7.7.10



…και μετά ο πόλεμος. Και μια ζητιάνα ελπίδα που περπατά ξυπόλητη πάνω σε γυαλιά μέχρι να βρει το δρόμο προς το εφικτό. Και πριν λιποθυμήσει, τη φίλησα στο στόμα. Κι εκείνη μου υποσχέθηκε πως δε θα με αφήσει ποτέ.
Αισθάνομαι σαν ένα σπυρί στο μέτωπο του κόσμου που μαζεύει όλο το σμήγμα των ανθρώπων. Και όταν σκάει βγαίνουν από μέσα του όλα τα σκατά που μάζεψε μέχρι εκείνη τη στιγμή. Και από Jekyll γίνομαι Hyde. Και μετά ξανά αυτή που αγαπάς.
…και μετά έφυγες. Κι εγώ έμεινα να ψάχνω το σημείο εκεί που βρίσκει η Εγνατία την Ομόνοια. Και δυο μέρες φτάνουν να κρατώ την αναπνοή μου μέχρι να σε αγγίξω. Πριν πάθω ασφυξία μπαίνεις στο αεροπλάνο. Και σε λίγο βρίσκεσαι εδώ…

…οι δρόμοι με πήραν απ’ το χέρι και με σταύρωσαν
σε μια διαδρομή Θεσσαλονίκη-Αθήνα…

Φώτο: http://daashuyr.deviantart.com/art/Jekyll-and-Hyde-35514224
Τετάρτη 07.07.10 18.53

21.6.10



Ρούφηξα με καλαμάκι όλους τους ωκεανούς της Γης και τους έκανα σταγόνες βροχής. Μόλις τελειώσουν , θα πέσω να κοιμηθώ. Ξύπνα με ξανά με τα πρωτοβρόχια του Οκτώβρη. Και αν ξυπνήσω μες τον ύπνο μου, φρόντισε να αστράφτει. Και αν δε μπορώ να κοιμηθώ ξανά, νανούρισέ με με βροντές. Σβήσε το φως αγάπη μου. Γύρισέ μου την πλάτη σου και ακούμπα με στο στήθος. Ξεκινά η καλοκαιρινή μου νάρκη…


Δευτέρα 21/06/10 23.28
Φώτο: http://browse.deviantart.com/?q=storm&order=9&offset=24#/d8de0x

15.6.10


Χτες οδηγούσα σε έναν δρόμο ακαθόριστο, δίχως όρια, δίχως διαχωριστικές γραμμές στην άσφαλτο. Άνοιξα το παράθυρο στις δέκα η ώρα το βράδυ, έβαλα δυνατά μουσική και σ’ ένα φανάρι έστριψα τσιγάρο. Είχα μια τόσο μεγάλη λαχτάρα να οδηγήσω χωρίς συγκεκριμένη κατεύθυνση, που αν η λαχτάρα μου να σε δω ήταν έστω κι ένα χιλιοστό λιγότερη από αυτή που ένιωθα, θα ταξίδευα μέχρι τον επόμενο πλανήτη του ηλιακού μας συστήματος.
Ζω σε έναν κόσμο χρεοκοπημένο από αισθήματα, σε έναν κόσμο που επενδύει σε αγωνία. Κι εγώ αμέτοχη απλά νιώθω συμπόνια, βρίσκομαι σε έναν κόσμο παράλληλο και κοιτώ τον άλλο με κλεφτές ματιές πίσω από τα μαύρα γυαλιά που μου χάρισες πέρσι το καλοκαίρι ένα μεσημέρι που πηγαίναμε στη θάλασσα και είχα ξεχάσει τα δικά μου. Αλήθεια… που να είναι άραγε εκείνα τα δικά μου τα γυαλιά; Ούτε που τα έψαξα ξανά από τότε.
Σχεδιάζεις στο γραφείο οικοδομήματα κι εγώ κάθομαι στο μπαλκόνι και απολαμβάνω τον αέρα που δροσίζει με λύτρωση το σώμα μου. Χτες βράδυ ήρθα και κοιμήθηκα πλάι σου και σε χάιδευα και σου χαμογελούσα με φωνή, ψιθυρίζοντας σου ‘‘…είσαι μια γκριμάτσα κι ένας ήχος…’’ κι έτσι απαλά με πήρε ο ύπνος.
Έχει μια υπέροχη σιωπή γύρω που απαρτίζεται από ήχους. Μια μπάλα που χοροπηδάει στο απέναντι γήπεδο του μπάσκετ και κάτι φωνές. Ο μελωδός που παίζει μουσική με τον άνεμο και ταιριάζει με το σφύριγμά σου σε ρυθμό. Και ο αέρας καθώς κουνά τα φύλα από τις λεύκες. Και όλα μαζί μια υπέροχη σιωπηλή συμφωνία. Σαν εκείνες που κάνουμε τα βράδια πριν κοιμηθούμε. Συμφωνούμε σιωπηλά πως το επόμενο πρωί θα σ’ ερωτεύομαι περισσότερο από το προηγούμενο κι εσύ θα μ’ αγαπάς πιο βαθιά από χτες…

