχές μας μοναστήρια.
Έχουμε γιατρευτεί μόνοι…
Έχουμε γιατρευτεί μόνοι…
έχουμε αποκοιμηθεί μόνοι…
Έχουμε μόνο εμάς. Οι άλλοι είναι μια παρεξήγηση ανάμεσα στα όνειρα και τις αυταπάτες.
Ζωή είναι να ξεχνάς πως δεν υπάρχει τίποτα να πιάσεις και τίποτα από το οποίο μπορείς να πιαστείς.
Να είσαι γενναιόδωρος στην αγάπη, στον πόνο μα και στην εκδίκηση σου. Τίποτα δε θα πάρουμε μαζί μας και στο θάνατο όλα είναι βάρος.
Χειμώνας. Συνεχίζω να υποφέρω από ανθρωπότητα. Εσύ;
Αν η θλίψη είχε γιόγκα αυτή θα ήταν το ‘‘σε νοιάζομαι’’
Τα απατώμενα αφανούν.
Απόψε να βγεις με άλλους που δεν είμαι εγώ.
Όταν ο Που να το Φανταστώ γνώρισε την Δεν ήξερες Δεν ρώταγες γεννήθηκε η Άγνοια…
Αν δε ζεις στα άκρα αλλά πιάνεις χώρο υπάρχει πάντοτε ο κίνδυνος να φιλήσεις κάποια και να γίνεις βάτραχος ξανά
Οι άνθρωποι ψάχνουν το άλλο τους Μισό και ‘ γω το άλλο μου ολόκληρο.
Να μη ξεχάσω:
1.Να πάω super market.
2.Να συμπληρώσω τη φορολογική μου δήλωση.
3.Πως ο καθένας μας είναι εγκλωβισμένος στη μοναδικότητα του.
Δε κατάφερα να πάρω τίποτα από τη ζωή. Εμένα η ζωή με συνεπήρε.
Νύχτα ακίνητη τα άστρα δε γνωρίζουν γιατί λάμπουν μα ο κόσμος κάπου πέρα συμβαίνει. Όλα απόψε μοιάζουν στην καρδιά μου.
31.1.11
-374 και σημερα...
Στη λέξη άνθρωπος κατέληξα τελικά πως το άλφα είναι στερητικό. Όπως λέμε άδοξος, άμαθος, άσκοπος, έτσι κι άνθρωπος. Σκληρός και αδυσώπητος . Όχι απάνθρωπος. Αυτή η λέξη δεν υπάρχει πια. Αντικαταστάθηκε πριν από χρόνια εν αγνοία μας από την ίδια την ανθρώπινη υπόσταση….
Θέλω να ταξιδέψω ως την άκρη του κόσμου. Να πατήσω το γκάζι και να βρεθώ κάπου ολότελα ξένα και να γνωρίζω τη ζωή κάποιας άλλης διάστασης, να της απλώσω το χέρι, να της πω το όνομά μου, να συστηθούμε και ό,τι προκύψει. Η ζωή μου κυλά υπέροχα, καταπληκτικά, αισθάνομαι πως έχω τα περισσότερα από όσα ήθελα αλλά πάντα κάτι λείπει, κάτι λείπει, πάντα το ίδιο σε όλη μου τη ζωή νομίζω, και ακόμα δε το έχω εντοπίσει αλλά δε με πειράζει, δε το βάζω κάτω, ξέρω πως μια μέρα θα έρθει από μόνο του μπροστά μου και θα με γεμίζει ολόκληρη σαν το φως που πλημμυρίζει ένα δωμάτιο σκοτεινό μόλις ανοίξεις τα πατζούρια. Θα ήθελα να είσαι εκεί, κάπου εκεί να σου φωνάξω "Να το, το βρήκα!" κι έπειτα να μου χαμογελάσεις κι εγώ να είμαι πάνω σε ένα αόρατο τραμπολίνο και να χοροπηδάω από τη χαρά μου ως τον ουρανό, ως τον ουρανό και όλο πίσω. Και αν σπάσω τα μούτρα μου σε κανένα στραβοπάτημα, δε με πειράζει, δε με νοιάζει καν, θα είμαι χαρούμενη για όλα όσα έζησα, πήρα, έδωσα.