Φωτό: http://kleanthis.deviantart.com/gallery/#/d1wcqjx
Τρίτη 15/06/10 17.37

13.6.10

Είσαι μια γκριμάτσα κι ένας ήχος...

Φωτό:http://browse.deviantart.com/?q=music%20notes&order=9&offset=120#/d1q232m

10.6.10

Γένεσις



Γένεσις, έκδοση 3η
Στην αρχή ήταν το χάος. Μετά γεννήθηκα εγώ, μονάχος. Σ’ έναν κόσμο ραγισμένο μ' έναν κουρελιασμένο θεό που γύριζε από πόρτα σε πόρτα ζητιανεύοντας την ύπαρξη του. Υστέρα γίναμε ξαφνικά δυο. Φιληθήκαμε κι άρχισε να σκοτώνει ο ένας τον άλλο.
Τάσος Λειβαδίτης

Φωτό:http://sjm1010.deviantart.com/art/quot-adam-seeking-eve-quot-156541838

6.6.10

#)_(ΟΕ:)#)

Με σβηστά τα φώτα θα σου γράψω. Όπως τότε που σε περίμενα να έρθεις από την Αθήνα. Φοβόμουν να βγω στο φως μη και η λάμψη κάνει σκοτεινή τη στιγμή μου.
Άναψα κεριά και κάτι λαμπάκια που πήραμε από το Ναύπλιο μια Μεγάλη Παρασκευή. Πορτοκαλί και κόκκινα σκούρα. Μοιάζει με Φθινόπωρο και Άνοιξη. Τη δεύτερη Άνοιξη και το τρίτο Φθινόπωρο.
Ακούω νερά να πέφτουν στη μπανιέρα. Και βήματα στο ταβάνι του από κάτω μας και στο πάτωμα το δικό μας. Όχι το αντίστροφο, είμαι σίγουρη. Στο μπαλκόνι η μέλισσα που έφτιαχνε κυψέλη μας εγκατέλειψε επειδή δε της άρεσε το μέρος που τοποθετήσαμε το σπίτι της επειδή δε μας βόλευε. Κι εκείνη έφυγε. Αλλά εμείς μείναμε δυο χρόνια μετά να ακολουθούμε την αδιάκοπη ροή της ζωής μας και να μεγαλώνουμε μέσα σε αυτή και να αλλάζουμε μέρα με τη μέρα χρώματα, μια πορτοκαλί, μια κόκκινο, μια καφέ, μια πράσινο. Που και που κίτρινο. Και μερικές φορές βιολετί. Το μαύρο δε το υπολογίζω. Αδυνατίζει, λένε, μα ο Έρωτας είναι τόσο κομψός που δε χρειάζεται χρώματα να τον ‘‘ κόβουν’’. Κι εμείς, οι Εραστές του, κομψότεροι από όλα τα παχιά λόγια που απλά γεμίζουν με λίπος τις αρτηρίες του Έρωτα μέχρι εκείνος να πεθάνει, και πριν γίνουν τα σαράντα του οι Εραστές αρνήθηκαν, συμβιβάστηκαν, πέθαναν χωρίς να βρωμάνε γιατί ακόμα δε το ξέρουν πως έγιναν ζωντανά πτώματα που σαν τους βρικόλακες ζουν με φθόνο για τις ζωές των άλλων και απομυζούν το αίμα τους με μισαλλοδοξία και μιζέρια.
Σιωπή από το μπάνιο. Σε κοιτώ πίσω από τον τοίχο να στέκεσαι μπροστά στον καθρέφτη και να ξυρίζεσαι. Θυμάσαι τότε που γέμισα αφρούς ακόμα και στη μύτη επειδή ζήλευα τη στιγμή που μοιραζόσουν χωρίς εμένα; Έτσι έβαλα κάτω τη στιγμή και τη μοίρασα στα δυο. Κι εσύ γελούσες δυνατά κι εγώ δυνατότερα. Και να τώρα που στέκεσαι απέναντί μου με την πετσέτα γύρω από τη μέση σου να με κοιτάς κι εγώ να στέκομαι απέναντί σου φορώντας τη μπλούζα σου να σε κοιτώ. Τυχαία σε συνάντησα. Και να που τώρα φορώ τις μπλούζες σου…