Η ώρα έγινε καταμεσήμερο και σε λίγο θα ανοίξω τα πόδια μου σε κάποιον που θα δω για πρώτη φορά με αφορμή την καινούρια ζωή. Θα μου πει, θα μου εξηγήσει κι εγώ θα ακούω όλα όσα έχει να μου πει, όχι με τ’ αυτιά αλλά με τα μάτια μου. Ήθελα τόσα να σου πω σήμερα αλλά δε βρήκα την ευκαιρία να συναρμολογήσω σύμβολα γραμμάτων κι έτσι όταν κοιτάξεις ξανά τα μάτια μου δε θα τα ακούσεις αλλά θα τα δεις. Οι λέξεις γίνονται βουβές στο μεγαλείο μιας ζωής που έχει αρχή μέσα μου και τέλος κάπου μετά από τη δική μου ύπαρξη. Το στομάχι μου πιάνεται από συρματόσχοινα άγχους του τι θα μου πει ο κύριος που θα του ανοίξω τα πόδια μου. Θα τον ρωτήσω «Είμαι καλή;» κι έπειτα θα κρέμομαι από τα χείλη του να μου δώσει απάντηση. Ελπίζω πως θα μου πεις πως όλα θα πάνε καλά…
Τα νέα από την Τσεχία ήταν ευχάριστα. Μεγαλώνεις μέσα μου χωρίς εμένα κι αυτό είναι το πιο τέλειο από όλα. Είχα πάνω από δυο ζωές να σε ακούσω και μέσα σε μερικές στιγμές έμαθα όλη την ζωή σου, τόσο απαλά και απλά, τόσο όμορφα και γοητευτικά, τόσο ερωτικά και ανυπόμονα, τόσο μπερδεμένα και ξεκάθαρα. Δε θα σου πω πως μεγάλωσες γιατί έτσι θα πρέπει να παραδεχτώ πως μεγάλωσα κι εγώ και τελικά δε ξέρω αν είναι θέμα παραδοχής ή μη πραγματοποίησης απλών γεγονότων.
Χτες θύμωσα πολύ λίγο πριν τις δέκα και μισή κι έκλαψα λίγο μετά τις έντεκα το βράδυ. Είμαι έτοιμη. Πρέπει να φύγω…
-Καλησπέρα σας γιατρέ μου…
-Καλησπέρα σας… περάστε…
Δευτέρα 31/01/11 16.32
24.1.11
(*^^)
Θέλω να κλείσω τα πατζούρια και να μείνω πίσω από τις κλειστές γρίλιες. Να μη ξέρω πόσες φορές ξημέρωσε και πόσες νύχτωσε, να χάσω την έννοια του χώρου και του χρόνου και να τις κάνω έννοιες υποκειμενικές. Η καρδιά μου γίνεται αντλία και ρουφάει το αίμα και το διώχνει ξανά κι αυτό γίνεται σε γρήγορους ρυθμούς όσο τα πόδια μου σκαρφαλώνουν στα σκαλιά που φτάνουν στην εξώπορτα του σπιτιού μου. Μπαίνω σπίτι και μπαίνω στη φωλιά μου, κουρνιάζω στη σοφίτα κάτω από το τραπέζι με το κουτί με τα κεριά. Εκεί αφήνω την ανασφάλειά μου μέχρι να γίνει ασφαλής και την ανταλλάσω με την ανασφάλεια της επόμενης μέρας για να φορέσω την ασφάλεια της σοφίτας μου.
Ήσουν ο καλύτερός μου φίλος και μου λείπεις αλλά ντρέπομαι να σου το πω. Εκείνο το Σαββατόβραδο έβλεπα μαζί σου ταινία. Ούτε που θυμάμαι ποια. Πάντως ακόμα και όταν λέγαμε μερικές κοφτές λέξεις ούτε τότε κοιταζόμασταν. Και όταν μου ζήτησες νερό, άπλωσα το χέρι μου και σου έδωσα το μπουκάλι μου με το νερό που κρατούσα στο χέρι κι έπινα γουλιές. Κι εσύ απλά άνοιξες το καπάκι και ήπιες. Μόνο τότε σε κοίταξα. Και τότε, εκείνο το Σαββατόβραδο του δύο χιλιάδες πέντε αποφάσισα πως δικοί μου άνθρωποι είναι εκείνοι που πίνουν με το στόμα νερό από το μπουκάλι μου…
Έξω έχει συννεφιά και το πρωί το τζάμι του Φόλκς Βάγκεν μου είχε πιάσει πάγο. Ξέρεις, εκείνον τον κρυσταλλικό πάγο που δε φεύγει παρά μόνο αν έχεις υπομονή να ανασάνεις επάνω του και να τον λιώσεις με τα χνώτα σου. Αλλιώς γίνεται συμπαγείς και δε σπάει και νιώθω να οδηγώ με γυαλιά οράσεως χωρίς μάτια. Και άργησα σήμερα στην κλινική. Και έπεσα πάνω στον γενικό και του είπα καλημέρα ενώ δεν ήξερα για δεύτερη φορά το όνομά του. Αλλά του χαμογέλασα, μου χαμογέλασε και αμέσως έλιωσε και ο πάγος στο παρμπρίζ μου.
Σήμερα τα είπαμε και τα ξεκαθαρίσαμε. Τα είπαμε και τα ξεκαθαρίσαμε. Ο καθένας για τον εαυτό του. Το είπα στη Στέλλα προχθές και γελούσε. Είναι επιλογή μου να με φτύνουν κι εγώ να κοιτάζω ψηλά να δω αν βρέχει. Όχι, δεν είμαι μαλάκας. Απλά υπολογίζω μόνο όσους πίνουν νερό από το μπουκάλι μου. Εσύ πίνεις; Όχι. Άρα δεν είσαι δικός μου. Οπότε άντε και γαμήσου……………
Δευτέρα 24/01/11 16.19
21.1.11
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