Φωτό: http://toiabates.deviantart.com/gallery/#/d11ngjg
Κυριακή 06/06/10 22.32

15.5.10

Βρέχει έξω-Ακούς; Οι σταγόνες κυλούν ακανόνιστα πάνω στα τζάμια και η πορεία τους διαγράφει τη ζωή της κάθε σταγόνας. Την κοιτάς, λες πως πάει εκεί και ξαφνικά τη βλέπεις να κυλά αλλιώς και να χάνεται σε καινούρια διαδρομή. Μέχρι η διαδρομή της να μπει στη διαδρομή μιας άλλης σταγόνας και να γίνουν ένα. Να συνταξιδεύουν, δύο σταγόνες σαν μία, μέχρι και πάλι να αλλάξουν πορεία. Οι σταγόνες μοιάζουν με τους ανθρώπους. Κάθε άνθρωπος και μία από αυτές.
Λεπτές λωρίδες νερού πέφτουν πάνω στα κεραμίδια της σοφίτας μας κι ακούγεται ένας γνώριμος χορός που αν τον ακούσεις πάει κάπως έτσι: να, να να να να να να, να να να να να να, να να να να να νααααα να…. Είναι εκείνες οι ίδιες σταγόνες που υπάρχουν και στα τζάμια μου με διαφορετική μοίρα.
Υπάρχουν και άλλες. Εκείνες που κρέμονται από τα σχοινιά της μπουγάδας και ακροβατούν ανάμεσα στο σίγουρο και στο αιφνίδιο. Ανάμεσα στο άτολμο και το επικίνδυνο. Και ο αέρας αλλάζει πορεία και οι σταγόνες δημιουργούν μια βροχή που χορεύει.
Κι εσύ καθόσουν δίπλα μου και μ’ έβλεπες σιωπηλός να γράφω και ταίριαζες τον ήχο τον πλήκτρων με το ρυθμό της βροχής. Μου φίλησες με βροχή το στόμα κι έπειτα έφυγες μερικά εκατοστά ζωής πιο πέρα. Μα πάντα είσαι εδώ. Ακόμα και τώρα που ξέρω πως είσαι πίσω από την πόρτα και κρυφοκοιτάς, και από τον ήχο μου μαντεύεις τι γράφω. Άνοιξε το παράθυρο του μπάνιου να ακούσεις αν θες.
Αλλάζει χρώμα η εικόνα έξω από το παράθυρό μου. Το πράσινο έγινε πιο σκούρο και τα καφέ τα σπίτια απέναντι, σοκολατί. Θέλω ν’ απλώσω το χέρι μου και να κόψω ένα κομμάτι από τα θεμέλια και να το φάω. Κι έπειτα λίγο παράθυρο. Από εκείνα τα υπέροχα, τα ανοιχτά, τα γεμάτα θέα παράθυρα.
Βρέχει έξω-Ακούς; Και η βροχή παρασέρνει σε βρώμικους υπονόμους όλα τα άχρηστα των δρόμων. Σβήνει τελευταία τσιγάρα ανθρώπων –σκιές που ψάχνουν περίπτερο μέσα στο χαμό της ύπαρξής τους στο κέντρο της πόλης. Μουσκεύει όνειρα και τα κάνει βαριά σαν μολύβι μέχρι που παρατιούνται και αυτά σε μια γωνιά περιμένοντας την επόμενη βροχή να τα παρασύρει. Βρέχει μπουγάδες και καθαρίζει συνειδήσεις ζωών ενοχικών. Ακούς; Όταν βρέχει οι ομιλίες γίνονται λυγμοί και τραγούδια. Και τα όνειρα πολύχρωμα, απαλλαγμένα από τη σκόνη του ακατόρθωτου. Η Φύση σωπαίνει. Μέχρι το επόμενο ξέσπασμα. Κι εσύ μ’ αγαπάς που αγαπώ ,που ερωτεύομαι , που χάνομαι, που σβήνω και γεννιέμαι μέσα στη σταγόνα της παλάμης σου…

Φώτο: http://kleanthis.deviantart.com/art/chroma-103429270
Σάββατο 15/05/10 11.47